FreeCinema

Follow us

MALEFICENT: Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ (2019)

(MALEFICENT: MISTRESS OF EVIL)

  • ΕΙΔΟΣ: Περιπέτεια Φαντασίας
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γιόαχιμ Ρόνινγκ
  • ΚΑΣΤ: Αντζελίνα Τζολί, Ελ Φάνινγκ, Χάρις Ντίκινσον, Μισέλ Φάιφερ, Σαμ Ράιλι, Τζούνο Τεμπλ, Ιμέλντα Στόντον, Τσούετελ Ετζίοφορ, Εντ Σκράιν
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 118'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD

Η μεγαλωμένη από τη μάγισσα Μαλέφισεντ πριγκίπισσα Ορόρα αποδέχεται την πρόταση γάμου του πρίγκιπα Φίλιπ, με απώτερο σκοπό ξωτικά και άνθρωποι να ζήσουν επιτέλους μονιασμένοι. Σε αμφότερα τα βασίλεια, όμως, υπάρχουν εκείνοι που δεν βλέπουν με καθόλου καλό μάτι την ένωση αυτή. Ο πόλεμος μοιάζει αναπόφευκτος…

Όχι μόνο δεν δείχνει διάθεση να σταματήσει την τακτική των live-action μεταφορών γνωστών παραμυθιών ο οργανισμός Disney, αλλά με τούτο φαίνεται με σαφήνεια να δηλώνει πως εάν κάποιο από τα εγχειρήματά του ξέσκισε στα ταμεία (όπως έπραξε το «Maleficent» το 2014), το πλέον πιθανό είναι να αποκτήσει και sequel. Το αμέσως προηγούμενο ανάλογο δίδυμο αποτελούσαν τα «Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» (2010) και «Η Αλίκη Μέσα από τον Καθρέφτη» (2016), με το δεύτερο να επιχειρεί να επαναλάβει την τεράστια επιτυχία του πρώτου και… να τρώει τα μούτρα του (το ζεύγος των «101 Σκυλιά της Δαλματίας» από το 1996 και «102 Σκυλιά της Δαλματίας» από το 2000 μοιάζει πια να έρχεται από μία μακρινή και αθώα εποχή…).

Από πλευράς χρονικής απόστασης ένα περίπου ίδιο μοντέλο με εκείνο της «Αλίκης» ακολουθείται, μιας και πέντε χρόνια έχουν πλέον μεσολαβήσει από το original «Maleficent», με τις ομοιότητες όμως να σταματούν εν πολλοίς εδώ. Με τούτο το sequel, η Disney επιχειρεί να αφήσει σε μεγάλο βαθμό πίσω της την καθαρά οικογενειακού τύπου ψυχαγωγία του πρώτου φιλμ, αγκαλιάζοντας έντονα (κάποια ψήγματα μόνο υπήρχαν στο προηγούμενο) την εφηβικού ύφους περιπέτεια φαντασίας ενός «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών». Δεν μιλάμε ασφαλώς για κάτι τόσο επικό και μεγάλο (Disney είναι στο φινάλε), η σεναριακή πολεμική κλιμάκωση τούτου, όμως, κάτι τέτοιο φέρνει στο μυαλό. Κατά μία άποψη κρίνεται μέχρι και τολμηρή αυτή η κίνηση του οργανισμού, το πρόβλημα όμως είναι πως προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στο παιδικό θέαμα (στο οποίο κατεξοχήν ειδικεύεται) και στο αρκετά πιο ενήλικο (που τούτο προτάσσει) κάπου το πράγμα μπερδεύεται, φανερώνοντας ταυτόχρονα και μια έλλειψη σαφούς κατεύθυνσης ως προς το τι ακριβώς ήθελε με αυτόν τον συνδυασμό να επιτύχει. Το βέβαιο (κατά τη γνώμη μου) είναι πως πολλά ανήλικα (και δη κοριτσάκια), που θα σπεύσουν να δουν μία κατά τα ειωθότα «ζαχαρωμένη» συνέχεια του παραμυθιού της «Ωραίας Κοιμωμένης», θα τρίβουν (όχι με την καλή έννοια) τα μάτια τους εξαιτίας αυτού που θα αντικρίσουν.

