FreeCinema

Follow us

Η ΑΓΡΙΑ ΑΧΛΑΔΙΑ (2018)

(AHLAT AGACI)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Νούρι Μπιλγκέ Τζεϊλάν
  • ΚΑΣΤ: Ντογκού Ντεμιρκόλ, Μουράτ Τζεμτζίρ, Μπενού Γιλντιριμλάρ, Χαζάρ Εργκιουτσλού
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 188'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: AMA FILMS

Ό,τι ο πατέρας κρατάει κρυφό, βγαίνει στον γιο (τουρκική παροιμία). Καρπίζει, δεν είναι για χόρταση (δικό μας).

Εσχάτως, στους τίτλους τέλους των ταινιών του ο κορυφαίος Οθωμανός auteur συνηθίζει να ευχαριστεί τιτάνες της διανόησης, τους πατεράδες (της τέχνης) του. Στη συγκεκριμένη εκφράζει χάριτες στους Ντοστογέφσκι και Τσέχοφ ξανά αλλά όχι στον Τζέιμς Τζόις, απ’ το «Πορτραίτο του Καλλιτέχνη σε Νεαρά Ηλικία» του οποίου φαίνεται να εμπνέεται σε δομή και περιεχόμενο, διασκευάζοντας και συνεχίζοντάς το με Στέφανο Δαίδαλο έναν 22χρονο, φυσικά σε μια εκδοχή στη σύγχρονη (όχι στις αντιλήψεις) Τουρκία. Εάν δεν το έχει διαβάσει, ισχύει η ρήση «τα μεγάλα πνεύματα συναντώνται», αλλά με τον Τζεϊλάν, ανίκανο να διαβάσει όλους τους δακτυλίους, να κουτσουρέψει όπου πρέπει τα κλαδιά και να ελέγξει τον τάσεων γιγαντισμού κορμό, να αγγίζει μόνο περιοδικά τα υψίπεδα της «Χειμερίας Νάρκης» του, με ένα για τη μεγάλη οθόνη «ιδιότυπο μετα-μυθιστόρημα αυτομυθοπλασίας…ελεύθερο από όποια πίστη, ιδεολογία και συμμαχία» για «τα ουσιώδη μυστικά της ύπαρξης». Έτσι ακριβώς το άγουρο alter ego του, ο Σινάν, περιγράφει το «Η Άγρια Αχλαδιά», το κοινωνικά παρατηρητικό μεν στοχαστικά προσωπικό δε πρώτο συγγραφικό πόνημά του, η Οδύσσεια (για να μείνουμε στον Ιρλανδό νεωτεριστή αλλά και στον Όμηρο, παρακάτω το γιατί) για την έκδοση του οποίου θα τον βγάλει στον πηγαιμό για την επιθυμητή ή κάποια άλλη, όπως αυτή όπου έχει τσακιστεί ο γεννήτοράς του, Ιθάκη.

