FreeCinema

Follow us

ΜΗΝ ΑΝΟΙΓΕΙΣ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ (2024)

  • ΕΙΔΟΣ: Ψυχολογικό Θρίλερ
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Σάκης Καρπάς, Αλέξανδρος Καρπάς
  • ΚΑΣΤ: Σάκης Καρπάς, Φωτεινή Λεβογιάννη
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 87'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ROSEBUD.21

Άνδρας που ζει μοναχικά σε ορεινή περιοχή, ανοίγει την πόρτα του σπιτιού του σε άγνωστη κοπέλα που, εν εξάλλω καταστάσει, του ζητά βοήθεια μέσα στη νύχτα, επικαλούμενη επίθεση πλάσματος (;) αγνώστου ταυτότητας και στοιχείων προς την ερευνητική ομάδα βιολόγων στην οποία ανήκει και είχε κατασκηνώσει στο παρακείμενο δάσος.

Σε ένα video παρασκηνίων που παρακολούθησα στο channel τους στο YouTube, οι αδελφοί Καρπά δηλώνουν πως έκαναν την «πρώτη αμιγώς horror ταινία στην Ελλάδα», όνειρο το οποίο είχαν προ τριετίας. Δεν είναι κακό να κάνει όνειρα κανείς, όμως, η συγκεκριμένη φράση περιλαμβάνει δύο μεγάλα λάθη: α) το «Μην Ανοίγεις την Πόρτα» δεν είναι ταινία τρόμου και β) στο πλαίσιο της ελληνικής παραγωγής, το συγκεκριμένο genre μας έχει δώσει στο παρελθόν κι άλλες απόπειρες «πειραματισμού», από τα «Παιδιά του Διαβόλου» (1976) και «Το Κακό» (2006), μέχρι τη «Νορβηγία» (2014) και την «Άλυτη» (2020). Η λίστα είναι ακόμα μεγαλύτερη (και μπορεί να περιλαμβάνει έως και βιντεοταινίες, όπως τους «Φρουρούς του Σκότους» από το 2002), όμως, προτιμώ να περιοριστώ στα πιο χαρακτηριστικά φιλμικά παραδείγματα που, προφανώς, ακυρώνουν μια τέτοια (πρώτη) εντύπωση.

Έχοντας μια ολοκληρωμένη άποψη για τις δουλειές τους (με την εμπειρία των μικρού μήκους που είχαν παρουσιάσει μέχρι σήμερα στο YouTube των Unboxholics), θεωρώ πως οι αδελφοί Καρπά αποφάσισαν… μάλλον βιαστικά να προχωρήσουν σε ένα κανονικό φιλμ μυθοπλασίας για το σινεμά, βασισμένοι κυρίως σε μια τσαμπουκαλίδικη βεβαιότητα πως… «εμείς τα ξέρουμε όλα»! Παραγωγή, σκηνοθεσία, σενάριο, πρωταγωνιστικός ρόλος, διεύθυνση φωτογραφίας και μοντάζ (μεταξύ άλλων!) φέρουν το επώνυμό τους και δίνουν το στίγμα μιας οικογενειακής «εργολαβίας» που δεν απέχει ιδιαίτερα από ένα είδος… μάστιγας η οποία κατατρέχει τα εγχώρια φιλμ (ουχί αποκλειστικά για λόγους οικονομίας). Πολύ απλά, οι Καρπάδες έπεσαν κι εκείνοι στην παγίδα της «παρεΐστικης» παραγωγής, ως… «πολυεργαλεία» δημιουργικής έμπνευσης που (ίσως) δεν επιτρέπουν σχόλια διορθωτικά ή κριτικές για το τι ακριβώς θέλουν / πάνε να γυρίσουν. Στην προκειμένη, δε, το κυρίως πρόβλημα του «Μην Ανοίγεις την Πόρτα» δεν είναι η ανησυχία μιας κάποιας ερασιτεχνικότητας, αλλά η απειρία και η αφέλεια. Στοιχεία που σταδιακά χαντακώνουν άσχημα και τις προθέσεις και την προσπάθεια.

Όπως είθισται στο ελληνικό σινεμά (ανεξαρτήτως βάρους και κύρους παραγωγής), το σενάριο αποτελεί ένα είδος… κακουργηματικής πράξης, το οποίο περιλαμβάνει τόσες «τρύπες» και χαοτικά κενά (ας αναφέρω έστω το μισοσκεπασμένο κουτί στο υπόγειο, το οποίο μου έμεινε ως βασανιστικά αναπάντητη απορία), που σε κάνουν να αισθάνεσαι πως υφίσταται (και) κάποιο ποσοστό «τρολαρίσματος», ώστε να πέσουν γέλια στις αίθουσες! Η δραματουργία του έργου, πάντως, δεν υποστηρίζει κάτι παρόμοιο, με τις ερμηνείες των δύο (μοναδικών) πρωταγωνιστών του φιλμ να βυθίζονται ολοένα και περισσότερο σε τόνους αβυσσαλέας τραγικότητας.