Εάν το πρώτο «Maleficent» έπαιρνε αρκετές αποστάσεις από το παραμύθι του Σαρλ Περό (αλλά και από το animated έργο της Disney, του 1959), ξεφεύγοντας σημαντικά από την πλοκή του, το sequel αυτό… του αλλάζει κυριολεκτικά τα φώτα. Υποτίθεται πως έχει σαν βάση του το δεύτερο μέρος της «Ωραίας Κοιμωμένης», από αυτό όμως κρατάει μόνο τον γάμο της πριγκίπισσας (η κατάρα του αιώνιου ύπνου τής οποίας έχει πια λυθεί) με τον πρίγκιπα – σωτήρα της και την εναντίωση της βασιλομήτορος σε αυτόν, με όλα τα υπόλοιπα να είναι… άλλου παπά ευαγγέλιο. Γρήγορα γίνεται φανερό πως η (επί της ουσίας) πρωταγωνίστρια της ταινίας είναι η βασίλισσα Ίνγκριθ τής (εντελώς μέσα στο πνεύμα του ρόλου) Μισέλ Φάιφερ, μιας και αυτή κινεί όλα τα νήματα και όχι η εξαφανισμένη για αρκετή ώρα από την πλοκή Μαλέφισεντ της Αντζελίνα Τζολί (τα προσθετικά στο πρόσωπο της οποίας την καθιστούν πλέον κομματάκι αποκρουστική στην όψη), που συν τοις άλλοις έχει το «πλεονέκτημα» να είναι η μόνη αληθινή κακιά της υπόθεσης. Παρακινούμενη από προσωπικά της κίνητρα, στήνει με αφορμή τον γάμο του γιου της δολοπλοκία που σκοπό έχει να αποτρέψει με τον πλέον ολοκληρωτικό τρόπο την επικείμενη ειρηνική ένωση των πλασμάτων του δάσους Μουρ και των ανθρώπων τού Άλστεντ. Δεν υπολογίζει στο καταχθόνιο πλάνο της, όμως, τα μάγια τής Μαλέφισεντ, την επιμονή της Ορόρα και πολύ περισσότερο τον πολεμοχαρή σκοτεινό αρχηγό των ξωτικών Μπόρα, που βλέπει αυτή την κατάσταση ως μία πρώτης τάξεως ευκαιρία ώστε να λυθούν δια παντός οι διαφορές των δύο κόσμων.

H παραγωγή, φυσικά, είναι για ακόμη μια φορά άψογη, μιας και το budget δεν κρύβεται, ούτε όμως και η αποκλειστική σχεδόν χρήση του green screen, που όσο και να εντυπωσιάζει την πιτσιρικαρία, κουράζει από ένα σημείο κι έπειτα το ενήλικο μάτι. Τα πασιφιστικά επί το γενικότερον μηνύματα είναι όσο απλοϊκά μπορεί να φανταστεί κανείς, η διάρκεια κάπου ξεχειλώνει, η σκηνοθεσία (του Νορβηγού Γιόαχιμ Ρόνινγκ αυτή τη φορά, που μετά τους τελευταίους «Πειρατές της Καραϊβικής» φαίνεται πως καθιερώνεται σε τέτοιου είδους franchise) είναι αόρατη τηρώντας… τη σχετική παράδοση, όλα αυτά όμως είναι λιγότερο ή περισσότερο γνωστά από πριν στο οικογενειακό κοινό που σπεύδει στα ανάλογα φιλμ. Η έκπληξη (μπορεί και δυσάρεστη για κάποιους) είναι η (ίσως) υπέρ του δέοντος σκοτεινή τροπή που παίρνει τούτη η «Maleficent», καταλήγοντας (κατά τα έθιμα των πρόσφατων υπερηρωικών παραγωγών) σε μία θορυβώδη επική μάχη, με ανθρώπους και… τέρατα. Όπως είναι εύλογο, απέχουν κατά πολύ όλα αυτά από τον παραμυθένιο κόσμο της «Ωραίας Κοιμωμένης», οπότε ας το έχουν υπόψη τους όσοι συνηθίζουν να συνοδεύουν ανήλικα στις ταινίες της Disney με τη βεβαιότητα του εγγυημένου, άκρως παιδικού θεάματος (το τονίζω διότι θα προβληθεί και με ελληνική μεταγλώττιση).

