FreeCinema

Follow us

ΤΖΟΤΖΟ (2019)

(JOJO RABBIT)

  • ΕΙΔΟΣ: Δραματική Πολεμική Σάτιρα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τάικα Γουαϊτίτι
  • ΚΑΣΤ: Ρόμαν Γκρίφιν Ντέιβις, Τόμασιν ΜακΚένζι, Σκάρλετ Τζοχάνσον, Τάικα Γουαϊτίτι, Σαμ Ρόκγουελ, Ρέμπελ Γουίλσον, Άλφι Άλεν, Στίβεν Μέρτσαντ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 108'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ODEON

Ανήλικο αγόρι, που γαλουχείται με ναζιστικές αντιλήψεις στη Γερμανία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ανακαλύπτει πως η μητέρα του προστατεύει σε κρυψώνα του σπιτιού τους νεαρή Εβραιοπούλα. Τι θα πει ο Χίτλερ (που είναι ο αγαπημένος… «φανταστικός» φίλος του πιτσιρικά!);

Κάπου μεταξύ δυσφορίας και πλήξης, το «διαβόητο» (κυρίως εξαιτίας της «οσκαρικής» φήμης που προκάλεσε στο περσινό Φεστιβάλ του Τορόντο) «Τζότζο» του Νεοζηλανδού Τάικα Γουαϊτίτι (δημιουργού του τόσο χαριτωμένου «Boy» από το 2010, της βαμπιρικής τρολιάς «What We Do in the Shadows» από το 2014 και του καρνάβαλου «Thor: Ragnarok» από το 2017) με άφησε με μία αίσθηση ανικανοποίητου και με ένα ψόφιο χαμόγελο στα χείλη, από χιουμοριστικές σκηνές οι οποίες εξαντλούνται στο trailer της ταινίας (και ενδεχομένως μερικές από αυτές να γυρίστηκαν κυρίως με αυτόν τον σκοπό κατά νου…). Δεν έχω κανένα «politically correct» ζήτημα με το θέμα του φιλμ και τη σατιρική ματιά απέναντι σε μία ιστορική περίοδο πολέμου, φρίκης και ανθρώπινης εξαθλίωσης. Απλά, έχω μία τάση να βαριέμαι το «κοίτα τι έξυπνο κάνω τώρα» στο σινεμά. Η αλήθεια είναι πως σκεφτόμουν λίγο και «Το Ταμπούρλο» (1979) του Φόλκερ Σλέντορφ και ήθελα να τραβήξω τα μαλλιά μου…

Το «Τζότζο» παρουσιάζει μία ετοιμόρροπη Γερμανία, λίγο πριν από το τέλος του Τρίτου Ράιχ, και βασικός του ήρωας είναι ένα δεκάχρονο αγόρι που μεγαλώνει στα πρότυπα της χιτλερικής προπαγάνδας, ένας μελλοντικός στρατιώτης που θα πολεμήσει για την πατρίδα και θα σκοτώνει «τερατόμορφους» και «δαιμονικούς» Εβραίους. Η μητέρα του δεν δείχνει να αντιστέκεται στην όλη αντίληψη, αλλά ο θεατής σταδιακά θα υποψιαστεί πως η σιωπή της έχει να κάνει περισσότερο με την ασφάλεια του μικρού παιδιού μέσα σε ένα «εχθρικό» και επικίνδυνο έδαφος, στο οποίο… πάντα πρέπει να λέμε «ναι». Οι υποψίες μας γίνονται πιο βάσιμες όταν ο Τζότζο θα ανακαλύψει σε κρυψώνα του σπιτιού τους μία νεαρή κοπέλα που μάλλον προστατεύεται από τη μητέρα εκείνου. Το σε ποια… φυλή ανήκει, είναι προφανές.