Μια αγριοαχλαδιά ο ίδιος, στυφός στον λόγο του και με μια μόνιμη έκφραση στραβωμένου με όλα και με όλους ανθρώπου, ο με στρωμένη δουλειά στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση (αλλά με υποχρεωτικό «αγροτικό» στη μεθόριο κι εφόσον περάσει τις προγραμματισμένες εξετάσεις) μα φιλοδοξία λογοτέχνη νέος γυρίζει στη γενέθλια κωμόπολη Τσαν πτυχιούχος. «Αν δεν έχεις λεφτά, δεν έχεις ζωή», είναι η πρώτη κατανοητική κουβέντα που θ’ ακούσει, απ’ τον κοσμηματοπώλη που μεταξύ τυρού και ξέρεις τι θα τον ενημερώσει ότι έχει δανείσει τον πατέρα του. «Μην προσπαθείς να ξεφύγεις απ’ την πραγματικότητα. Κρύβεις το κεφάλι σου στην άμμο», θα ακουστεί απ’ την ηχομπάντα του serial που βλέπουν η μάνα κι η έφηβη αδελφή του όταν πρωτοξαναπατάει πόδι στο σπίτι. Θα τα ακούσει και περί «ευθύνης» απ’ τον Δήμαρχο, που δεν θα χρηματοδοτήσει την κυκλοφορία του γραπτού του επειδή δεν αφορά την ένδοξη ιστορία του τόπου και δεν βοηθάει στον τουρισμό. Από τη συμμαθήτρια που δουλεύει στο χωράφι, φοράει μαντίλα κι έχει λογοδοθεί με προξενιό θα ακούσει «ωραία! Σώσε το τομάρι σου» και «όλα, η ζωή, μοιάζουν τόσο ρόδινα αλλά δεν είναι. Είναι τόσο μαύρα». «Όταν δεν μας βλέπουν, εκτονωνόμαστε πάνω τους», θα ακούσει έναν άλλο συνομήλικο, που τρώει ψωμί στα ΜΑΤ, να λέει στο τηλέφωνο σ’ έναν μπιλιαρδοκαφενέ. «Για να ζήσεις σ’ αυτή τη χώρα πρέπει να προσαρμοστείς», θ’ ακούσει κι απ’ τον ασπούδαχτο χωματουργό λαμόγιο, ενδεχόμενο πάτρονα, που επίσης θ’ αρνηθεί να χορηγήσει την έκδοση μιλώντας του για τους μορφωμένους άφραγκους. «Εκείνη την εποχή οι δάσκαλοι είχαν περισσότερη ελευθερία στη διδακτέα ύλη. Καλό ήταν αυτό!», θ’ ακούσει απ’ τον προσεχώς συνταξιούχο «γέρο» του, που χρωστάει παντού εθισμένος στον επίσημο τζόγο των προποτζίδικων αλλά αστειεύεται υπαινικτικά ενώ τους κόβουν το ρεύμα. «Φτωχός κι επαρχιώτης. Και άνεργος», όπως αυτοπροσδιορίζεται μεμψίμοιρα κάποια στιγμή, ο εκκολαπτόμενος διανοούμενος Σινάν ακούει, ακούει, ακούει. Πώς θα απαντήσει;

«Πρέπει να πέσει ατομική βόμβα», θα πει για τα μέρη του. «Όλοι οι μισαλλόδοξοι μαζεμένοι» για τους νοματαίους. «Είναι μονίμως εξεγερμένος ενάντια στο παράλογο της ζωής» για τον πατέρα του. «Πώς μπορεί ένας συγγραφέας να είναι αξιόπιστος αν δεν μπορεί να δει τον αληθινό εαυτό του;» για την τέχνη του και «η αλήθεια δεν είναι πάντα αρεστή» για το χειρόγραφό του. Αλλά ποια είναι αυτή η αλήθεια, και μπορεί να την κατέχει απ’ τη στιγμή που «υπάρχουν περισσότερες από μία πραγματικότητες», όπως του λέει ο αναγνωρισμένος ομότεχνος απ’ τον οποίο ζητάει feedback αλλά μετά σχεδόν αρπάζει απ’ τα μούτρα συμπεριφορικά και ιδεολογικά; Ο Σινάν (νομίζει ότι) γνωρίζει, και ο Τζεϊλάν, που ορίζει επί τρίωρο τη διαδρομή τού ήρωά του, το ίδιο. Και οι δύο απλώνουν ρίζες πιο μακριά απ’ ό,τι τους παίρνει, χαρακτηριστικότερα σε δύο ιμάμηδες τζόβενα που κλέβουν μήλα από μια Εδέμ επί της… γης, αντιπαρατίθενται θεολογικά σχεδόν καραμαζοφικά και πηγαίνοντας να τελέσουν γάμο για εξτραδάκι ξεμακραίνουν από ένα λοφώδες μονοπάτι μέχρι μια τεϊοποσία, μαζί με τον νεανία, τον ρυθμό και την ιστόρηση. Δεν έχει να κάνει τόσο με τ’ ότι δεν είναι μόνο ο μοντερνιστικός γεροπλάτανος του Τζόις (τα οικονομικά ζόρια των οικείων, μια άσωτη στο διάβα του άβγαλτου, το κήρυγμα του παπά, ο Ρουβίκωνας στο ακρογιάλι, η τέχνη και μόνο ως εικόνισμα, όλα φύονται εδώ παραλλαγμένα) που ξυλεύεται. Γιατί, τρόπον τινά απολογιστικός (εδώ και τα περίχωρα του Τσανάκαλε και το σχολείο τού «Kasaba», ο νατουραλισμός και τα παππούδια τού «Σύννεφα του Μάη», η φαμίλια εκραγείσα και το πλάνο του σκυψίματος στη γέφυρα όπως στο «Τρεις Πίθηκοι», η ματαίωση σ’ ένα μη δοσμένο ραντεβού τού «Κλίματα Αγάπης», το βαθύ κράτος του «Κάποτε στην Ανατολία», η υπεροψία της της πένας της προηγούμενης ταινίας του, το χιόνι και στα τρία τελευταία), ο αποκαλούμενος στη γείτονα «αυτοβιογραφικός λοκαλισμός» τού σκηνοθέτη φυλλορροεί αφηγηματικά, ενώ διαποτίζεται από οπτικοακουστικές αναφορές και προς τον σουφιστή Γιουσούφ Εμρέ, τον Αλμπέρ Καμί, το χολιγουντιανό «Τροία» (σε μια σεκάνς οιονεί δράσης, κυριολεκτικά και μεταφορικά Δούρειο Ίππο, κυριολεκτικά και μεταφορικά όνειρο) και τον Μπαχ, ελέω του «Πασσακάλια και Φούγκα σε Ντο Eλάσσονα» που επανέρχεται σημαινόμενα μουσικά και, του δημιουργού θέλοντος ή μη, σε επίπεδο μεταφοράς για τον μεγαλύτερο, πιο ανεπιθύμητο ρόζο εδώ.

