FreeCinema

Follow us

Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΣΚΥΛΟΥ (2021)

(THE POWER OF THE DOG)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τζέιν Κάμπιον
  • ΚΑΣΤ: Μπένεντικτ Κάμπερμπατς, Κίρστεν Ντανστ, Τζέσι Πλέμονς, Κόντι Σμιτ-ΜακΦι, Ζενεβιέβ Λέμον, Τόμασιν ΜακΚένζι
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 126'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ODEON

Μοντάνα, 1925. Ο Φιλ Μπέρμπανκ, δυναμικός, δύσθυμος κτηματίας και αφοσιωμένος καουμπόι, καταλήγει να γίνεται ο τυραννικός εφιάλτης για την Ρόουζ, την νιόφερτη σύζυγο του καλοκάγαθου αδελφού του, Τζορτζ, αλλά και για τον εσωστρεφή έφηβο γιο της, Πίτερ.

H Τζέιν Κάμπιον μπορεί επίσημα να μην «έφυγε» ποτέ από το σινεμά, φέτος, όμως, «επέστρεψε» θριαμβευτικά, με τούτη την έξοχη κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος του Τόμας Σάβατζ. Γυρισμένη εξολοκλήρου στην πατρίδα της, τη Νέα Ζηλανδία, με τα απέραντα τοπία της να «ντουμπλάρουν» το αμερικάνικο Φαρ Ουέστ, η ταινία της Κάμπιον εμπεριέχει όλα τα γνώριμα χαρακτηριστικά της φιλμογραφίας της, με επιπρόσθετο συστατικό το πλούσιο αρχικό υλικό του βιβλίου του Σάβατζ, δημιουργώντας έναν ιδανικό κινηματογραφικό συνδυασμό.

Ο χαρακτήρας του Φιλ Μπέρμπανκ και μόνο θα μπορούσε να γεμίσει σελίδες σε έρευνες και θεωρίες ψυχανάλυσης. Με την γνώριμη μαεστρία της στην εσωτερικευμένη καθοδήγηση κι εξερεύνηση των κεντρικών της χαρακτήρων, η Κάμπιον μεταφέρει (σεναριακά και σκηνοθετικά) τούτο τον τόσο ενδιαφέροντα ήρωα στην μεγάλη οθόνη με μηδενική φλυαρία και κλισεδιάρικους, «επεξηγηματικούς» διαλόγους, καθώς ο πολύπλοκος, πολυεπίπεδος και καθ’ όλα επικίνδυνος χαρακτήρας ξετυλίγει τα ενδόμυχα και ανομολόγητα μυστικά του μέσα από την πάντα αντικοινωνική, άκρως προβληματική και συχνά βίαιη (ψυχολογικά ή και σωματικά) επικοινωνία με λιγοστούς ανθρώπους από το στενό του περιβάλλον, αλλά και με το πάντα παρών «φάντασμα» του μέντορά του, ενός νεκρού καουμπόι του οποίου την μνήμη ο Φιλ κρατά κάπως αρρωστημένα ζωντανή. Ο Φιλ, που έκπληκτοι μαθαίνουμε πως είναι άριστα μορφωμένος και με χαρισματικό παρελθόν, επιλέγει τη ζωή του «βρώμικου» καουμπόι που προτιμά τη συντροφιά του άγριου τοπίου και των άξεστων βοηθών του, από εκείνη της υπόλοιπης κοινωνίας την οποία έχει ήδη αφήσει πίσω του, συμπεριλαμβανομένου και του αδελφού του, Τζορτζ, που προτιμά να χρησιμοποιήσει το οικογενειακό status για να ανελιχθεί κοινωνικά, με μια καλόβολη αφέλεια αλλά και αποφασιστικότητα. Ο ξαφνικός γάμος του Τζορτζ με την όμορφη χήρα Ρόουζ και η εγκατάστασή τους στο ράντζο της οικογένειας, θεωρούνται ως απειλή για τον τρόπο ζωής του Φιλ και την σχέση του με τον Τζορτζ, κι έτσι η Ρόουζ θα γίνει το θύμα μιας ανελέητης ψυχολογικής επίθεσης από τον κουνιάδο της, που θα την φέρει στα άκρα. Η προσωρινή διαμονή του γιού της, του νεαρού Πίτερ, στο ράντζο, για τις καλοκαιρινές διακοπές του από το Πανεπιστήμιο όπου σπουδάζει ιατρική, θα γίνει ο καταλύτης για την απόλυτη κυριαρχία του τυραννικού Φιλ. Ή την καταστροφή του.