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Αρκετά πιο ενήλικο τούτο το live-action της Disney, τόσο που μάλλον δεν θα ψυχαγωγήσει την κλασική παιδική «πελατεία» του studio. Υπό αυτό το πρίσμα, η μεταγλώττιση στα ελληνικά, ώστε τα ανήλικα (και οι συνοδοί τους) να δελεαστούν, φαντάζει εντελώς άστοχη. Το εφηβικό κοινό, από την άλλη, έμπρακτα έχει δείξει στη χώρα μας πως δεν επικοινωνεί με τέτοιου είδους κινηματογραφικά θεάματα. Η φαντασμαγορία κρατιέται σε υψηλά επίπεδα, το CGI το ίδιο, η «Δύναμη του Σκότους» όμως δεν στέκει ιδιαίτερα σαν ολοκληρωμένο αποτέλεσμα. Έχει γούστο, πάντως, εκεί γύρω στο 2025 να δούμε και sequel του φετινού «Αλαντίν»! Κι αυτό μια χαρά δούλεψε στα ταμεία…


MORE REVIEWS

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Ο Στιβ και ο Ρομπ περνούν μία εβδομάδα διακοπών στην Ελλάδα.

ΕΝΑΣ ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΓΕΙΤΟΝΑΣ

Το 1998, ένας αρθρογράφος του περιοδικού Esquire αναλαμβάνει την «αγγαρεία» να γράψει ένα μικρό πορτρέτο του Φρεντ Ρότζερς, μιας μυθικής τηλεπερσόνας που λάτρευαν παιδιά και γονείς στην Αμερική. Αυτή έμελλε να είναι και η αρχή μιας όμορφης φιλίας.

CHINATOWN

Ιδιωτικός ντετέκτιβ που ερευνά υπόθεση μοιχείας βρίσκεται αντιμέτωπος με αλυσίδα δολοπλοκιών και σκανδάλων, πάνω στα οποία αναπτύχθηκε η ευρύτερη περιοχή του Λος Άντζελες, στις αρχές του 20ου αιώνα.

ΠΕΡΣΟΝΑ

Η Ελισαμπέτ Βόγκλερ, μία διάσημη ηθοποιός, ξαφνικά και χωρίς προφανείς λόγους υγείας, μένει μουγκή. Η ευχάριστη, χαμογελαστή νεαρή νοσοκόμα Άλμα αναλαμβάνει την αποθεραπεία της στο απομονωμένο εξοχικό της Ελισαμπέτ. Οι δύο γυναίκες αναπτύσσουν σταδιακά μια παράξενη σχέση αλληλεξάρτησης.

ΜΕΧΡΙ Ο ΓΑΜΟΣ ΝΑ ΜΑΣ ΜΕΘΥΣΕΙ

Διοργανώτρια γάμων (που δεν πιστεύει καθόλου στο θεσμό) κάνει one night stand με καλεσμένο γκομενάκι, χωρίς να γνωρίζει πως εκείνος διατηρεί πολυετή δεσμό με παλιά της συμμαθήτρια που της έκανε bullying στο δημοτικό σχολείο! Μία σειρά παρεξηγήσεων θα φέρει στο γραφείο της το ζευγάρι, το οποίο της ζητά… να οργανώσει τον γάμο τους.