FreeCinema

Follow us

ΑΡΠΑΚΤΙΚΑ ΠΤΗΝΑ (2020)

(BIRDS OF PREY AND THE FANTABULOUS EMANCIPATION OF ONE HARLEY QUINN)

  • ΕΙΔΟΣ: Περιπέτεια
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Κάθι Γιαν
  • ΚΑΣΤ: Μάργκο Ρόμπι, Γιούαν ΜακΓκρέγκορ, Μέρι Ελίζαμπεθ Γουίνστεντ, Τζέρνι Σμόλετ-Μπελ, Ρόζι Πέρεζ, Κρις Μεσίνα, Έλα Τζέι Μπάσκο
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 109'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: TANWEER

Έχοντας χάσει το «δίχτυ ασφαλείας» της σχέσης της με τον Joker, η Harley Quinn έχει γίνει ευάλωτος στόχος για όλους εκείνους που είχε βλάψει στο παρελθόν. Όταν πέσει στα χέρια wannabe αρχινονού της Γκόθαμ, θα κάνει αναγκαστική συμφωνία μαζί του για να σώσει το τομάρι της. Έχει βάλει, όμως, και σκοπό να χειραφετηθεί. Με φαντασμαγορικό τρόπο!

Κοιτώντας πιθανότατα μέσα από τη… μαγική γυάλα του FREE CINEMA, σε μια αποστροφή του κειμένου του για την «Ομάδα Αυτοκτονίας» (2016), ο Ηλίας Φραγκούλης έγραφε τότε: «Παρά το αμφιλεγόμενο της εμφάνισής του, ο Λέτο (ως Joker) και η αγαπημένη του Harley Quinn (η Μάργκο Ρόμπι ως το απόλυτο τσουλάκι on speed) κλέβουν την παράσταση στην ταινία και σε κάνουν να επιθυμείς ένα ολόδικό τους spin-off, που θα εστιάζει στις διαταραγμένες προσωπικότητές τους». Όπερ και (περίπου) εγένετο! Ο χαρακτήρας του Joker μπορεί (απολύτως φυσιολογικά) να μην υπάρχει στο φιλμ, αφού δεν έχουν περάσει παρά μόλις λιγοστοί μήνες από τη δική του εξαιρετική ταινία (η «γήινη» απεικόνιση της Γκόθαμ του, όμως, επανεμφανίζεται εδώ σε μία αρκετά πιο φωτεινή εκδοχή της), σε κάθε περίπτωση όμως τούτα τα «Αρπακτικά Πτηνά» λειτουργούν σχεδόν ως spin-off του προαναφερθέντος, αποτελούν μέχρι ενός σημείου sequel εκείνου, ενώ σίγουρα βάζουν τις βάσεις για το ξεκίνημα ενός νέου franchise για την DC.

Η κινεζικής καταγωγής Κάθι Γιαν (στη δεύτερη μόλις σκηνοθετική της απόπειρα) διαγράφει μονομιάς όχι μόνο όλους τους χαρακτήρες που εμφανίστηκαν ως μέλη της «Ομάδας Αυτοκτονίας» (πέραν της Harley Quinn, ασφαλώς), αλλά κυρίως αλλάζει ρότα σε ό,τι αφορά το στυλ της όλης φάσης. Επιχειρεί, δηλαδή, μία επιστροφή στην πιο παραδοσιακού ύφους pop κουλτούρα των comics, αφαιρώντας σχεδόν κάθε ίχνος ταύτισης της έννοιας της κομιξάδικης ταινίας με το τυπικό υπερηρωϊκό στοιχείο. Εδώ, δηλαδή, δεν υπάρχουν κακοί με καταστροφικά για ολόκληρη την ανθρωπότητα σχέδια, ούτε οι συνήθεις ομοβροντίες μαχών, αλλά ένα πολύχρωμο σύμπαν από stunts που μοιάζουν με συνδυασμό «John Wick» (καμία έκπληξη πως ο Τσαντ Σταχέλσκι έχει δώσει τα φώτα του στις πολλές χορογραφημένες σεκάνς ξύλου και δολοφονιών) και «Ο Σκοτ Πίλγκριμ Εναντίον των 7 Πρώην»!

