FreeCinema

Follow us

THE BATMAN (2022)

  • ΕΙΔΟΣ: Περιπετειώδες Θρίλερ
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ματ Ριβς
  • ΚΑΣΤ: Ρόμπερτ Πάτινσον, Ζόι Κράβιτς, Τζέφρι Ράιτ, Κόλιν Φάρελ, Άντι Σέρκις, Τζον Τουρτούρο, Πολ Ντέινο, Πίτερ Σάρσγκααρντ, Ρούπερτ Πένρι-Τζόουνς, Άλεξ Φερνς, Μπάρι Κίγκαν
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 175'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: TANWEER

Serial killer ο οποίος εκτελεί «παιχνιδιάρικα» τα πλέον σημαίνοντα για την κοινωνία της Γκόθαμ πρόσωπα – θύματά του, προ(σ)καλεί τον Batman σε μια δοκιμασία επίλυσης γρίφων που οδηγούν στις βάσεις των μηχανισμών διαφθοράς της πόλης. Αν όχι και στον ίδιο!

Ζούμε σε δύσκολους καιρούς. Σε κάθε ιστορική περίοδο δυσκολιών για την ανθρωπότητα, από γέννησης της 7ης Τέχνης, ο κινηματογράφος υπήρξε ένα ουσιαστικό στήριγμα για τον κοινωνικό ιστό. Ήταν η φυγή. Ήταν, είναι και θα συνεχίσει να είναι, όσα χτυπήματα και να δεχτεί από «εναλλακτικά» (οικιακά, συνήθως) μέσα ψυχαγωγίας. Κάθε φορά που αυτή η σκέψη περνά από το μυαλό μου, το πρώτο πράγμα που ανασύρει η μνήμη είναι εκείνη η σκηνή από το «1941» (1979) του Στίβεν Σπίλμπεργκ, με τον Αμερικανό αξιωματικό που έχει παρατήσει τα στρατεύματα και την υστερία της ενδεχόμενης επίθεσης Ιαπώνων στην Καλιφόρνια, έχει μπει σ’ ένα σινεμά κι έχει αφοσιωθεί πλήρως στην παρακολούθηση του… «Ντάμπο» (1941) της Disney. Ένας ένστολος, ενήλικας άνδρας, κλαίει σαν μικρό παιδί με το (animated) θέαμα που του προσφέρει η μεγάλη οθόνη! Κι έχει ξεχάσει τι συμβαίνει στον κόσμο, εκεί έξω. Όταν το σινεμά έχει αυτή τη δύναμη, να «διαγράφει» τις δυσκολίες της πραγματικότητας και, ταυτόχρονα, να λειτουργεί θεραπευτικά στο μέσα μας, οφείλουμε να σεβόμαστε αυτή την Τέχνη και τον ρόλο που παίζει στη ζωή μας. Είναι κάτι που πετυχαίνει ολοκληρωτικά ο Ματ Ριβς με το «The Batman». Και πρέπει εδώ να τονιστεί το γεγονός ότι δεν μιλάμε για κάτι το ανώδυνα ψυχαγωγικό, αλλά για ένα έργο που ενώ προσφέρει την απόλυτη (κινηματογραφική) φυγή, επιχειρεί κι ένα είδος διαλόγου με τη συνείδηση του πολίτη του σήμερα, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με διαβρωμένους μηχανισμούς εξουσιών που επηρεάζουν και υποβιβάζουν το βιοτικό του επίπεδο. Το «The Batman» δεν θέλει να ξεχάσεις που ζεις ή να… ξεχαστείς μέσα στην κινηματογραφική αίθουσα. Θέτει παραλληλισμούς απέναντι στο ρεαλιστικό και το κομιξάδικα «φανταστικό». Γιατί και τα δύο προέρχονται από το ανθρώπινο μυαλό. Την εμπειρία, τα διδάγματα και την αλήθεια. Την Ιστορία που το έχει θρέψει. Και το έχει εμπνεύσει προς… τη φυγή.