Ακολουθώντας μία αισθητική φόρμα που μοιράζεται ανάμεσα σε εικόνες – ντοκουμέντα γερμανικών βομβαρδισμένων πόλεων από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και στερεότυπα του (interior) production design ταινιών του… Γουές Άντερσον, ο Τάικα Γουαϊτίτι τα καταφέρνει καλύτερα όταν (απλά) σπάει πλάκα με τον παραλογισμό της εποχής, στήνοντας σύντομα «ανέκδοτα» σκηνών, ειδικά όταν σε αυτές εμφανίζονται οι μπόμπιρες τους οποίους η ναζιστική μηχανή γαλουχεί για τη μελλοντική διατήρηση της εξουσίας της (αποκρύπτοντας, φυσικά, το επερχόμενο τέλος της). Όταν τα (προφανή) αστεία με ανήλικα που «παίζουν» πόλεμο σε κάτι σαν εκδρομή με την κατασκήνωση (εδώ, πια, οι ομοιότητες με το φιλμικό σύμπαν του «Έρωτα του Φεγγαριού» του Άντερσον καταντούν προκλητικές!) στερεύουν, το έργο αναγκάζεται να πατήσει πάνω στον ουσιαστικό αφηγηματικό σκελετό της ιστορίας και να αναπτύξει τη σχέση του Τζότζο με την άγνωστη Εβραιοπούλα, η οποία (φυσικά) θα τον διδάξει πως και εκείνοι άνθρωποι είναι, με τα ίδια δικαιώματα στη ζωή. Καταλαβαίνεις. Τα τυπικά ανθρωπιστικά μηνύματα. Χωρίς κάτι το καινούργιο ή ξεχωριστά πνευματώδες στα λόγια.

Ο Τζότζο, χωρίς την ωριμότητα να κρίνει τον περίγυρό του ακόμη, με μια μάνα που… όλο λείπει (αστήρικτος και παραδομένος στην ασάφεια ο χαρακτήρας που υποδύεται η Σκάρλετ Τζοχάνσον, σε κάνει να απορείς για την υποψηφιότητά της για Όσκαρ δεύτερου γυναικείου ρόλου, καθώς – επιπλέον – ο χρόνος τής εμφάνισής της στην οθόνη είναι και ελάχιστος), βρίσκει το συμπλήρωμα της (κανονικά απούσας) «father figure» του στο πρόσωπο του ίδιου του Χίτλερ (!), ο οποίος έχει γίνει ο «φανταστικός» του φίλος, με σάρκα και οστά μονάχα για το δεκάχρονο και εμάς, τους θεατές του φιλμ. Τον υποδύεται ο ίδιος ο Γουαϊτίτι και, αρχικά, προσθέτει μία νότα κεφιού και σουρεαλισμού στο φιλμ, για να καταντήσει κι εκείνος μία άτολμη σε παρατηρήσεις φιγούρα, που καλύπτει την οργή του απέναντι στην ύπαρξη της κρυμμένης Εβραιοπούλας με «ληγμένο» χιουμοράκι, αδυνατώντας να εκφραστεί με βία και σκληρότητα. Εδώ τίθεται και ένα μεγαλύτερο θέμα συζήτησης, καθώς η ιλαρότητα σε όλο το φιλμ μετατρέπει το ναζιστικό καθεστώς σε μία ανώδυνη φάρσα κατώτερη και από εκείνη του θεατρικού… «Springtime for Hitler» στο αληθινά ξεκαρδιστικό και αξεπέραστο «Αυτοί οι Τρελοί Τρελοί Παραγωγοί» (1967) του Μελ Μπρουκς! Η σεκάνς της γκεσταπίτικης έρευνας στο σπίτι του Τζότζο σταματά να γίνεται αστεία στα απανωτά «Χάιλ Χίτλερ» και εξελίσσεται σε απόγνωση δημιουργίας σασπένς, με λανθάνουσες ανατροπές σε σχέση και με άλλους δευτερεύοντες χαρακτήρες του φιλμ. Εδώ να προσθέσω και την ανόητη «συγκάλυψη» του… outing του λοχαγού Κλέντζεντορφ (Σαμ Ρόκγουελ) μέσω… «αδελφίστικων» επεμβάσεων που κάνουν εκείνος και ο σύντροφός του στις στολές τους. Εδώ κι αν αναπολείς την «περήφανη» τουαλέτα του Κρίστοφερ Χιούιτ από το ‘67!