Τίποτα δεν πάει χαμένο σε αυτό το δίωρο κινηματογραφικό έπος, στο οποίο εκ πρώτης (επιφανειακής) όψης δεν υπάρχει ιδιαίτερη δράση. Ωστόσο, ταυτόχρονα, συμβαίνουν τα πάντα πίσω από τα βλέμματα, τις κρυφές κινήσεις, τις κλεφτές ματιές, την παθητική επιθετικότητα, την ένταση για την έκβαση πιθανώς κρίσιμων σκηνών, τους ελλειπτικούς διαλόγους. Και αυτό που επιτυγχάνει ξανά τόσο αρμονικά εδώ η Κάμπιον, τριάντα σχεδόν χρόνια μετά τον άλλο μεγάλο της φιλμικό θρίαμβο, τα «Μαθήματα Πιάνου», εκτός φυσικά του να γυρίσει «τούμπα» το είδος του γουέστερν (τουλάχιστον όσον αφορά την ανδρική ψυχοσύνθεση), είναι η άρρηκτη σχέση του σχεδόν αφιλόξενου, αχανούς φυσικού τοπίου με τον ανθρώπινο ψυχισμό, με την ερωτική επιθυμία, αλλά και την ανάγκη για ουσιαστική επικοινωνία, στοιχεία που για έναν χαρακτήρα σαν τον Φιλ, συναισθηματικά και ψυχικά καταπιεσμένο και δυσλειτουργικό, με την προφανή τοξική του αρρενωπότητα, διαβρώνουν και δηλητηριάζουν τόσο τους γύρω του όσο και τον εαυτό του.

Ασφαλώς, η Κάμπιον είναι και εξαίρετη σκηνοθέτις ηθοποιών, και οι ερμηνείες που αποσπά εδώ από το καστ της είναι πέραν από αξιέπαινες. Η Κίρστεν Ντανστ αξίζει σωρείας βραβείων δεύτερου γυναικείου ρόλου ως η πολύπαθη, ευαίσθητη αλλά και μαχητική Ρόουζ, ο σύζυγός της (κινηματογραφικά και στην αληθινή ζωή), Τζέσι Πλέμονς, αποδεικνύει για άλλη μια φορά γιατί αποτελεί έναν από τους πιο συμπαθείς και αξιόπιστους δευτεραγωνιστές του σύγχρονου σινεμά, ενώ ο νεαρός Κόντι Σμιτ-ΜακΦι (που ίσως θυμάστε από ένα παλαιότερο, «ιδιόρρυθμο» σύγχρονο γουέστερν, το «Slow West», αλλά και σε πιο παιδική ηλικία στο «Ο Δρόμος», δίπλα στον Βίγκο Μόρτενσεν), προσδίδει υπέροχα και αναπάντεχα επίπεδα στον χαρακτήρα του νεαρού Πίτερ, της σχεδόν απρόβλεπτης «νέμεσις» του Φιλ Μπέρμπανκ. Στον ρόλο του τελευταίου, ο Μπένεντικτ Κάμπερμπατς δίνει μια ερμηνεία τόσο πολυδιάστατη, τόσο απατηλά συγκρατημένη, τόσο έξοχα εσωτερικευμένη, που κυριολεκτικά θα πρέπει να δείτε την ταινία για να την εκτιμήσετε. Οι εναλλαγές μεταξύ οργισμένα ελεγχόμενης ζήλιας και μελαγχολικής μοναχικότητας, αδίστακτου μένους και εκφοβισμού με στιγμές ξεγυμνωμένης (#diplhs – θα καταλάβετε!) ευαισθησίας και καταπιεσμένων συναισθημάτων, καλλιεργημένης χαρισματικότητας και εσκεμμένης κτηνωδίας, αποδίδονται αριστουργηματικά και με πλήρη αφοσίωση από τον Κάμπερμπατς, ο οποίος δίνει ακόμη μια (αν όχι και την καλύτερη έως τώρα) αψεγάδιαστα εσωτερική ερμηνεία του, που (ενδεχομένως) η επερχόμενη σεζόν των βραβείων μάλλον δεν θα εκτιμήσει αρκετά ώστε να τον «αποζημιώσει» αναλόγως. Κάτι που μάλλον θα συμβεί και με την Κάμπιον, η οποία όμως, έτσι κι αλλιώς, εδώ θεμελιώνει μια και καλή την θέση της στη λίστα των πιο σημαντικών και χαρισματικών δημιουργών του σύγχρονου κινηματογράφου.