Από πού να το πρωτοπιάσω; Βλέπεις, όπως και η Ιστορία, έτσι και η Τέχνη έχει παρελθόν. Βάσεις πάνω στις οποίες οφείλουμε να κάνουμε συγκρίσεις. Το «The Batman» δεν είναι μονάχα μια κινηματογραφική ταινία που θα ζυγιστεί απέναντι σε προγενέστερα εγχειρήματα μεταφορών του ήρωα στη μεγάλη οθόνη. Προέρχεται από ένα άλλο μέσο, το σύμπαν των comics. Είναι δυο κόσμοι που συγκρούονται, με οπαδούς που έχουν εντελώς διαφορετικές αρχές και προτεραιότητες. Θα προκαλέσει έντονους διαλόγους το φιλμ του Ριβς, ειδικά όταν έρθει η στιγμή να τοποθετηθεί σε αξιολογική σειρά, δίπλα στο όλο (εξωφρενικό σε ποικιλία υφών) πάνθεον των Batman movies, από το 1966 μέχρι σήμερα. Προσωπικά, θεωρώ πως ο Ριβς διέπραξε άθλο, ισοπεδώνοντας την τριλογία των ταινιών του Κρίστοφερ Νόλαν! Εξακολουθούμε, όμως, να μιλάμε για τη δεύτερη καλύτερη ταινία που έγινε ποτέ γι’ αυτόν τον ήρωα.

Ας κάνω ένα σημαντικό pause, για ν’ αναλυθεί αυτή η προβοκατόρικη τοποθέτηση, πριν μπούμε στα βαθιά νερά του «The Batman». Ο θρόνος παραμένει άθικτος. Το «Ο Μπάτμαν Επιστρέφει» (1992) του Τιμ Μπέρτον (όπου, συμπτωματικά, εμφανίζονται οι ίδιες ακριβώς κομιξάδικες φιγούρες πρωταγωνιστών, με πρόσθετη την παρουσία του The Riddler εδώ) δεν χτυπιέται, ούτε και ηττάται εύκολα. Είναι το μοναδικό φιλμ (τούτης της σειράς) που στα πλάνα του μαρτυρά την κομιξική προέλευσή του, συνδυάζοντας την αντι-ρεαλιστική και φαντεζί τετραχρωμία με τον ζόφο του σκότους, μέσα και έξω από τους χαρακτήρες του. Ο Μπέρτον ήταν ο… Φεντερίκο Φελίνι της οπτικοποίησης της Γκόθαμ, μιας πόλης – clown, χτισμένης πάνω σε θεμέλια του φανταστικού (αποκλειστικά), που προσέγγιζε τον κόσμο μας μονάχα υπό ένα πρίσμα punk θρηνωδίας και τάσεων λυτρωτικής αυτοχειρίας, η οποία ωθούσε τις πράξεις των δυνάμεων του Κακού. Ο Μπέρτον κερδίζει (ακόμη…) διότι είχε με το μέρος του και την αισθητική υπεροχή της προσωπικής του ταυτότητας και τα comics και την (κινηματογραφική) αφήγηση. Τα πάντα συντονισμένα ιδανικά. Ο Ριβς έρχεται, πλέον, να τοποθετηθεί με θράσος στη δεύτερη θέση, προτείνοντας… τι; Μία άλλη προσωπικότητα. Με συνεπή άποψη του τι ήθελε να πει και με ποιον τρόπο ήθελε να διαφοροποιηθεί. Σε αντίθεση με τον Μπέρτον, υιοθετεί το σκοτάδι (και τις φοβίες που το συνοδεύουν) σε κάθε αντίληψη προσέγγισης, οπτικά και ψυχαναλυτικά. Θα τολμούσα να χρησιμοποιήσω τον τίτλο του «The Black Mirror» (2011) του Σκοτ Σνάιντερ (με illustrators τους Τζοκ και Φραντσέσκο Φρανκαβίλα) σαν μια ελάχιστη πηγή έμπνευσης απ’ αυτό το… χάρτινο μέσο (διότι φιλμικά πάμε αλλού…). Και για να τελειώνουμε με τις Batman movies του Νόλαν: το «Batman Begins» (2005) ήταν ένα δειλό ξεκίνημα, ένα πρώτο άνοιγμα των φτερών του σκηνοθέτη προς την big budget… μεγαλομανία, το «Ο Σκοτεινός Ιππότης» (2008) μια βουτιά στην επιδειξιομανία της κατασκευής, με τον Χιθ Λέτζερ στο τιμόνι της καταστροφικής τρέλας και της μετατροπής του σε pop icon αναρχισμού, και το «Ο Σκοτεινός Ιππότης: Η Επιστροφή» (2012) ένα γιγαντιαίο φιάσκο αερολογίας που φανέρωσε τον εκτροχιασμό του Νόλαν και την αδιαφορία του απέναντι στο σεναριακό σκελετό ως βάση ενός κινηματογραφικού έργου. Φυσικά, ο «Σκοτεινός Ιππότης» μπορεί να καταλαμβάνει την τρίτη θέση (στο δικό μου ranking), πια, ο χρόνος (μαζί με την εξέλιξη του Νόλαν), όμως, αποδεικνύει πως τούτη η τριλογία υπερεκτιμήθηκε εξαιτίας των φιγουρατζίδικων εμμονών του δημιουργού της, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα την αφήγηση. Θεωρώ πως στο «The Batman» ο Ριβς διορθώνει τα ελαττώματα του Νόλαν, διατηρώντας down to Earth προφίλ και υπηρετώντας ορθότερα ένα συνολικό concept.

