FreeCinema

Follow us

Ο ΜΠΟ ΦΟΒΑΤΑΙ (2023)

(BEAU IS AFRAID)

  • ΕΙΔΟΣ: Ψυχολογικό Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Άρι Άστερ
  • ΚΑΣΤ: Χοακίν Φίνιξ, Πάτι ΛουΠόουν, Έιμι Ράιαν, Νέιθαν Λέιν, Κάιλι Ρότζερς, Ντενί Μενοσέ, Πάρκερ Πόουζι
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 179'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: TANWEER

Ο Μπο ετοιμάζεται να ταξιδέψει. Προορισμός, το σπίτι της μητέρας του. Αφορμή, η επέτειος του θανάτου του πατέρα του. Ο Μπο είναι αγχωμένος. Και φοβάται. (Για) όλα αυτά που του έδωσε εκείνη. Τη ζωή.

«You sheltered me from harm
Kept me warm, kept me warm
You gave my life to me
Set me free, set me free»

Η σχέση που αποκτούν πολλοί άνθρωποι με τους γονείς τους, ενίοτε (και με έναν ιδιαίτερα βασανιστικό τρόπο), ταυτίζεται με το πώς αντιμετωπίζει κανείς την ίδια τη ζωή. Χρωστάμε την ύπαρξή μας σε αυτούς, γινόμαστε δέσμιοι μιας παντοτινής «οφειλής», αναζητάμε την προσωπική μας ελευθερία… μέχρι το τέλος. Η γέννηση είναι το χρέος, ο θάνατος είναι η ελευθερία.

Με την τρίτη του ταινία μεγάλου μήκους, ο Άρι Άστερ ξερνάει τα ίδια του τα σωθικά για να βρει και να αισθανθεί (επιτέλους) ένα ίχνος ελευθερίας από τα ψυχικά τραύματα της γονικής μέριμνας που κουβαλάει μέσα του. Το «Ο Μπο Φοβάται» επισημαίνει έκδηλα την ουσιαστική εστίαση της φιλμογραφίας του («Η Διαδοχή» και «Μεσοκαλόκαιρο») στον θεσμό της οικογένειας. Πρόκειται για μία άτυπη τριλογία, η οποία εδώ κορυφώνεται ψυχαναλυτικά και πραγματικά απελευθερωτικά, για να οριστικοποιήσει (και) το γεγονός ότι ο Άστερ αποτελεί όχι μόνο μία από τις σημαντικότερες σκηνοθετικές υπογραφές για το παγκόσμιο σινεμά σήμερα, αλλά και μία από τις πλέον πρωτότυπες κι αυθεντικές ματιές, στο βαθμό του να φτάσει ο Μάρτιν Σκορσέζε ν’ αναφωνήσει «Wow!» προ ημερών, σε προβολή τούτου του φιλμ στη Νέα Υόρκη.

Βέβαια, για ν’ αντιδράσεις ώριμα απέναντι σε μία (τέτοια) καλλιτεχνική δημιουργία που παίρνει τόσα ρίσκα και ξεγυμνώνει τον εσωτερικό κόσμο και τη φαντασία του ανθρώπου που τη συνέλαβε, οφείλεις κι εσύ να έχεις / καταθέσεις το ανάλογο ψυχικό σθένος. Όχι απαραίτητα να «τραυματιστείς», αλλά σίγουρα να συμπορευθείς και να δεχθείς να γίνεις μέρος μιας οπτικής Οδύσσειας, την οποία θα εκτιμήσεις ολότελα υποκειμενικά. Όπως λέει και το φιλμ, άλλωστε, μια ιστορία «αλλάζει ανάλογα με το ποιος την αφηγείται». Ακριβώς έτσι, ακόμη και το τι θα εισπράξει ένας θεατής από το «Ο Μπο Φοβάται» δεν γίνεται να εξαρτηθεί από το ότι εγώ το αντιμετωπίζω ως ένα αριστούργημα (το οποίο, μάλιστα, αξίζει πολλαπλής θέασης!). Ο Άστερ σε καλεί σε ένα βίωμα, δυσβάσταχτης τρίωρης διάρκειας, που ενδέχεται να μην κάνει απολύτως καμία «επαφή» μαζί σου. Είναι δικαίωμά σου. Αρκεί να μην του φερθείς εγωιστικά και αλαζονικά. Γιατί αυτό που φέρνει στην οθόνη ο δημιουργός δεν είναι απλά μία «αποψάρα» (εκεί, ατυχώς, μπορείς να τοποθετηθείς εσύ…), αλλά ένα κανονικό έργο Τέχνης.