Η πασσακάλια είναι ένα επαναλαμβανόμενο βάσιμο σε τρίσημο ρυθμό. Η φούγκα είναι μια χαλαρή σύνθεση, που δύσκολα μπορεί να τεμαχιστεί σε αυστηρά οριοθετημένα μέρη. Όλα τα τεχνικά και μορφολογικά γνωρίσματά της υπηρετούν το να παρουσιαστεί αρχικά το θέμα, που στη συνέχεια υφίσταται επεξεργασία κι ανελίσσεται καθώς η πλοκή ρέει ασταμάτητα εωσότου φτάσει σε μια κορύφωση όπου κοπάζει προσωρινά η κινητικότητα. Αμέσως, μια γρήγορη αποκλιμάκωση προς το τέλος επαναφέρει τη βασική ιδέα στην αρχική της μορφή, στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησε. Έτσι ακριβώς, οι τρεις σεναρίστες (ο ένας ιμάμης, Ακίν Ακσού, και η σύζυγος τού Τζεϊλάν, Εμπρού, που υπαναχώρησε της εκπεφρασμένης απόφασής της να μην ξαναεργαστεί σε φιλμ του επειδή αυτά υπερβάλλουν σε διάρκεια!) ετεροφωνούν αισθητά, αν όχι στο φροντισμένο αλσύλλιο των χαρακτήρων, στο μπόλιασμά τους και στο… φύτεμα κάποιων διαλόγων, ενώ μια υποπλοκή για 300 απωλεσθέντα ευρώ, η (έντυπη ή όχι;) κατάληξη του προϊόντος της σκέψης του, μια αντιδήλωση μεταμέλειας και μια αφιέρωση από και στη μητέρα αντίστοιχα, το αναπόφευκτα συγκρουσιακό man to man, ο στρατός τρέχουν τον Σινάν – και ψιλοκλαδεύονται στο post ώσπου να πιάσουν την κορώνα αυτής της αρσενικής και με τάλε κουάλε κόμπλεξ «Lady Bird» των γραμμάτων στον Μαρμαρά.