Το «The Batman» έρχεται σαν μια νοητή «συνέχεια» αυτού που έκανε ο Τοντ Φίλιπς στο «Joker» (2019), μιας ταινίας με ουσιαστικό περιεχόμενο και προβληματισμούς, η οποία… διέφυγε του genre των κινηματογραφικών παραγωγών που βασίζονται σε comic heroes και μπήκε στα χωράφια ενός δράματος τοποθετημένου σε ρεαλιστικό περιβάλλον (με κυριολεκτικές και σαφείς αναφορές στο καλοκαίρι του 1981). Μπορώ να καταλάβω τους κομιξάδες που μίσησαν το «Joker». Δεν θα τους καταλάβω αν δε σεβαστούν την ταινία του Ριβς. Γιατί παντρεύει ολόσωστα τα δύο μέσα που του πρόσφεραν ζωή στη μεγάλη οθόνη. Το δεύτερο, που (πρέπει να) μας αφορά περισσότερο εδώ, κρατά την επαφή με τα σύνορα του φαντασιακού ως προς την ταυτότητα της Γκόθαμ, αλλά αντικατοπτρίζει σε παθογένειες των πραγματικών κοινωνιών της Δύσης, εμφανίζοντας έναν κόσμο παρακμής, στα όρια της δυστοπίας, με το έγκλημα, την κατάρρευση του βιοτικού επιπέδου και την ανασφάλεια του πολίτη να πέφτουν απέναντι σε τρομακτικά αδιέξοδα. Ο Batman μπορεί να βρίσκεται κοντά στον άνθρωπο και ν’ αγωνίζεται για να τον προστατεύσει (όποτε η προβολή του αναγνωρίσιμου logo του σκίζει τους αιθέρες), όμως, δεν δύναται να είναι παντού, ειδικά όταν το χάος επικρατεί. Με μια introductive «αστραπή» εικόνων που παραπέμπουν στο «Blade Runner» (1982), σε περίοδο Halloween, μία ατημέλητα μασκαρεμένη φιγούρα δολοφονεί βίαια τον Δήμαρχο της πόλης μέσα στο ίδιο του το σπίτι, αφήνοντας πίσω του ένα ορφανό ανήλικο αγόρι κι ένα μήνυμα με αποδέκτη τον Batman. Μέσα σε λίγα λεπτά, ο Ριβς έχει ανοίξει την agenda του, σε ύφος και περιεχόμενο! Το πεδίο είναι κάργα dark, ο ψυχαναλυτικός ιστός μιλά για… αμαρτίες γονέων που παιδεύουν τα τέκνα τους και (μέσω της μοναξιάς και του πόνου της απώλειας) μπορούν να προκαλούν ανεπανόρθωτα τραύματα, ενώ η φιλμική προσέγγιση σε genre συγγενεύει με το καθαρόαιμο θρίλερ, το οποίο ακολουθεί τα ίχνη ενός (μελλοντικού) serial killer.

Και εκεί, ξαφνικά, συνειδητοποιείς ότι δεν βλέπεις μια συνέχεια του «Joker», μα ένα φανταστικό «sequel» του… «Se7en» (1995) του Ντέιβιντ Φίντσερ, που έχει πέσει σαν αλεξιπτωτιστής μέσα στο σύμπαν των Batman movies! Και του πάει! Σε παρόμοιο art direction και χρωματικές παλέτες, με σημασία στη λεπτομέρεια της δολοφονικής πλοκής και δράσης του The Riddler, ο οποίος, πλέον, δεν έχει κομιξάδικη «πλάκα», αλλά είναι ένας στυγνός σαδιστής που διασκεδάζει με την γραφικότητα και τη φρίκη των εγκλημάτων του, έχοντας παράλληλα στήσει ένα ιδιοφυές puzzle για τον Batman («Let’s play a game. Just me and you.»), με σκοπό να ρίξει φως στο συστημικό οχετό της άρχουσας τάξης της πόλης… και στην ψυχή του μασκοφόρου ήρωα / εκδικητή και τιμωρού του Κακού! Όσο φως μπορεί να φέρει η νύχτα στο σκοτάδι…