Τα περασμένα μεγαλεία των «Μαθημάτων Πιάνου» (1993) επιχειρεί ν’ αναβιώσει εδώ η Τζέιν Κάμπιον. Ενός φιλμ που εκτόξευσε και… κατέστρεψε μαζί την καριέρα της, η οποία πήρε την απόλυτη κατιούσα με το πέρασμά της στο Χόλιγουντ, την εξαφάνισε (κυριολεκτικά) από την κινηματογραφία για πολλά χρόνια (η τελευταία της φιλμική δουλειά χρονολογείται στο 2009) και σήμερα, μέσω της πλατφόρμας του Netflix, μοιάζει να προσπαθεί να «κοπιάρει» σχεδόν όλα εκείνα τα στοιχεία που την οδήγησαν στη δόξα. Ατυχώς, η διερεύνηση των βασικών χαρακτήρων δεν αποκτά ποτέ σοβαρό βάθος, ώστε να δικαιολογήσει την ύπαρξη αυτού του παράδοξου κινηματογραφικού κουαρτέτου, το οποίο χάνεται μέσα στο αχανές τοπίο και τα (πλείστα και, εντάξει, εκθαμβωτικά) εναέρια traveling.

Η σύσταση των χαρακτήρων είναι ελλειπτική και αμήχανη. Τα αδέλφια των Μπέρμπανκ φτιάχνουν ένα προφανώς αταίριαστο «ζευγάρι», με τον Φιλ να έχει υιοθετήσει την πιο «άγρια» ζωή του Φαρ Ουέστ και τον Τζορτζ να ρισκάρει τη συνύπαρξη σε αυτό το περιβάλλον αλλά και την πιο πολιτισμένη πόλη, όπου θα γνωρίσει και θα ενδιαφερθεί για την άμοιρη χήρα Ρόουζ, η οποία διατηρεί ένα κάπως αυτοσχέδιο «εστιατόριο» κι έτσι καταφέρνει να βγάζει τα προς το ζην και να μεγαλώνει τον έφηβο γιο της, Πίτερ. Όταν ο Τζορτζ ανακοινώνει στον Φιλ πως παντρεύτηκε την Ρόουζ, το σπίτι των Μπέρμπανκ θα κλονιστεί με τρόπους απροσδόκητους, έως και ολέθριους.

Χωρισμένη σε κεφάλαια που δεν βγάζουν κάποιο νόημα σημειολογικά, ειδικά σε σχέση με την πλοκή του έργου, η «Εξουσία του Σκύλου» ξεδιπλώνεται σε απίστευτα νωχελικούς ρυθμούς (στη μία ώρα άρχισαν να κλείνουν τα μάτια μου!), με την Κάμπιον να σκηνοθετεί «ατμόσφαιρες» και να «ναρκισσεύεται» επάνω στις εικόνες της dp Άρι Γουέγκνερ, οι οποίες σίγουρα είναι πανέμορφες, αλλά (έτσι κι αλλιώς) προέρχονται από ένα φυσικό τοπίο που δύσκολα μπορεί να «χαλάσει» κανείς. Το καταστασιακό αποκρυπτογραφείτε κυρίως χάρη στην καλή θέληση του θεατή, ο οποίος μπορεί να αναμένει να δημιουργηθεί ένα ερωτικό τρίγωνο (όπως στο «Πιάνο»), αλλά ο προσανατολισμός της ιστορίας δεν ήταν ποτέ αυτός, τελικά. Τα μυστικά του Φιλ ανατρέπουν τα ρομαντικά «σενάρια», ενώ η ύπαρξη του νεαρού Πίτερ, με μία κανονικότατα αρρωστημένη ψυχοσύνθεση, είναι εκείνη που καθορίζει τα δρώμενα και θα φέρει την απόλυτη λύτρωση – σε όλους.

Παραδόξως, αν και γνωστή για τον άριστο χειρισμό των γυναικείων χαρακτήρων της, η Κάμπιον εδώ δείχνει να έχει εγκαταλείψει στο έλεος… του decor την Ρόουζ, μία τραυματισμένη φιγούρα «δίχως παρελθόν» (πολύ αργά πληροφορούμαστε πως ο προηγούμενος σύζυγός της είχε αυτοκτονήσει), η οποία με το που παντρεύεται τον Τζορτζ μετατρέπεται (εντελώς ανεξήγητα) σε αλκοολική, ζώντας ένα «δράμα» που δεν υφίσταται (ή δε στέκει), καθώς ο ψυχολογικός «πόλεμος» του Φιλ δεν είναι κάτι το τόσο βασανιστικό στην πραγματικότητα (δεν είναι δα και… η «κακιά πεθερά»!).