Μετά από πολλές σκέψεις και αμφιταλαντεύσεις, επιθυμώντας ν’ ανακαλύψει μόνη της πια τον κόσμο και τους κινδύνους που τον περιβάλλουν, η Harley Quinn (με έναν άκρως χαρακτηριστικό για την ψυχοσύνθεσή της τρόπο) βροντοφωνάζει πως ρίχνει τίτλους τέλους στη σχέση της με τον Joker. Το παρελθόν της ως ψυχιάτρου, όπως φαίνεται, δεν τη βοηθά και τόσο ώστε να διακρίνει τα μεθεόρτια αυτής της κίνησής της, καθώς μια στρατιά από καθάρματα της Γκόθαμ την παίρνουν στο κυνήγι, αφού (αφελώς) πιστεύουν πως τώρα που είναι μόνη της μπορούν εύκολα να πάρουν εκδίκηση για τα πλείστα όσα τους είχε καταφέρει. Ανάμεσά τους, περίοπτη θέση έχει ο Roman Sionis, γνωστός στην πιάτσα και ως Black Mask, ο οποίος αναζητώντας μανιωδώς ένα πολύτιμο διαμάντι, απαραίτητο εργαλείο για τα κυριαρχικά επί της Γκόθαμ σχέδιά του, διασταυρώνεται μαζί της. Στην υπόθεση μπλέκουν σταδιακά πιτσιρίκα με μεγάλο ταλέντο στο ξάφρισμα, αστυνομική ντετέκτιβ η οποία έχει βάλει στόχο καριέρας τη σύλληψη του λεφτά κακοποιού, τσαμπουκαλού τραγουδίστρια του nightclub που διατηρεί ο Sionis και μυστήρια τιμωρός δολοφόνος που για δικούς της λόγους στοχεύει στο ίδιο ακριβώς ανυπολόγιστης αξίας κόσμημα.

Η Γιαν υιοθετεί έναν τρόπο αφήγησης που παραπέμπει στον κωλοπαιδισμό των Κουέντιν Ταράντινο και Γκάι Ρίτσι. Αφήνει την μπάλα εξολοκλήρου στα πόδια της Μάργκο Ρόμπι, δίνοντας το ελεύθερο στη Harley Quinn της να σολάρει ακατάπαυστα, καθώς διηγείται με ένα επιτηδευμένα μάγκικο voice-over τις αιτίες και τους λόγους για τους οποίους οι δικοί της δρόμοι συναντήθηκαν με εκείνους των υπολοίπων τεσσάρων γυναικών. Μπλέκει παρελθόν και παρόν μέσω πολλών flashback, όπου ενίοτε παρεμβάλλονται γεγονότα που είτε επιδέχονται αμφισβήτησης, είτε αποτελούν μύχιους πόθους της (από την απόλαυση ενός λαχταριστού sandwich, μέχρι την παρέα των διαμαντιών ως… καλύτερου φίλου της γυναίκας). Όλα όσα διηγείται με περίσσια χάρη η χειραφετημένη ηρωίδα, τελικά, μικρή ομοιότητα με την αποκλειστικά χαβαλεδιάρικη αποδόμηση του genre ενός «Deadpool» (2016) πρεσβεύουν, αλλά περισσότερο προσπαθούν να ρίξουν φως στον παλαβιάρικο ψυχισμό μιας νεαρής κοπέλας, που αφενός μία αστάθεια χαρακτήρα λόγω παιδικών χρόνων και ολέθριου χωρισμού τον έχει, αφετέρου δείχνει να απολαμβάνει τη ροπή προς το έγκλημα και το ζην επικινδύνως. Προτάσσει, δε, σαφείς τάσεις ιδιοτέλειας σαν ένα αυθεντικό κακό κορίτσι, καθώς η συμφωνία που συνάπτει με τον άρχοντα του εγκλήματος Black Mask πηγάζει από καθαρά προσωπικό συμφέρον. Μέχρι (τουλάχιστον) να καταλάβει τι παίζει και να «κόψει» τιμόνι αλλιώς, ανακαλύπτοντας έναν (όψιμο;) φεμινισμό (το… sequel θα δείξει).

Εν μέσω άφθονου και ευφάνταστου ξύλου με όλους τους πιθανούς τρόπους και σε όλα τα πιθανά μέρη, η Γιαν και η σεναριογράφος της, Κριστίνα Χόντσον, αφήνουν στο πλάι τις ανέμπνευστες girl power κορώνες (επικής ήττας) των πρόσφατων «Άγγελων του Τσάρλι» (2019), επικεντρώνοντας αποκλειστικά στο fun και (δευτερευόντως) στην αστυνομικού τύπου κλιμάκωση της πλοκής. Φτιάχνουν μια αυτοκινητική καταδίωξη με πιστολίδι και… πατίνια που το παλιακό της στυλ μου έφερε στο μυαλό τους «Πύρινους Δρόμους» (1984), επιλέγοντας παράλληλα ένα ταιριαστό soundtrack, προκειμένου να ντύσουν το action rollercoaster της γυναικείας οργής (εξαιρετική η χρήση του «Barracuda» των Heart). Δεν καταφέρνουν, όμως, να κρατήσουν την υπερκινητική τρέλα τους σε όλη τη διάρκεια του φιλμ, καθώς όσο περνάνε τα λεπτά (ειδικά λίγο μετά τη μέση) καταφεύγουν σε πιο τυπικές φόρμες που το… box-office ίσως προστάζει. Χωλαίνει η ταινία στο τελευταίο της κομμάτι, σε σχέση με τα όσα ακραία και totally διασκεδαστικά έχουν προηγηθεί, μη βοηθούμενη κι από τον ελαφρώς άχρωμο κακό της όλης υπόθεσης. Ο Black Mask του Γιούαν ΜακΓκρέγκορ είναι περισσότερο ψυχάκιας, πλούσιος και εκκεντρικός απ’ ό,τι villain, αδυνατώντας να αποτελέσει ένα ικανό αντίπαλο δέος, με την αδιόρατη gay πλευρά του χαρακτήρα του να μην γίνεται ποτέ κατανοητό για ποιον λόγο υπονοείται (σε μια-δυο σκηνές).