Δίχως να χωρίζεται σε κεφάλαια, το «Ο Μπο Φοβάται» είναι μια ταινία που «τέμνεται» από ξεχωριστές διαδρομές του ήρωα, σαν ένα ομηρικό έπος που ανά στιγμές αποδρά κανονικά από τον ρεαλισμό και αποκτά (έως και) τον χαρακτήρα του παραμυθιού (κάτι το οποίο αποθεώνεται περίπου στα μισά του έργου, με μια μεγάλη σεκάνς διήγησης που μπλέκει και «παντρεύει» αισθητικά από θέατρο μέχρι animation). Το (υποθετικό) πρώτο μέρος είναι ένας urban εφιάλτης κοινωνικής παρακμής, όπου το «μέσα» είναι (πια) το μοναδικό πράγμα το οποίο μπορεί να σου παρέχει ασφάλεια σε τούτη τη ζωή. Σχεδόν εγκλωβισμένος στο διαμέρισμά του, ο Μπο φοβάται να βγει ακόμη και μέχρι το απέναντι οικοδομικό τετράγωνο για ν’ αγοράσει ένα μπουκαλάκι νερό, μαχόμενος ενάντια σε υπό διάλυση σαρκία που κάποτε μπορεί ν’ ανήκαν σ’ ένα παρόμοιο «μέσα», με καθημερινότητες κοινού βίου ανθρώπων, μέχρι να χάσουν τα πάντα. Πτώματα που κείτονται και σαπίζουν στην άσφαλτο ή σε πεζοδρόμια, ψυχοπαθείς δολοφόνοι, πόρνες, μπάτσοι, ναρκομανείς, άστεγοι και κάθε λογής σαλεμένοι, που αν βρουν την ευκαιρία να μπουκάρουν στο «μέσα» σου, την αρπάζουν και σε κάνουν να φοβάσαι όλο και περισσότερο για τη δική σου ζωή, από την πλευρά ενός θεατή «εκτός», ενοχικά εκτεθειμένου στο κατάντημα του κόσμου όλων μας.

Στο (υποθετικό) δεύτερο μέρος, ο Μπο συνέρχεται από ένα παράδοξο τροχαίο, εντός μιας άγνωστης σ’ εκείνον οικίας, μ’ ένα αντρόγυνο που ακόμα πενθεί για το χαμό του παιδιού του σ’ έναν από τους «ξένους» πολέμους στους οποίους έχει ανάμειξη η Αμερική. Θα του προσφέρουν την ασφάλεια της «υιοθεσίας», με σκοπό την αντικατάσταση του εκλιπόντα από τον Μπο, ο οποίος καθημερινά θα προσπαθεί να το σκάσει, ώστε να συνεχίσει το ταξίδι του αρχικού του προορισμού. Η Γκρέις και ο Ρότζερ δεν θα είναι αρκετοί για να ξεπεράσει τον ρόλο που είχαν στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του η δυναστευτική μάνα κι ο πατέρας που δεν πρόλαβε να γνωρίσει ποτέ του, η λύτρωση δεν πρόκειται να επέλθει σε αυτό το «μέσα». Το άγνωστο της παρακείμενης δασικής έκτασης θα του προσφέρει δυνατότητες φυγής και θα τον βυθίσει ακόμα περισσότερο σε «εναλλακτικές» ουτοπίες, με το φιλμ να μην προετοιμάζει με τίποτα τον θεατή για τις εμπειρίες που ακολουθούν…

Τουλάχιστον δύο επιπλέον μέρη (υποθετικά, πάντοτε) έπονται, τα οποία ολοκληρώνουν το «Ο Μπο Φοβάται» και ενδεχομένως να… φοβίσουν και το κοινό, μαζί με τον κεντρικό ήρωα, καθώς αποτελούν την απόλυτα ψυχαναλυτική και καθοριστική κόντρα του Μπο με τη μητέρα του, αυτό το «στοιχειό» μιας ολόκληρης ζωής το οποίο πρέπει ν’ αντιμετωπιστεί για να καταλήξουμε σ’ ένα φιλμικό φινάλε, happy or not, εκεί όπου ο καφκικός εφιάλτης συναντά τη μαζική λαγνεία της θέασης του δράματος… των άλλων. Ο θεατής / μάρτυρας θα κληθεί να «δικάσει» δυο ζωές που δεν «τα βρήκανε» ποτέ τους, προσάπτοντας κι ανταλλάσσοντας κατηγόριες που δεν προσφέρουν ελπίδες για συγχώρεση από αμφότερες πλευρές. Με το τέλος να είναι πάντοτε ένας (προκαθορισμένος και άδοξος) μονόδρομος.

