FreeCinema

Follow us

ΝΟΡΒΗΓΙΑ (2014)

  • ΕΙΔΟΣ: Τρόμου
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γιάννης Βεσλεμές
  • ΚΑΣΤ: Βαγγέλης Μουρίκης, Αλεξία Καλτσίκη, Ντάνιελ Μπόλντα, Μάρκος Λεζές
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 73’
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD

Ο βρικόλακας Ζανό φτάνει με το τρένο στην Αθήνα του 1984, βρίσκει το φέρετρό του στο τσοντάδικο ΣΤΑΡ και οδεύει προς τη ΝΤΙΣΚΟ ΖΑΡΝΤΟΖ, γιατί αν σταματήσει να χορεύει, θα σταματήσει κι η καρδιά του.

Θα ήταν μια εξαιρετική έκπληξη, πέρα και από τη σφαίρα του cult (στην οποία ανήκει αποκλειστικά ή θα αναζητήσει, πιο τίμια, τη θέση της στο μέλλον), όμως ο Γιάννης Βεσλεμές κοπιάζει άδικα με τη «Νορβηγία» του. Γιατί μια ταινία μεγάλου μήκους αφηγείται μια ιστορία. Πρέπει να έχει μια ιστορία! Και το πρόβλημα αυτής της ταινίας είναι ότι μετά την άνωθεν σύνοψη, δεν συμβαίνει τίποτα άξιο αναφοράς ή… αφήγησης, μέχρι τους τίτλους τέλους. Σε μόλις 73 λεπτά (ευτυχώς, ίσως…). Τώρα, αν δεν μιλάμε για σινεμά και απλώς βρισκόμαστε εδώ για να σπάσουμε πλάκα, τότε ο Βεσλεμές έχει πράξει περισσότερα απ’ όσα αξίζει μια… πλάκα.

Οι αναφορές στο genre του τρόμου και του φανταστικού είναι αμέτρητες και πετυχημένες, μέχρι το σημείο όπου το «αστείο» αρχίζει να… χιπστερίζει α λα zeroes και ακούς κάτι αστοχίες σημερινές που σε κάνουν να απορείς (η Αλεξία Καλτσίκη είναι τόσο προχώ που ακούει Συνθετικούς πριν καν ιδρυθούν ως σχήμα, βλέπε 1985!). Η «Νορβηγία» ανακυκλώνει ιδέες από φιλμικές στιγμές (πιάνοντας από το «Αίμα και Πάθος» του Τόνι Σκοτ μέχρι το «Μετά τα Μεσάνυχτα» του Μάρτιν Σκορσέζε), φιλτράροντάς τις μέσα από μια retro-kitsch αισθητική που ενίοτε σε κερδίζει, γιατί οι συντελεστές πίσω από την κάμερα έχουν φροντίσει κι έχουν δουλέψει κάτι πραγματικά άρτιο (η φωτογραφία του Χρήστου Καραμάνη θα έκανε πολλούς κινηματογραφιστές των 80’s να πέσουν στα γόνατα με αληθινό οργασμό!). Δεν παύουν ποτέ, όμως, να στέκουν ως απλές σκηνές, που ακόμη και ως σύνολο δεν αντέχουν να κρατήσουν τούτο το ασπόνδυλο, εκκεντρικό σύμπτωμα που θα αποκτούσε περισσότερο νόημα ως ταινία μικρού μήκους παρά μοχθώντας με το ζόρι να πιάσει… κάτι παραπάνω από ώρα!

Εκεί που βγάζεις το καπέλο στον Βεσλεμέ (ο οποίος υπόσχεται ένα πιο ενδιαφέρον μέλλον σκηνοθετικά) είναι στο κομμάτι της σκηνογραφίας και στο πώς αποδίδει την ατμόσφαιρα της πόλης, άσχετα από το στήσιμο περιόδου εϊτίλας. Πρέπει να είναι η μοναδική ταινία αναφοράς, μετά το «H Πόλη Ποτέ δεν Κοιμάται» (1984) του Ανδρέα Τσιλιφώνη και την «Πρωινή Περίπολο» (1987) του Νίκου Νικολαΐδη, η οποία αξιοποιεί, μεταμορφώνει και φαντάζεται κινηματογραφικά το τοπίο του λεκανοπεδίου, εντάσσοντάς το ως βασικό πρωταγωνιστή μέσα στο φιλμ. Και παίζοντας από πάνω και με μακέτες και εφεδιές που γίνονται ένα με τους πραγματικούς χώρους!

