FreeCinema

Follow us

Ο ΚΑΡΥΟΘΡΑΥΣΤΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑ (2018)

(THE NUTCRACKER AND THE FOUR REALMS)

  • ΕΙΔΟΣ: Οικογενειακή Περιπέτεια Φαντασίας
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Λάσε Χάλστρεμ, Τζο Τζόνστον
  • ΚΑΣΤ: Μακένζι Φόι, Κίρα Νάιτλι, Τζέιντεν Φογουόρα-Νάιτ, Μόργκαν Φρίμαν, Έλεν Μίρεν, Εουχένιο Ντερμπές, Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ, Μάθιου Μακφάντιεν, Τζακ Γουάιτχολ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 99'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD

Αναζητώντας το κλειδί που θα τη βοηθήσει να ανοίξει το τελευταίο δώρο που της άφησε η μητέρα της, η νεαρή Κλάρα εισέρχεται στον φανταστικό κόσμο των Τεσσάρων Βασιλείων όπου δεσπόζει η φιγούρα της καταπιεστικής Κόκκινης Μητέρας. Έχοντας ελάχιστους φίλους ως βοήθεια στο πλευρό της, οι κίνδυνοι που θα αντιμετωπίσει στο ταξίδι της θα είναι αμέτρητοι και όχι πάντα οι πλέον φανεροί.

Συνεχίζει την τακτική των live-action μεταφορών διάσημων παραμυθιών η Disney, αν και αυτή τη φορά δεν στρέφει το βλέμμα της προς το πλούσιο animated library του studio. Χωρίς να αλλάζει τη σύγχρονη πατέντα, η οποία απαιτεί το φιλμικό της σύμπαν να κινείται στα ασφαλή οικογενειακά και ει δυνατόν κοριτσίστικα στεγανά, με τούτη τη διασκευή στην πασίγνωστη ιστορία του Γερμανού συγγραφέα του 19ου αιώνα Ε.Τ.Α. Χόφμαν, «Ο Καρυοθραύστης και ο Βασιλιάς των Ποντικών» (που βοηθήθηκε στο να μείνει στην αιωνιότητα χάρη στο ακόμα πιο κλασικό μπαλέτο, βασισμένο σε συνθέσεις του Τσαϊκόφσκι) καταφέρνει να δικαιώσει τους… φόβους μας, όπως αυτοί εκφράστηκαν στο κείμενο της αμέσως προηγούμενης ανάλογης παραγωγής της εταιρείας του θείου Γουόλτ.

Αναφέραμε στην τελευταία παράγραφο της κριτικής για την «Πεντάμορφη και το Τέρας» (2017), με αφορμή την ύπαρξη στο φιλμ μαύρου βιβλιοθηκάριου σε γαλλικό χωριό του Μεσαίωνα (!), πως η Disney έχει πάρει τόσο ζεστά το θέμα του «diversity» στις παραγωγές της, ώστε εάν δεν το κοιτάξει λίγο, από την πολλή προσπάθεια μπορεί να χάσει κάθε μέτρο στο μέλλον. Το μέλλον αυτό, λοιπόν, απείχε μερικούς μόλις μήνες όπως φαίνεται, καθώς οι ανάγκες του σύγχρονου χολιγουντιανού «φαίνεσθαι» και όχι κάποιου είδους καλλιτεχνική αναζήτηση επιτάσσουν τούτον τον Καρυοθραύστη να είναι μαύρου χρώματος (όπως και ο νονός Ντροσελμάγερ…), κάνοντας από αυτή την άποψη το έργο να μοιάζει περισσότερο με φάρσα, παρά με σχόλιο… πολιτικών προεκτάσεων για τη σύγχρονη Αμερική. Δεν θα μπορούσε, άλλωστε, να συμβαίνει κάτι τέτοιο, όταν η σκηνοθεσία ανατίθεται στον τυπικό διεκπεραιωτή στουντιακών παραγγελιών Λάσε Χάλστρεμ (εξ ημισείας με τον ανάλογων κυβικών Τζο Τζόνστον), η πλειονότητα των πρόσφατων ταινιών του οποίου διακρίνεται για την υπνηλία που φέρνει στα μάτια, παρά για την κοφτερή της ματιά.