Η ιστορία των αδελφών Καρπά επιδιώκει να στήσει ένα καταστασιακό μυστηρίου γύρω από την επίθεση που δέχτηκαν μέσα στη νύχτα οι campers / ερευνητές βιολόγοι, αφήνοντας να αιωρούνται και οι (τυπικές) υποψίες ότι η νεαρή γυναίκα που ζήτησε βοήθεια ενδέχεται να αποτελεί ένα είδος «ξενιστή» για κάτι το θανάσιμα εχθρικό ή δαιμονικό. Οι δύο ήρωες (που δεν ανταλλάσσουν ποτέ ονόματα μεταξύ τους) περνούν τη νύχτα κάτω από την ίδια στέγη, περιμένοντας να ξημερώσει και κατόπιν να ερευνήσουν το ξέφωτο του δάσους όπου έγινε το «κακό». Μέχρι τότε, ο θεατής λαμβάνει συγκεχυμένες ή άκυρες πληροφορίες που έχουν να κάνουν με οτιδήποτε ρεαλιστικό ή ορθολογιστικό (το σπίτι του άνδρα απέχει… δυο μέρες με τα πόδια από το κοντινότερο χωριό, ο ίδιος φαίνεται πως δεν κατέχει ούτε αμάξι, ενώ δηλώνει πως σίγουρα δεν έχει το όποιο τηλέφωνο, ανά δύο εβδομάδες λαμβάνει τις προμήθειες που χρειάζεται… ένας Θεός ξέρει με τι τρόπο επικοινωνίας, και κυνηγάει στο δάσος για τροφή, αν και ποτέ δεν εμφανίζεται με κάποιο όπλο, παρά μονάχα με ένα τσεκούρι το οποίο χρησιμοποιεί για να κόβει ξύλα για το τζάκι), συνολικά αναφορές που δεν γίνεται να στέκουν ή να δικαιολογούνται σε σύγχρονο πλαίσιο πραγματικότητας.

Σκηνοθετικά, οι Καρπάδες παίζουν κυρίως με υπερβολικά (και δραματικά έντονα) close-up στις εσωτερικές λήψεις, ενώ στις εξωτερικές βασίζονται στο απόλυτο σκοτάδι και την περιορισμένη ορατότητα μέσα στο δάσος, την οποία «σπάει» το ελάχιστο φως μιας λάμπας ή ενός φακού. Επίσης, λόγω… εξαιρετικού «timing» βλάβης της γεννήτριας, ακόμα και μέσα στο σπίτι κυριαρχεί το ημίφως ή το βαθύ σκότος των νυχτερινών, κάτι που σταδιακά γίνεται προβλέψιμο και ανούσιο, καθώς το σκηνοθετικό στυλ «ατμόσφαιρας» απλά επαναλαμβάνεται, με ανέμπνευστα υποκειμενικά και (ατυχώς) στατικά πλάνα (που πάτε χωρίς επαγγελματία dp, ρε παιδιά!). Το «έχω δει αρκετές ταινίες τρόμου» ή το «έχω παίξει αρκετά horror games» δεν υποστηρίζει την αρμόζουσα γνώση, ούτε καν για να τα… αντιγράψεις.

Καθώς (σεναριακά) οι μέρες περνούν… εντελώς αδικαιολόγητα, η ιστορία πετάει «άσφαιρα» μεταφυσικού (η σεκάνς του «χορού» της ηρωίδας στο δάσος είναι τόσο λάθος!) ή υπαρξιακού (με βαθιά τραύματα από το παρελθόν), σε βαθμό να νομίζεις ότι «άνοιξες την πόρτα» στην (τρόπος του λέγειν)… μπεργκμανική «Περσόνα» (1966)! Δίχως σοβαρές αποκαλύψεις ή κορύφωση, το «Μην Ανοίγεις την Πόρτα» μοιάζει με ένα «The Blair Witch Project» (1999) που… πάει για ψυχανάλυση, αλλά μονάχα στον τομέα του περιβάλλοντος «τρόμου», δίχως την «παρουσία» της μυθικής μάγισσας. Με ένα (μόλις) jump scare (για αρχάριους θεατές), η ταινία απομακρύνεται διαρκώς από τους κανόνες του genre στο οποίο οι δημιουργοί της πιστεύουν πως ανήκει και με υλικό που θα εξαντλούνταν σε (αποτυχημένο) επεισόδιο της σειράς του «The Twilight Zone» (μιλάμε για ημίωρο, δηλαδή), ξεχειλώνει (στα 87 λεπτά!) κάθε αίσθηση του χρόνου, για να κλείσει κυριολεκτικά απογοητευτικά και με σαστισμάρα σχετικά με το τι ακριβώς παρακολουθούσες τόση ώρα. Περιττό να προσθέσω πως η σκηνοθετική απειρία «τραυματίζει» ανεπανόρθωτα και το κομμάτι της υποκριτικής, με τους Σάκη Καρπά και Φωτεινή Λεβογιάννη να πετυχαίνουν το πιο παράδοξο: να πείθουν καλύτερα στα εξομολογητικά κοντινά των ενοχών τους, παρά στις σεκάνς όπου θα έπρεπε να στέκουν πιο φυσικοί (και καθημερινοί)!