Για μυθοπλασία, όμως, ούτε… μασέλα! Κι ούτε και ήρωες. Δεν δαγκώνει ποτέ αρτηρία ο χορευταράς Βαγγέλης Μουρίκης, ο οποίος μοιάζει περισσότερο με φιγούρα που δραπέτευσε από music video του MTV εκείνης της εποχής… στο γερασμένο του, δίπλα σε μια μικρή πινακοθήκη από φιγούρες που έχουν «σχεδιαστεί» με βάση την πραγματική τους ιστορία και ουχί ενός ρόλου στην ταινία (πιο φωναχτό παράδειγμα η χρήση του Μάρκου Λεζέ). Θα γελάσεις με το «Ντράκουλα» του Τσιτσάνη να σκάει στο ξεκάρφωτο (με πήγε και πίσω στη «Γλυκιά Μαράτα» ως fun «ακυρότητα» στη «Γλυκιά Συμμορία» του Νικολαΐδη), θα θαυμάσεις κάμποσα πλάνα και ατμόσφαιρες, αλλά τούτη εδώ η «Νορβηγία» ταινία… δεν είναι. Μπορεί να λειτουργήσει σε μεταμεσονύκτιες προβολές (σοφή η σκέψη της διανομής του έτσι, αρχικά τουλάχιστον, στο Άστυ της οδού Κοραή), αλλά μόνο… για πλάκα, όπως είπα και νωρίτερα. Αλλά το θέμα είναι πως η περίπτωση του Βεσλεμέ δεν φαίνεται καθόλου «για πλάκα»…

Τα τελευταία χρόνια, ο ελληνικός κινηματογράφος προσπαθεί να παραμείνει «αιχμηρός», ανακυκλώνοντας όχι μόνο θεματικές που εμπνέονται ευθέως από το κοινωνικό γίγνεσθαι (αυτό είναι και λογικό και θεμιτό), αλλά κυρίως τρόπους αφήγησης που μοιάζουν να εγκλωβίζουν το σύνολο σχεδόν των ταινιών σε έναν μικρόκοσμο, ο οποίος πασχίζει να επικοινωνήσει με το ευρύτερο κοινό. Ευτυχώς, η «Νορβηγία» επιχειρεί να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό, κάτι το οποίο αντλεί έμπνευση (με σθένος) από το σινεμά του φανταστικού, για να παντρέψει υπαινικτικά μια εκδοχή της Αθήνας που υπήρξε (ή δεν υπήρξε ποτέ) στη δεκαετία του 1980, με τα εγγενή προβλήματα της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, μέσω της ιστορίας ενός βρικόλακα, του οποίου η καρδιά θα πάψει να χτυπάει αν σταματήσει… να χορεύει! Ακούγεται απρόσιτο και… «δήθεν»;

Και όμως, στην ταινία αιχμηροί δεν είναι μόνο οι… κυνόδοντες του Ζανό. Ο Βεσλεμές, εξάλλου, εξαρχής γνωρίζει πώς να κάνει ελκυστικό τον κόσμο του, ξεπερνώντας τους οποιουσδήποτε περιορισμούς τού budget. Στη «Νορβηγία» δε θα βρεις αστικά πανοραμικά πλάνα ή εντυπωσιακά καδραρισμένες σιδηροτροχιές που διασχίζουν μια σκοτεινή Ελλάδα παρά έντονα φωτισμένες μακέτες, ψεύτικα τρενάκια και ελλειπτικά σκηνικά, που γεμίζουν την οθόνη καπνό, ομίχλη και neon φώτα. Ούτε θα δεις εικόνες γεμάτες πλήθος κόσμου και ιστορικών λεπτομερειών (η ιδιοφυής χρήση τού Μάρκου Λεζέ και της… κληρονομιάς της «φιλμογραφίας» του είναι μια καλοδεχούμενη εξαίρεση) παρά θολές ατμόσφαιρες σε μαγαζιά που πλημμυρίζουν από σκιές και μια άχρονη αίσθηση, που μοιάζει ανησυχητικά οικεία (γεγονός που, τελικά, δεν είναι και τόσο τυχαίο, όπως μαρτυρά η εξέλιξη της ιστορίας). Θα βρεις, όμως, μια προσεγμένη ψηφιακή φωτογραφία και τη συνοδεία απρόβλεπτης αλλά ταιριαστής ηλεκτρονικής μουσικής (την υπογράφει ο ίδιος, με τη γνωστή του persona ως Felizol) που εμπνέεται από τις cult επιρροές τού σκηνοθέτη, οι οποίες δημιουργούν έναν κόσμο που χαίρεσαι να βλέπεις στη μεγάλη οθόνη, ακόμα κι όταν την πλημμυρίζει… πολύχρωμο αίμα.