Ξεκάθαρα εγκεφαλική η εξάντληση που προκαλεί το «Ο Μπο Φοβάται», αλλά και πόσο μεγάλο δώρο, να υπάρχει σήμερα ένας σκηνοθέτης ο οποίος έχει την τόλμη να σε βάζει στο «μέσα» του σαν ένας «παραμυθάς» – οραματιστής, που θα μοιραστεί μαζί σου. Τη ζωή, την καρδιά και το σπιτικό του. Δύσκολα βρίσκεις όμοιό του. Δύσκολα αγαπάς τέτοιο σινεμά ή μπορείς και να μισήσεις ταυτόχρονα. Και εύκολα το φοβάσαι, φυσικά. Εγώ, στην τελική, με τα εύκολα δεν τα πήγαινα ποτέ καλά…

«I would give anything I own
I’d give up my life, my heart, my home
I would give everything I own
Just to have you back again
Just to touch you once again»

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Το έχω παρακολουθήσει ήδη τρεις φορές. Δηλώνω τον απέραντο θαυμασμό μου στον Άρι Άστερ, τον τοποθετώ κοντά στα ονόματα του Τζόναθαν Γκλέιζερ και του Γιώργου Λάνθιμου, ως τα πιο ουσιαστικά για τον παγκόσμιο κινηματογράφο αυτή τη στιγμή (ο Γουές Άντερσον το έχει πάει σε άλλο level, πια). Σκηνοθέτες που δεν έχουν σταματήσει να εκπλήσσουν, να προκαλούν τη σκέψη, να οπτικοποιούν με τον δικό τους τρόπο. Να μην φοβούνται πίσω από τις κάμερες. Υπάρχει μερίδα θεατών που θα εγκαταλείπει τις αίθουσες που θα παίζουν το «Ο Μπο Φοβάται» με τρόμο και οργή, πριν τους τίτλους τέλους του. Υπάρχουν κριτικοί που θα προσπαθήσουν ν’ απαξιώσουν τη δουλειά του, θεωρώντας πως εκείνοι είναι ικανοί να γράψουν ή να φανταστούν κάτι πιο αυθεντικό και πρωτότυπο από αυτό που προσφέρει η ολότελα αρτίστικη έμπνευση του Άστερ. Υπάρχουν κι εκείνοι που θα μνημονεύσουν τη «Συνεκδοχή της Νέας Υόρκης» (2008) του Τσάρλι Κάουφμαν, σαν ένα έργο «συγγενές» στον πόνο και τον πεσιμισμό του. Αν δεν έχετε ξανακούσει τον προαναφερθέντα τίτλο, μείνετε έξω. Εάν είχατε φρικάρει και με το «Λευκός Θόρυβος» (2022) του Νόα Μπάουμπακ, νομίζοντας πως το Netflix προσφέρει μονάχα ψυχαγωγία εκ του ασφαλούς, μπορείτε και να το βάλετε στα πόδια (πάλι).


MORE REVIEWS

ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΗΣ ΚΑΡΜΕΝ

Ο Δημοσθένης και ο Νικήτας λιάζονται και κολυμπούν στα Λιμανάκια, αναπολούν γεγονότα από το περσινό καλοκαίρι χωρισμού του πρώτου και φαντασιώνουν το σενάριο μιας ταινίας που ο δεύτερος ελπίζει να σκηνοθετήσει και να στείλει στο Φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν.

ΠΑΡΙΖΙΑΝΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Να ζεις και να (μην) πεθαίνεις στο Παρίσι. Αυτό το βάσανο!

HAIKYUU!! THE DUMPSTER BATTLE

Ο Χινάτα και ο Καγκεγιάμα μπορεί να ήταν αντίπαλοι στο γυμνάσιο, όμως, στο λύκειο θα πρέπει να συνεργαστούν για ν’ αντιμετωπίσουν την ομάδα Nekoma. Πρότυπα, αγάπη και αδιαφορία για το άθλημα, προσωπογραφίες σε slow motion και κλειστό γήπεδο volleyball συνθέτουν ένα επεισόδιο που… θα μπορούσες να δεις ευχάριστα ένα Σάββατο πρωί στην τηλεόραση.

ΤΑ ΜΥΑΛΑ ΠΟΥ ΚΟΥΒΑΛΑΣ 2

Η Ράιλι έγινε 13ων ετών, εξελίσσει την αγάπη της για το άθλημα του ice hockey και ο ερχομός της εφηβείας φανερώνει… στο μυαλό της καινούργια συναισθήματα και νευρώσεις που η Χαρά, η Λύπη, ο Φόβος, ο Θυμός και η Αηδία δύσκολα θα παλέψουν στην προσπάθειά τους να συνυπάρξουν.

Ο ΚΑΚΟΣ ΗΘΟΠΟΙΟΣ

Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων ταινίας με θέμα τον παράνομο έρωτα ενός άνδρα και της νέας γυναίκας του πατέρα του, η πρωταγωνίστρια κατηγορεί τον συμπρωταγωνιστή της πως τη βίασε ενόσω «έτρεχε» η ερωτική σκηνή μεταξύ τους. Με τον τελευταίο να εξανίσταται πως εκείνη λέει ψέματα, το συνεργείο όσο και οι δικηγόροι τους προσπαθούν να διαχειριστούν την κρίση.