Το στόρι ξεκινά σε ένα α λα Ντίκενς χριστουγεννιάτικο Λονδίνο, με την πενθούσα για την απώλεια της μητέρας και συζύγου οικογένεια Στάλμπαουμ να οδεύει στην καθιερωμένη λαμπρή γιορτή του νονού των τέκνων της φαμίλιας. Το δώρο του γηραιού παιχνιδά Ντροσελμάγερ προς τη δοκιμαζόμενη απ’ την απώλεια της μητρικής αγάπης Κλάρα είναι αυτό που θα μεταφέρει την υπόθεση στα φανταστικά λημέρια της Νεράιδας των Ζαχαρωτών και των Βασιλιάδων των Λουλουδιών και του Χιονιού, οι οποίοι βρίσκονται σε θανάσιμη αντιπαλότητα με τη ραδιούργα Κόκκινη Μητέρα. Ο Καρυοθραύστης στρατιώτης Φίλιπ (το πριγκιπικό subplot με τα μάγια και τα ξόρκια έχει αφαιρεθεί εδώ) γοητεύεται από την αθώα νεαρά Κλάρα και τη γεμάτη αγωνία αναζήτηση του κλειδιού του πολύτιμου παιχνιδιού της, και την ακολουθεί πιστά βοηθώντας τη να τα βγάλει πέρα με τα τερατώδη ποντίκια και τις λοιπές παγίδες που εμφανίζονται στο διάβα της.

Το όλο στήσιμο της περιπλάνησης της Κλάρα στον παραμυθένιο κόσμο των Τεσσάρων Βασιλείων, αλλά και η ίδια η κακιά της υπόθεσης όπως μαρτυρά άλλωστε και το… όνομά της , φέρνουν πολύ στην «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων», με μια γερή δόση από το «Τσάρλι και το Εργοστάσιο της Σοκολάτας». Κοινή συνισταμένη των δύο αυτών τίτλων αποτελεί η κινηματογραφική μεταφορά αμφοτέρων από τον Τιμ Μπέρτον κατά τα πρόσφατο παρελθόν, με τον σκηνοθέτη μάλιστα να τα «ακούει» γερά τότε, ειδικά για το πρώτο εξ αυτών που γύρισε το 2010. Έχοντας πια παρακολουθήσει πολλές ανάλογου ύφους διασκευές διάσημων παραμυθιών από τότε, μπορούμε μετά βεβαιότητας να πούμε πως αυτή του Μπέρτον στέκει συγκριτικά ως φωτεινός φάρος για το είδος (με εξαίρεση «Το Βιβλίο της Ζούγκλας», το οποίο υπερέχει των υπόλοιπων ντισνεϊκών παραγωγών που έχουν μεσολαβήσει ενδιάμεσα). Υπάρχει σε τούτο (όπως και στο σύνολο των ανάλογων παραγωγών της Disney) η αναμφισβήτητη ποιότητα στην κατασκευή, με τα κοστούμια και τα φηφιακά εφέ να είναι αντίστοιχα εντυπωσιακά και αψεγάδιαστα, λείπει όμως η διαφορετική ματιά που θα έκανε τούτη τη διασκευή να μην περιορίζεται στην προσέγγιση ενός αποκλειστικά προεφηβικού κοριτσίστικου κοινού, αλλά που θα παρουσίαζε κάτι αληθινά ψυχαγωγικό για όλη την οικογένεια, όπως θεωρητικά στόχευε.