Ξέραμε ότι ο Ριβς μπορούσε να δώσει κάτι καλό στο «The Batman». Εδώ είχε καταφέρει να διασωθεί από το αμερικανικό remake του «Άσε το Κακό να Μπει» (2010)! Δεν φανταζόμουν, όμως, ότι θα μπορούσε να κουμαντάρει κάτι τόσο τεράστιο σε μέγεθος, (πόσω μάλλον και) με το βάρος των ηχηρών συγκρίσεων να τον καταδιώκει. Και να πατάει πόδι (ή τον κάλο του Νόλαν…)! Μιλάμε για αριστοτεχνική δουλειά με στέρεα σεναριακή δομή, καθαρότατη αφήγηση, ρυθμό που δεν χωλαίνει για ένα (παρολίγον) ολόκληρο τρίωρο, με ψυχαναλυτικό βάθος που απλώνεται σε διάφορα layers ανάλυσης, φτάνοντας σε βαθμό απομυθοποίησης / αποκαθήλωσης του βασικού ήρωα, που πρόκειται να διχάσει (ακόμα περισσότερο) το εσωτερικό δίπολο του Batman / Μπρους Γουέιν, θέτοντας κρίσιμα ερωτήματα για το ποιος (κατά βάθος) είναι (ή έχει απογίνει) το τέρας και αν οι υπερ-ήρωες των comics αποτελούν ένα… εγκληματικό λάθος ταύτισης εδώ και τόσες δεκαετίες. Όλα αυτά συνδυάζονται υπέροχα με την κοινωνία της Γκόθαμ, ένα σύγχρονο παραλληλισμό της διαφθοράς της Δύσης και της σήψης που έχει αναδυθεί στη σημερινή συνθήκη κρίσης, σε ολόκληρο τον πλανήτη (μας). Με μια φευγαλέα δόση χιούμορ ολότελα σαρκαστικού, που σου λέει ότι ο κομμουνισμός απέτυχε διότι απαιτούσε από το λαό να ζήσει σε συνθήκες λιτότητας (μεταξύ άλλων εύστοχων παρατηρήσεων)!

Το «The Batman» δεν έχει την ερμηνεία – κράχτη ενός «Joker» ή ενός «Σκοτεινού Ιππότη», διότι ο Batman είναι καταδικασμένος να ζει στη «σκιά» της μάσκας και της στολής του, επιτρέποντας στον Ρόμπερτ Πάτινσον να εμφανίζει στο υπόλοιπο έργο (ως Μπρους) τα υπολείμματα μιας παιδικής ψυχοσύνθεσης που κάποτε έγινε συντρίμμια (για τους γνωστούς λόγους) και δεν ανέκαμψε ποτέ. Το κάνει αξιοπρεπώς, χωρίς υπερβολές, μ’ έναν κάποιο δισταγμό που αρμόζει και στην ψυχολογία του χαρακτήρα (με highlight τις στιγμές που ενώνει το βλέμμα του μ’ εκείνο του ορφανού, πια, γιού του Δημάρχου της Γκόθαμ). Η Ζόι Κράβιτς και ο Κόλιν Φάρελ πλάθουν (αντίστοιχα) μια Catwoman κι έναν Penguin εντελώς έξω από το κομιξικό πλαίσιο της ταινίας του Μπέρτον, δεν πρωταγωνιστούν, δεν έχουν παρόμοια, βαθιά τραύματα με αυτά του Batman για να λάμψουν πιο έντονα στο φιλμικό σύμπαν του Ριβς, αν και η πρώτη προσθέτει μια λανθάνουσα δόση ρομαντικής (και καταδικασμένης από τη μοίρα) υποπλοκής. Φυσικά, υπάρχουν οι αναμενόμενες σκηνές ανθολογίας που αφορούν κυρίως σε χτίσιμο δράσης και εντυπωσιασμού (χωρίς να παριστάνει τον «ταχυδακτυλουργό» Νόλαν ο Ριβς…), με προσωπική μου αγαπημένη εκείνη της μεσσιανικής διάστασης που δίνει στον ήρωα ο σκηνοθέτης, όταν λίγο πριν το φινάλε ο Batman μετατρέπεται σε διασώστης παγιδευμένων ανθρώπων, μ’ ένα θαυμάσιο πλάνο – homage στο «Metropolis» (1927) του Φριτς Λανγκ! Το credit στις εικόνες φέρει και την υπογραφή του dp Γκρέιγκ Φρέιζερ, ο οποίος φέτος έχει προταθεί για Όσκαρ με την απίστευτη δουλειά του στο «Dune» (και του χρόνου, δηλαδή…). Τέλος, τεράστιο ρόλο στην καθολική επιτυχία του φιλμ παίζει το συμφωνικό score του Μάικλ Τζιακίνο, που όχι μόνο εξαιρετικό είναι, αλλά συμπληρώνει όσο και όπου πρέπει το όραμα του Ριβς. Όχι σαν ατμοσφαιρικό αγκαζάρισμα μουσικής υπόκρουσης, αλλά ως πραγματικό τμήμα της λειτουργικότητας του έργου. Πιο πάνω και από το μοντάζ της ταινίας, ομολογώ!