Στη «Νορβηγία», επίσης, θα συναντήσεις ένα απόλυτα επιτυχημένο καστ, που από τον Ζανό τού Βαγγέλη Μουρίκη (ο οποίος για άλλη μια φορά μεταμορφώνεται ιδανικά σε αυτό που του προστάζει το κάθε σενάριο) και τη femme fatale της Αλεξίας Καλτσίκη (η οποία γεμίζει την οθόνη όχι μόνο με την παρουσία της αλλά και με την εκπληκτική χροιά τής φωνής της) μέχρι τους υποστηρικτικούς ρόλους του Μάρκου Λεζέ, του Νορβηγού συνοδού και του… τελικού χαρακτήρα (δεν αποκαλύπτω τίποτα), δημιουργούν συνολικά ένα αποτέλεσμα που ισορροπεί ανάμεσα στη σάτιρα, το cult και την pop, αντιμετωπίζοντας «ελαφρώς» σοβαρά αλλά όχι σοβαροφανώς το θέμα του. Η μεγαλύτερη νίκη της ταινίας, όμως, είναι ότι καταφέρνει απρόβλεπτα (μέσω της αποκάλυψης της τρίτης πράξης της) να αναδειχτεί σε επίκαιρο, κοινωνικά αφυπνισμένο φιλμ, που χρησιμοποιεί το genre περιτύλιγμά του για να μιλήσει για το σήμερα με υπόγειο αλλά πολύ άμεσο τρόπο, αποδεικνύοντας ότι το «weird wave» δεν είναι μονόδρομος!

Υπάρχει, όμως, και ένα σημαντικό… αλλά. Παρά τη φροντίδα της και το αναμφισβήτητο πάθος της, η «Νορβηγία» δεν μπορεί να αποκρύψει το γεγονός ότι η ιστορία της δεν είναι αρκετή για να καλύψει τα 73 λεπτά τής διάρκειάς της, κάνοντας φανερή την ανάγκη για παρακάμψεις και τεχνάσματα, που όσο φιλικά κι αν είναι στο μάτι (όπως η σκηνή του σεξ με τις μάσκες ή η κατάβαση στο δάσος), δεν προχωρούν μπροστά την αφήγηση. Ολόκληρη σχεδόν η δεύτερη πράξη είναι μια ξενάγηση στη μυθολογία του κόσμου της, χωρίς προφανή προορισμό αλλά με αναμφισβήτητο γούστο, το οποίο καλύπτει τεχνηέντως τα ελαττώματά της, τονίζοντας την εικαστική της δύναμη. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο Βεσλεμές δηλώνει βροντερά το «παρών» για το μέλλον και αποδεικνύει ότι μπορείς να αλλοιώσεις τη φόρμουλα, παραμένοντας ταυτόχρονα επίκαιρος σχολιαστής αλλά και μέρος ενός φανταστικού σύμπαντος, όπου κάποιες αλήθειες μπορούν να ειπωθούν πιο εύκολα και περισσότερο δημιουργικά. Κρατάμε υπόψη ότι την επόμενη φορά θα έχουμε σαφώς περισσότερες απαιτήσεις από το σεναριακό υπόβαθρο της δουλειάς του.


MORE REVIEWS

Η ΦΩΛΙΑ

Υπερφιλόδοξος entrepreneur ζητά από την οικογένειά του να μετακομίσουν στην πατρίδα του, την Αγγλία, για να κυνηγήσει μεγάλη επαγγελματική ευκαιρία. Στα ξαφνικά, θα βρεθούν να κατοικούν σε εξοχική έπαυλη και υπεράνω των δυνατοτήτων τους, με την κρίση να τους πλησιάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα…

ΘΑ ΕΡΘΕΙ Η ΦΩΤΙΑ

Έχοντας εκτίσει μεγάλο μέρος της ποινής του, ο Άμαντορ αιφνιδιάζει τους κατοίκους του χωριού του, βγαίνοντας από τη φυλακή πριν από την ώρα του. Επιστρέφοντας στο σπίτι της γηραιάς μητέρας του, θα αντιμετωπίσει μονάχα την ψυχρότητα αυτής της μικρής κοινωνίας που δεν θέλει να σχετίζεται με έναν εμπρηστή.

Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ

Χάνοντας τους γονείς της από επιδημία χολέρας, η δεκάχρονη Μέρι αφήνει την Ινδία της δεκαετίας του ’50, ώστε να ζήσει στην έπαυλη του θείου της, στο Γιόρκσαϊρ της Αγγλίας. Εκεί θ’ ανακαλύψει τα πολλά κρυμμένα μυστικά του σπιτιού και θα δώσει νέα πνοή στο «μαραμένο» περίγυρο της.

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΜΑΣ

Δεκαπέντε χρόνια μετά τις σοβαρότατες απώλειες του Δευτέρου Παγκοσμίου, μια γυναίκα θα έρθει και πάλι αντιμέτωπη με το εφιαλτικό παρελθόν, όταν πιστέψει πως ο γείτονάς της είναι ο αξιωματικός των SS που την είχε κακοποιήσει βάναυσα λίγο πριν το τέλος του μεγάλου πολέμου.

ANTEBELLUM: Η ΕΚΛΕΚΤΗ

Οι ζωές μιας μαύρης σκλάβας σε βαμβακοφυτεία του Νότου στον 19ο αιώνα και μιας μαύρης κοινωνιολόγου και διακεκριμένης συγγραφέως στο παρόν πρόκειται να συναντηθούν με έναν (ελαφρώς) αναπάντεχο τρόπο.