Ατυχώς, ο Γουαϊτίτι δεν είχε καν τη ματιά του στραμμένη με προσοχή στα εμμονικά καδραρίσματα του Άντερσον τον οποίο νομίζει πως «αντιγράφει» (να μείνει μεταξύ μας…), παραδίδοντας στο «Τζότζο» ένα αισθητικό αποτέλεσμα… «του πτωχού». Με την τονικότητα της ταινίας να υποχωρεί προς έναν λαϊκίστικο μελοδραματισμό και ουχί σε μία έξαρση παρανοϊκού χιούμορ (με την ολοκληρωτική πτώση του ναζισμού), το έργο προκαλεί μία ακόμη πιο θλιβερή σύγκριση με το κινηματογραφικό παρελθόν και… εκείνη την αθλιότητα του Ρομπέρτο Μπενίνι από το 1997. Με το Ολοκαύτωμα, το παιδάκι και το στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ούτε τον τίτλο δεν θέλω να γράψω! Από τις ελάχιστες κακές ταινίες που με έκαναν να εγκαταλείψω την αίθουσα πριν από το τέλος της προβολής (για ελάχιστα λεπτά). Εντάξει, εδώ μιλάμε για κάτι πιο δημιουργικό και αρτίστικο, που συγχωρείς ευκολότερα. Αν και με το άκουσμα του «Helden» του Ντέιβιντ Μπόουι στο φινάλε του «Τζότζο» αισθάνθηκα το στομάχι μου περισσότερο… ηρωικό!

Ξεχάστε Ταραντίνο, «Ιρλανδό» και «Joker». Η ταινία που διχάζει περισσότερο αυτή τη χρονιά είναι τούτη εδώ! Από έξαλλους, «θιγμένους» κριτικούς που της έβαλαν «κακό» και μηδέν ως βαθμολογία, μέχρι εκείνους που την ανακήρυξαν σε αριστούργημα, ή άλλους σαν και την υπογράφουσα που μπορεί να της κόβει ένα «αστεράκι» αλλά τη θεωρεί την πιο γλυκιά, βαθιά ανθρώπινη και ανένδοτα συναισθηματική (ίσως και πέραν) της πλούσιας φετινής κινηματογραφικής σεζόν. Οι περισσότεροι «εισαγγελείς» του χώρου την καταδικάζουν για το προφανές σεναριακό κόλπο (αγγλιστί «gimmick») του να έχει τον σκηνοθέτη και σεναριογράφο της, τον εκκεντρικό Νεοζηλανδό Τάικα Γουαϊτίτι, να υποδύεται τον «φανταστικό» φίλο του ομώνυμου πρωταγωνιστικού αγοριού, του Τζότζο, σε μια (εννοείται) φανταστική και εξαιρετικά camp version του Αδόλφου Χίτλερ. Όλα έχουν την εξήγησή τους σε αυτή τη ζωή, και μακάρι όλοι εκείνοι οι woke «σοκαρισμένοι» να σιωπούσαν αρκετά ώστε να καταλάβουν και να νιώσουν την αληθινή ουσία (και καρδιά) της ταινίας.

Πριν γίνει παγκοσμίως διάσημος και εξαιρετικά πλούσιος με την ανάμειξή του στο Marvel-ικό σύμπαν με το «Thor: Ragnarok», ο Γουαϊτίτι άρχισε να εκτιμάται σταδιακά από πιο ανεξάρτητες δουλειές, σχεδόν αποκλειστικά στο κωμικό είδος, όπως την cult βαμπιρική μαύρη κωμωδία «What We Do in the Shadows» και την υπέροχη δραμεντί «Hunt for the Wilderpeople», τη μεγαλύτερη μέχρι στιγμής εισπρακτική επιτυχία σε και από τη Νέα Ζηλανδία. Το σινεμά του (το δικό του, όχι οι υπαλληλικές αλλά καλοπληρωμένες στουντιακές εργολαβίες) επικεντρώνεται στο ανθρώπινο συναίσθημα, βάζοντας στο προσκήνιο χαρακτήρες συνήθως κοινωνικούς losers, που μεταλλάσσονται, ωριμάζουν, εξωτερικεύονται, κυρίως με την παρέα / βοήθεια άλλων, φαινομενικά αταίριαστων ανθρώπων με τους οποίους εξαναγκάζονται (αρχικά) να συνδέσουν τη «μοίρα» τους. Έτσι, όπως και στο «Hunt for the Wilderpeople», ο Τζότζο, το νεαρό Γερμανόπουλο που κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου φανατίζεται με το Τρίτο Ράιχ και τον αρχηγό του, που θέλει να υπηρετήσει την πατρίδα και το είδωλο / («φανταστικό» του) φίλο Αδόλφο αλλά είναι λίγο μικρός, αδέξιος κι άπειρος και «κερδίζει» το άτυχο παρατσούκλι «Τζότζο το Κουνέλι», είναι ο περιθωριοποιημένος μα αναπόφευκτα συμπαθής νεαρός ήρωας, ο οποίος όντως αγαπά τον Χίτλερ αλλά και τη χαρισματική του μητέρα, που ίσως μπορούμε να πούμε πως δεν μοιράζεται τα συναισθήματα του γιου της προς τον μεγάλο αρχηγό. Μέσα από μια σειρά περιπετειών και αναπάντεχων γνωριμιών, μέσα από νέες φιλίες και τραγικές απώλειες, ο Τζότζο θα πεισμώσει, θα (προσπαθήσει να) επαναστατήσει, θα καταλάβει τους περιορισμούς του λόγω ηλικίας και απειρίας, θα αρχίσει να ωριμάζει και, στο τέλος, θα μας αποχαιρετήσει ως ένα εντελώς διαφορετικό αγόρι από το μικρό «Κουνέλι» που γνωρίσαμε αρχικά. Όλα αυτά, μέσα από την εξαιρετικά δομημένη αφηγηματική τεχνική του Γουαϊτίτι, που κάνει τον θεατή να παρακολουθήσει τον κόσμο μέσα από τα παιδικά μάτια τού Τζότζο, τα οποία αρχικά βλέπουν μόνο το «δέντρο», με την αθωότητα και αφέλεια ενός αγοριού που πετά άτσαλα πατριωτικές, φανατισμένες ατάκες σε οικογένεια και φίλους, σταδιακά όμως το πλαίσιο της ματιάς του (και το πλάνο της κάμερας και η σκοπιά του σεναρίου) ανοίγει καθώς ο πόλεμος πλησιάζει ολοένα και περισσότερο το άμεσο σύμπαν του, η ανίδεη παιδική αθωότητα χάνεται, οι προοπτικές πολλαπλασιάζονται, οι γνώσεις κερδίζονται, και ολόκληρο το «δάσος» παρουσιάζεται ξαφνικά μπροστά του και μπροστά μας, σε όλη του την πολεμική φρίκη.