Βγάζοντας το «Μην Ανοίγεις την Πόρτα» έξω από το πλαίσιο του hype και της δημοφιλίας των Unboxholics, με καθαρά καλλιτεχνικά κριτήρια και πέρα από το σύνηθες «άλλοθι» του «για ελληνική ταινία…», οι αδελφοί Καρπά πετυχαίνουν τους στόχους τους μονάχα στον τομέα της ηχοληψίας / ηχητικής μπάντας, που υποστηρίζει κάτι «πιο τρομακτικό» από το ίδιο το φιλμ, όσο κι αν τους σαμποτάρει η σχεδόν αδιάκοπη έκθεση στα έγχορδα του score. Λυπάμαι, αλλά το είδος του σινεμά τρόμου δεν είναι παίξε γέλασε. Ούτε και… YouTube «φασούλα»!

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Ολοκληρωτική αστοχία υπό το πρίσμα της οπτικής του horror genre, όσο καλή θέληση και να έχεις για να δεχτείς τα δρώμενα ενός σεναρίου διόλου συνεπούς σε προσανατολισμό. Όσοι πάτε για… τρόμο, ας προσέχατε! Εάν το fanbase των δημιουργών του οφείλει να το… προσκυνήσει στα σινεμά, θα το πράξει ούτως ή άλλως, «αφορίζοντας» κάθε αρνητική κριτική. Είναι μία στερεοτυπική ελληνική συνήθεια κι αυτή…


MORE REVIEWS

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΒΑΛΙΤΣΑΣ

Πιλότος με ένοχο μυστικό ικανό να του στερήσει τη θέση στο cockpit των αργεντίνικων αερογραμμών, πέφτει θύμα εκβιασμού από μέλη κυβερνητικής υπηρεσίας, αναγκάζοντάς τον να μεταφέρει μια αγνώστου περιεχομένου μαύρη βαλίτσα σε κάθε του πτήση από Μπουένος Άιρες προς Μαδρίτη. Θα πάει μακριά η… βαλίτσα;

ΚΕΝΑ ΑΕΡΟΣ

Άννα, δεν ήμουνα εγώ για αεροπλάνα.

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΤΟΥ ΦΡΟΪΝΤ

Στο Λονδίνο του 1939, δύο μέρες μετά την εισβολή των Γερμανών στην Πολωνία, ο συγγραφέας και ακαδημαϊκός Κ. Σ. Λιούις επισκέπτεται τον Σίγκμουντ Φρόιντ για να κουβεντιάσουν (ή μήπως να συγκρουστούν;) για την ύπαρξη (ή όχι) του Θεού και την Επιστήμη.

ΤΟ ΛΥΣΑΡΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Σκηνοθέτης που βλέπει πως οι παραγωγοί της επερχόμενης ταινίας του πάνε να τη… «σφάξουν» στο μοντάζ δίχως την έγκρισή του, κλέβει όλο το υλικό της και φυγαδεύεται μαζί με τους πιο στενούς του συνεργάτες στην επαρχιακή κατοικία μιας θείας του, ελπίζοντας εκεί να βρει την ελευθερία της δημιουργικής έκφρασης, πόσω μάλλον κι ένα final cut του… αμάζευτου από τα γυρίσματά του!

ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΙ ΦΙΛΟΙ

Ένα κορίτσι ανακαλύπτει ξαφνικά την ικανότητα να βλέπει τα «IF», τους φανταστικούς φίλους όλων των παιδιών του κόσμου. Κάποια αναζητούν την καινούργια τους ανήλικη συντροφιά, άλλα νοσταλγούν τους παλιούς τους ιδιοκτήτες που ενηλικιώθηκαν και τα ξέχασαν. Θα μπορέσει να τα βοηθήσει η Μπι;