Υπάρχει μία ειρωνεία θετικότητας στο φινάλε του «The Batman». Μια εικασία, ότι μετά τα χειρότερα ή την όποια καταστροφή, τα πράγματα μπορούν να οδηγήσουν προς ένα καλύτερο μέλλον. Ο μασκοφόρος ήρωάς μας, όμως, σίγουρα δεν είναι ένας (τέτοιος) πλανητάρχης. Ή ο ηγέτης που (θα) έχουμε ανάγκη. Ο κόσμος χρειάζεται leader και όχι… cheerleader, όπως σχολιάζει η νεαρά, αδέκαστη κι ελπιδοφόρα υποψήφια Δήμαρχος της Γκόθαμ του αύριο. Στο δικό μας σήμερα, βγαίνοντας από τις κινηματογραφικές αίθουσες κι από το «ψέμα» φυγής του σινεμά, θ’ αντιμετωπίσεις μονάχα ηγεσίες στελεχωμένες από… cheerleaders. Και θα βυθιστείς ξανά στο φόβο.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Πιστό στο είδος του, σκοτεινό, πεσιμιστικό, θριλερικό, ψυχαναλυτικό, κοινωνικό, πολιτικό, μαζικά ψυχαγωγικό, το «The Batman» δίνει λόγο ύπαρξης στις κομιξάδικες ταινίες και αφήνει το στίγμα του στο πάνθεον της φιλμογραφίας του ονομαστού του ήρωα, πιάνοντας αναπάντεχα αριστουργηματικούς τόνους δημιουργικότητας, πάντοτε… κάτω από το επίτευγμα του μπερτονικού «Ο Μπάτμαν Επιστρέφει», όμως. Μετά από τρεις ώρες, απλά, θέλεις κι άλλο.


MORE REVIEWS

ΚΑΠΟΙΑ ΜΙΛΗΣΕ

Δύο δημοσιογράφοι της εφημερίδας The New York Times αναλαμβάνουν το reportage που αποκάλυψε σωρεία καταγγελιών για σεξουαλική κακοποίηση και παρενόχληση γυναικών από τον κινηματογραφικό παραγωγό Χάρβεϊ Γουάινστιν.

ΣΩΣΕ ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

Μια ομάδα από ξωτικά - προστάτες των δέντρων θα κάνουν ό,τι περνά από τα μικροσκοπικά τους χέρια, προκειμένου να καταφέρουν να σώσουν το πάρκο της πόλης από τα σατανικά σχέδια του Δημάρχου, ο οποίος θέλει να το μετατρέψει σε… τεχνολογικό ανοσιούργημα!

ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ

Κάπου στο βόρειο Δουβλίνο, η μητέρα της Σαρ εξαφανίζεται. Όταν τελικά επιστρέφει στο σπίτι, η Σαρ συνειδητοποιεί πως κάτι πάει… πολύ λάθος μ’ εκείνη.

DEVOTION: ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΩΝ ΑΙΘΕΡΩΝ

Οι πιλότοι του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού προετοιμάζονται ν’ αντιμετωπίσουν τον κόκκινο κίνδυνο, όποτε κι όπου αυτός εμφανιστεί! Το καλοκαίρι του 1950, λοιπόν, οι δυνάμεις της Βόρειας Κορέας περνούν τον 38ο παράλληλο... Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα.

ΛΑΪΛ, Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΟΣ

Νεοαφιχθείσα στη Νέα Υόρκη οικογένεια ανακαλύπτει στο πατάρι του σπιτιού της έναν… ολοζώντανο κροκόδειλο! Ο Λάιλ δεν είναι ένα συνηθισμένο ερπετό, καθώς έχει την ικανότητα να τραγουδά με χάρη που θα ζήλευαν και τα πρώτα αστέρια του πενταγράμμου. Μπορεί, όμως, ένας κροκόδειλος να ζήσει ως κατοικίδιο τη σήμερον ημέρα;