Δεύτερος λόγος ανόητης «καταδίκης» της ταινίας; «Δεν είναι αστεία». Και ποιος σας εγγυήθηκε εξαρχής ότι θα παρακολουθήσετε μία κωμωδία; Μήπως το trailer, που ορισμένοι βιάστηκαν να συγκρίνουν αποτυχημένα με τον Γουές Άντερσον (επειδή είδαν μερικά «προσκοπάκια» στο δάσος και είπαν… «Προσπαθεί να κάνει άλλο ένα ‘Ο Έρωτας του Φεγγαριού’»); Καταρχήν, και μια και καλή, η αφηγηματικότητα του «Τζότζο» και το συνολικό σινεμά του Γουαϊτίτι ουδεμία σχέση έχουν με εκείνο του (επίσης λατρεμένου) Άντερσον. Ο Νεοζηλανδός βασίζει την επίσης ιδιοσυγκρασιακή του ταυτότητα στην πιο σκοτεινή ανθρώπινη κωμωδία, που περνά συχνά και εύκολα τη λεπτή γραμμή των ορίων της τραγωδίας, με σκόρπια στοιχεία σοκ που περιμένουν τους κεντρικούς του ήρωες και τον θεατή ο οποίος ακολουθεί την ιστορία και τα σημεία καμπής στη μετεξέλιξη των χαρακτήρων της. Ναι, το «Τζότζο» είναι εν μέρει κωμωδία και ο Γουαϊτίτι κυριολεκτικά ξεφτιλίζει σχεδόν παιδιάστικα τον Χίτλερ ως είδωλο της ναζιστικής νεολαίας μέσω της version τού «φανταστικού» φίλου του αγοριού. Υπάρχουν αρκετές σκηνές με επιτηδευμένα «χαζό», εύκολο γέλιο (σας προκαλώ να μην σας πιάσει νευρικό στη σκηνή με τα επαναλαμβανόμενα «Χάιλ Χίτλερ»!) και άλλες με χιούμορ αλλά συνάμα και απίστευτη τρυφερότητα, όπως εκείνες μεταξύ του Τζότζο και της μητέρας του (η Σκάρλετ Τζοχάνσον στον πιο συμπαθή ρόλο της καριέρας της είναι αφοπλιστική). Υπάρχουν, όμως, και στιγμές που απλά δεν περιμένεις σε μία «κωμωδία», όπως μας είχε προετοιμάσει και από το «Hunt for the Wilderpeople». Μια συγκεκριμένη σκηνή, ίσως η πιο καίρια για την απώλεια της παιδικής αθωότητας και την απαρχή του προσωπικού ταξιδιού του Τζότζο στην ωριμότητα, αποτελεί την (προσωπικά) πιο σπαρακτική (αλλά ουδέποτε μελοδραματική) που είδα την τελευταία χρονιά τουλάχιστον, που επιτυγχάνει την τραγική της επίπτωση τόσο μέσω του στησίματος από τον δημιουργό όσο και χάρη στην αψεγάδιαστη ερμηνεία του (τότε) δεκάχρονου Βρετανού Ρόμαν Γκρίφιν Ντέιβις, ο οποίος ενσαρκώνει τον ομώνυμο ρόλο με απέραντη αθωότητα αλλά και σκανδαλιάρικη διάθεση, περιστοιχισμένος από ένα επίσης έξοχο καστ, από τον πάντα εξαιρετικό Σαμ Ρόκγουελ έως τη ραγδαία ανερχόμενη νεαρή Τόμασιν ΜακΚένζι.