Το δίδυμο Χάλστρεμ / Τζόνστον, εκτός από την τυπικά καθοδηγούμενη φαντασμαγορία του πράγματος (πλην ίσως της σκηνής με το ζωντάνεμα των μολυβένιων στρατιωτών που ξεφεύγει σχετικά από το επικρατούν νυσταλέο κλίμα), αδυνατεί να εκμεταλλευτεί τους καλούς ηθοποιούς που έχει στα χέρια του, με την Έλεν Μίρεν στον ρόλο της Κόκκινης Μητέρας να είναι είτε «αόρατη» είτε βαριεστημένη, τη δε Κίρα Νάιτλι σαν Νεράιδα των Ζαχαρωτών να νιαουρίζει δήθεν γλυκά, αλλά εν τέλει απολύτως εκνευριστικά σε κάθε ατάκα της. Ο ρόλος του Ντροσελμάγερ είναι υποβαθμισμένος, με τον Μόργκαν Φρίμαν να παίρνει ελάχιστο χρόνο συμμετοχής, η δε σύνδεση με το (ακόμα πιο διάσημο από το original παραμύθι) μπαλέτο του Πιοτρ Τσαϊκόφσκι γίνεται με μια ολίγον ξεκούδουνη χορευτική σεκάνς που διαδραματίζεται ενώ πέφτουν οι τίτλοι τέλους. Εκεί ακούγεται κι ένα από τα υπέροχα μουσικά θέματα του «Καρυοθραύστη», φέρνοντας στον νου την πρώτη φορά που η Disney χρησιμοποίησε το έργο του Ρώσου συνθέτη σε παραγωγή της. Εκείνη η animated «Φαντασία» (1940), όμως, ήταν ένα αυθεντικό διαμάντι ανεκτίμητης αξίας και όχι το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν προϊόν ενός οργανισμού που μοιάζει παγιδευμένος στα ίδια και επαναλαμβανόμενα πλέον καλούπια.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Περισσότερο παιδικό και με ακόμα μεγαλύτερη στόχευση στα κορίτσια απ’ ό,τι τα πρόσφατα live-action παραμύθια της Disney («Maleficent», «Σταχτοπούτα», «Η Πεντάμορφη»). Ο μοντέρνος «Καρυοθραύστης» στερείται ρυθμού, πάσχει σε σχέση με τα προαναφερθέντα στον δείκτη απόδοσης του καστ και συνεχίζει με ακόμα πιο άβολο τρόπο την πορεία προς μια αχρείαστη, δήθεν προοδευτικού τύπου επαναπροσέγγιση κλασικών παραμυθιών μέσω της ένθεσης του… μαύρου στοιχείου. Οι μικροί μας φίλοι και φίλες, βέβαια, αμφιβάλλω για το κατά πόσο θα προβληματιστούν έστω και για μια στιγμή για όλα αυτά.


MORE REVIEWS

Η ΦΩΛΙΑ

Υπερφιλόδοξος entrepreneur ζητά από την οικογένειά του να μετακομίσουν στην πατρίδα του, την Αγγλία, για να κυνηγήσει μεγάλη επαγγελματική ευκαιρία. Στα ξαφνικά, θα βρεθούν να κατοικούν σε εξοχική έπαυλη και υπεράνω των δυνατοτήτων τους, με την κρίση να τους πλησιάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα…

ΘΑ ΕΡΘΕΙ Η ΦΩΤΙΑ

Έχοντας εκτίσει μεγάλο μέρος της ποινής του, ο Άμαντορ αιφνιδιάζει τους κατοίκους του χωριού του, βγαίνοντας από τη φυλακή πριν από την ώρα του. Επιστρέφοντας στο σπίτι της γηραιάς μητέρας του, θα αντιμετωπίσει μονάχα την ψυχρότητα αυτής της μικρής κοινωνίας που δεν θέλει να σχετίζεται με έναν εμπρηστή.

Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ

Χάνοντας τους γονείς της από επιδημία χολέρας, η δεκάχρονη Μέρι αφήνει την Ινδία της δεκαετίας του ’50, ώστε να ζήσει στην έπαυλη του θείου της, στο Γιόρκσαϊρ της Αγγλίας. Εκεί θ’ ανακαλύψει τα πολλά κρυμμένα μυστικά του σπιτιού και θα δώσει νέα πνοή στο «μαραμένο» περίγυρο της.

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΜΑΣ

Δεκαπέντε χρόνια μετά τις σοβαρότατες απώλειες του Δευτέρου Παγκοσμίου, μια γυναίκα θα έρθει και πάλι αντιμέτωπη με το εφιαλτικό παρελθόν, όταν πιστέψει πως ο γείτονάς της είναι ο αξιωματικός των SS που την είχε κακοποιήσει βάναυσα λίγο πριν το τέλος του μεγάλου πολέμου.

ANTEBELLUM: Η ΕΚΛΕΚΤΗ

Οι ζωές μιας μαύρης σκλάβας σε βαμβακοφυτεία του Νότου στον 19ο αιώνα και μιας μαύρης κοινωνιολόγου και διακεκριμένης συγγραφέως στο παρόν πρόκειται να συναντηθούν με έναν (ελαφρώς) αναπάντεχο τρόπο.