Η εντύπωση που το φιλμ αφήνει καθώς πέφτουν οι τίτλοι τέλους είναι σίγουρα θετική, με την τελευταία κουβέντα που βγαίνει από τα χείλη της Harley Quinn (στο φινάλε των ατελείωτων credits) να τονίζει την κοροϊδευτική αμετροέπεια του χαρακτήρα της. Δεν είναι για να μπαίνει σε καλούπια, ούτε είναι κορίτσι για σπίτι η χειραφετημένη… queen (#diplhs). Καλό θα είναι στο sequel να μην υπάρξει ίχνος έκπτωσης και συμβιβασμός.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Είναι διασκεδαστικά τούτα τα «Αρπακτικά Πτηνά». Έχουν τα φόντα να προσελκύσουν ένα κοινό που δεν τα πάει και τόσο καλά τελευταία με τις ταινίες του genre, αφού η rated R (αλληλούια!) pop ματιά τους αποπνέει έναν αέρα φρεσκάδας που απομακρύνεται από τα εσχάτως τετριμμένα. Κομμάτι της μουλτιπλεξάδικης νεολαίας ίσως κλωτσήσει από την απουσία πλοκής και αφήγησης (όπως τους τις έχει «διδάξει» η κάθε τυπική υπερηρωική περιπέτεια), η πλειονότητα όμως εύκολα θα παραδοθεί στον καταιγισμό της fun δράσης. Σε κάθε περίπτωση, ουδείς να περιμένει κάτι σαν τον πρόσφατο «Joker». Άλλο πράγμα το «ακατάλληλον» εκείνου, άλλο ετούτου εδώ. Εδώ δεν πέφτουν… molotov κοινωνικής οργής αλλά entertainment value.


MORE REVIEWS

ΥΠΟΘΕΣΗ ΚΟΛΛΙΝΙ

Ένας νεαρός δικηγόρος αναλαμβάνει την πρώτη μεγάλη υπόθεση της καριέρας του, μία φαινομενικά ξεκάθαρη δολοφονία υψηλά ιστάμενου επιχειρηματία στη Γερμανία. Όσο περισσότερο «σκαλίζει» τη δικογραφία, όμως, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεται πως το έγκλημα αυτό κρύβει πίσω του μυστικά… πολλών δεκαετιών.

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΑΓΙΟΥ

Ληστής καταδιωκόμενος από την αστυνομία, θάβει τη λεία της τελευταίας του δουλειάς σε απομονωμένο λόφο, στη μέση του πουθενά της μαροκινής ερήμου. Όταν μετά την αποφυλάκισή του επιστρέφει εκεί, αντικρίζει στη θέση του τάφου που είχε σκάψει… μαυσωλείο προς τιμήν του θαυματουργού «Αγνώστου Αγίου». Θα γίνει το θαύμα που επιθυμεί;

ΕΛΑ ΝΑ ΠΑΙΞΟΥΜΕ

Ο 8χρονος Όλιβερ πάσχει από αυτισμό και η επικοινωνία του με τον έξω κόσμο εξαρτάται κυρίως από κινητά και tablets τα οποία χρησιμοποιεί για να «μιλήσει», είτε στο σπίτι, είτε στο σχολείο. Σε μία από αυτές τις συσκευές θα κάνει την εμφάνισή του ο Λάρι, ένα μοναχικό τέρας που τον παρακολουθεί από την άλλη πλευρά των γήινων οθονών και θέλει να γίνουν «φίλοι», ώστε να τον τραβήξει στη δική του διάσταση.

Η ΕΛΠΙΔΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Ένα νεαρό ζευγάρι θα έρθει αντιμέτωπο με τις δυσκολίες της καθημερινής ζωής, όταν λίγο μετά τη γέννηση της κόρης του περιέλθει σε δεινή οικονομική κατάσταση. Η οικογενειακή γαλήνη θα δοκιμαστεί και από την αναπάντεχη έλευση του πρόσφατα αποφυλακισθέντος παππού.

ΣΑΝ ΤΟΝ ΣΚΥΛΟ ΜΕ ΤΗ ΓΑΤΑ 3

Αρκετά χρόνια μετά την «Μεγάλη Συμφωνία», όπου οι σκύλοι και οι γάτες δημιούργησαν μαζί ένα σύστημα το οποίο διατηρεί την αρμονική και ειρηνική τους συμβίωση, μια ομάδα άλλων κατοικίδιων, ξεχασμένων σ’ ένα pet shop, απειλεί να καταστρέψει τα πάντα.