Μετά από την πρώτη ώρα της… υπνηλίας, το δεύτερο μισό της ταινίας αποκτά κάποιες ενδιαφέρουσες «ανατροπές» που αφορούν στις σχέσεις των ηρώων, που όμως η Κάμπιον διαχειρίζεται επιφανειακά, σαν ένα μέρος του κάδρου, της καλλιτεχνικής διεύθυνσης και του τοπίου. Τα προβλήματα της αφήγησης διογκώνει η υπερβολική χρήση της μουσικής του Τζόνι Γκρίνγουντ, με πρωτότυπες συνθέσεις που (το πιθανότερο) θα ταλαιπωρήσουν τα νεύρα των θεατών. Πόσο αλλόκοτο κι αυτό, όταν μιλάμε για την δημιουργό ενός φιλμ το οποίο καλλιτεχνικά ταυτίστηκε απόλυτα με τις συνθέσεις του Μάικλ Νάιμαν (σ’ εκείνο το σπουδαίο παρελθόν…). Μουσική και εικόνες δεν κάνουν ποτέ χημεία εδώ και είναι λυπηρό που η Κάμπιον όχι απλά δεν το κατανοεί, αλλά έχει γεμίσει σχεδόν όλο το έργο με τα κομμάτια του Γκρίνγουντ!

Μέσα στην όλη ασάφεια των ρόλων τους, οι ηθοποιοί της «Εξουσίας του Σκύλου» αγωνίζονται για να εξωτερικεύσουν «κάτι», με την Κίρστεν Ντανστ να την πληρώνει πιο άσχημα, ενώ είναι σοκαριστικό να βλέπεις την Τόμασιν ΜακΚένζι σε… ρολάκι κομπαρσαρίας! Σίγουρα όχι κάτι το αξιομνημόνευτο, τούτο το φιλμ μας υπενθυμίζει πως η Κάμπιον υπάρχει ακόμη στον πλανήτη σινεμά και ότι το Netflix μπορεί να γίνει το λιμάνι για κάθε… «ναυάγιο» του σινεμά, το οποίο θα του χαρίσει το «άλλοθι» του νοιαξίματος προς κάθε auteur, αρκεί αυτός ο τελευταίος να κουβαλά τη φήμη του πολυβραβευμένου. Κάποτε. Κι όποτε. Όπως έλεγαν και στην «Περιφρόνηση» (1963) του Ζαν-Λικ Γκοντάρ, «Όποτε ακούω τη λέξη ‘κουλτούρα’, βγάζω το καρνέ των επιταγών μου».


MORE REVIEWS

BLOW-UP

Mod φωτογράφος μόδας κυκλοφορεί αμέριμνος σε λονδρέζικο πάρκο και τραβά ό,τι του αποσπά την προσοχή. Ανάμεσα στις εικόνες που θα εμφανίσει αργότερα, θα εντοπίσει ένα χέρι μ’ ένα πιστόλι που σημαδεύει δυο εραστές και θα πιστέψει εμμονικά πως υπήρξε μάρτυρας φόνου.

Η ΧΑΜΕΝΗ ΚΟΡΗ

Αγγλίδα μόνη, σε διακοπές στις Σπέτσες, παρατηρεί φασαριόζικη οικογένεια λουόμενων και, συνειρμικά, ο νους της «σκαλίζει» διαρκώς τραύματα του δικού της νεανικού παρελθόντος, λάθη μητρότητας κι επιλογές μιας ζωής που… έχασε.

ΟΥΠΣ 2! Ο ΝΩΕ ΞΑΝΑ ΕΦΥΓΕ...

Οι περιπέτειες του Φίνι και της Λία συνεχίζονται, αυτή τη φορά εκτός κιβωτού, όταν μετά από ένα απρόσμενο συμβάν καταλήγουν στον ωκεανό. Τώρα θα πρέπει να βάλουν τα δυνατά τους προκειμένου να επανενωθούν με την οικογένειά τους πριν να είναι αργά!

ΤΑ ΤΡΙΑ ΠΑΤΩΜΑΤΑ

Τρεις οικογένειες, οι οποίες διαμένουν σε τριώροφο κτήριο στα προάστια της Ρώμης, αντιμετωπίζουν σωρεία προβλημάτων στις εσωτερικές σχέσεις τους, που δεν λένε να λυθούν όσα χρόνια κι αν περάσουν.

ΜΑΪΣΑΜΠΕΛ

Χήρα δολοφονημένου Βάσκου πολιτικού λαμβάνει επιστολή από τον φυλακισμένο, πλέον, εκτελεστή του συζύγου της, ο οποίος εκφράζει την επιθυμία να τη συναντήσει. Τα έντεκα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει, άραγε, μπορούν να έχουν γιατρέψει τις πληγές;