Αγνοήστε τους «σοκαρισμένους» και τους «ιστορικά προσβεβλημένους», δείτε την και κρίνετε από μόνοι σας. Πιθανώς να υπερνικήσει η «πολιτική ορθότητα» και ο ακραίος κυνισμός μέσα σας. Πιθανώς, πάλι, να υπερνικήσει η καρδιά σας και η κατανόηση πως η «τραγικωμωδία» είναι τελικά η ζωή, όπως θα έπρεπε να είναι και το ωραίο (όχι το «καλό» ή το «διανοούμενο», μα το οργανικά ωραίο) σινεμά. Ο πόλεμος δεν είναι πατριωτικά slogan και πολεμοχαρή παιχνίδια στο δάσος, δεν είναι ιδεολογία. Είναι θάνατος, αίμα, απώλεια, μοναξιά, καταστροφή. Τα είδωλα δεν είναι οι αιμοδιψείς, μεγαλομανείς αρχηγοί. Είναι η μητέρα που πάντα σε κάνει να χαμογελάς, ακόμη κι όταν είσαι μπερδεμένος, πληγωμένος ή θυμωμένος. Είναι εκείνη που σου μαθαίνει να δένεις τα κορδόνια των παπουτσιών σου.


MORE REVIEWS

ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΤΗΣ ΓΕΦΥΡΑΣ

Αγόρι ερωτεύεται «τυφλά» κορίτσι. Κορίτσι χάνει (σιγά-σιγά) το φως του. Θα δει άσπρη μέρα αυτή η αγάπη;

ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ ΤΩΝ ΜΥΣΤΙΚΩΝ

Δύο ζευγάρια εκδράμουν σε ειδυλλιακό εξοχικό σπίτι, σκοπεύοντας να περάσουν ένα χαλαρό weekend. Τη χαλαρότητα, όμως, διαδέχεται αρχικά η ένταση και εν συνεχεία ο τρόμος. Ποιος τους παρακολουθεί;

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΖΟΥΓΚΛΑΣ: Η ΤΑΙΝΙΑ

Τα ζώα της ζούγκλας ξυπνούν μια μέρα, ικανά να μιλήσουν και να συνεννοηθούν μεταξύ τους! Σύντομα, θα καταλάβουν την πηγή αυτού του νέου τους «δώρου»: ένας μικρός εξωγήινος έχει πέσει στη ζούγκλα, με σκοπό να κατακτήσει τον πλανήτη!

ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ ΕΙΔΑ ΤΟ ΔΟΛΟΦΟΝΟ

Θαυμάστρια παλιάς diva του σινεμά δηλητηριάζεται από άγνωστο που μάλλον είχε σκοπό να «καθαρίσει» την πρώτη. Η Μις Μαρπλ αναλαμβάνει δράση, ενώ τα πτώματα συρρέουν…

ΗΡΩΙΚΑ ΧΑΜΕΝΟΙ

Μεροκαματιάρηδες αργεντίνικης κωμόπολης μοχθούν για να συγκεντρώσουν τα χρήματα που θα επιτρέψουν να λειτουργήσει ξανά δομή αποθήκευσης σιτηρών σε μορφή συνεταιρισμού. Όταν τα χάσουν από κομπίνα τραπεζίτη που τους είχε πείσει να τα «προστατεύσουν» σε λογαριασμό τραπέζης, οργανώνονται σαν… συμμορία και επιδιώκουν να πάρουν την εκδίκησή τους!