Ίσαμ’ εκεί, έχουν… φυσικά ανθίσει αξέχαστα μπροστά στα μάτια σου, εκτός (της διδασκαλίας) του ensemble και των καδραρισμάτων που δεν σου αφήνουν την παραμικρή σκλήθρα, ευφυολογήματα όπως εκείνο για την πόρτα της τοπικής αρχής, η μονταζιά «pas de deux στην οξιά-σήκωμα αέρα και κάμερας-κλάμα μιας Κίρκης σ’ εδάφη που δεν άρδευσε το Time’s Up», το μακάβρια trompe l’oeil σκηνικό στήσιμο μιας σιέστας – μυρμηγκιάς, η μεταξύ Ταρ και Ταρκόφσκι υπνωτική (#diplhs) λήψη της τρεχάλας του σκύλου υπό τις νιφάδες για μπλουμ στο λιμάνι, η από κάθε άποψη παιγνιωδώς κατεστραμμένη φιγούρα του σωκρατικής μαιευτικής εύχαρι πατέρα όπως θα τη σκάλιζαν από κοινού ο Αντόν κι ο Φιοντόρ στον φλοιό μιας διασταύρωσης «Βυσσινόκηπου» κι «Υπογείου». Προ-είκασμα του (αύριο του) γιου του, στον επίλογο θα τον υποδεχθεί σαν την καλαμιά στον κάμπο στο παλιόσπιτο του σογιού στην ύπαιθρο, στο σκάψιμο ενός πηγαδιού όπου μάταια κόντρα σ’ ό,τι του έλεγαν όλοι χρόνια προσπαθεί να βρει νερό. Ο κανακάρης θα του κάνει πάλι την καρδιά περιβόλι; Το αρτεσιανό φρέαρ του Τζεϊλάν, τζοϊσικό ή όχι, θα αναβλύσει εκεί στο coup de grace του(ς): Non serviam. Ου δουλεύσω. «Είναι κάτι σαν δοκιμασία για την εικόνα που έχεις για τον εαυτό σου. Όσο κι αν προσπαθείς να την κρύψεις, με κάποιον τρόπο αποκαλύπτεται», είχε πει για το γράψιμο στο ξεκίνημα, θαρρείς μιλώντας για τον realisateur του, με τα καλά και τα κακά του, το μυθοπλαστικό φυντανάκι του. Άντε Νούρι, με τα πολλά πολλά δεν έφαγες χώμα πάλι…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Από εικαστικοδραματουργικά σπάνιο μπουμπούκι έως γόνιμου προβληματισμού αντι-ερντογανική σύνθεση, κάθε σοδιά εντυπώσεων από το μπουκέτο των εδώ φίλων τού καλλιεργημένου cineaste είναι πιθανή. Αν ταινία του βλασταίνει πρώτη φορά μπροστά στα μάτια σου, σποραδικά ίσως το βρεις λίγο γλάστρα-με-νόημα ή νιώσεις ότι είδε τα δέντρα κι έχασε το δάσος. Πέρασε κι η μόδα των Σουλεϊμάν κ.λπ., οι του εμπορικού μπορεί να πετάξουν κηπευτικό στην οθόνη αν το τολμήσουν.


MORE REVIEWS

ΠΟΛΥΔΡΟΣΟ

Μάνα και κόρη, αναμνήσεις μιας αγαπημένης γειτονιάς, γεμάτης φαντάσματα της μνήμης, σαν ξεφύλλισμα ενός album φωτογραφιών από περασμένες δεκαετίες, τυπωμένων σε χαρτί Kodak, με τον χρόνο να «θαμπώνει» τη νοσταλγική τετραχρωμία τους.

ΚΛΕΙΔΩΣΕΣ; - ΟΙ ΑΓΝΩΣΤΟΙ

«Αφού χαλάσει το αυτοκίνητό τους σε μια μικρή πόλη, ένα νεαρό ζευγάρι αναγκάζεται να περάσει τη νύχτα σε μια απομακρυσμένη καμπίνα. Αρχίζουν, όμως, να τρομοκρατούνται από τρεις μασκοφόρους αγνώστους χωρίς κίνητρο», μας πληροφορεί το δελτίο Τύπου.

Η ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΤΟΥ

Δίδυμο πληρώματος ασθενοφόρου, αποτελούμενο από έμπειρο διασώστη που «τα έχει δει όλα» και από νεοσύλλεκτο που δεν έχει δει τίποτα ακόμα, βιώνει στο πετσί του τη σκληρή Νέα Υόρκη της νύχτας, με τα δεκάδες μακάβρια περιστατικά της.

Η ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΝΗΜΑΤΟΣ

«Ένας ντετέκτιβ της Αστυνομίας του Σικάγου λαμβάνει μια κλήση ότι ένας κατά συρροή δολοφόνος εμφανίστηκε στη Σκωτία κι έτσι ξεκινά μια προσωπική αποστολή για να λύσει την υπόθεση που τον διέλυσε, πιάνοντας τον υπεύθυνο, ενώ τίποτα δεν είναι ποτέ όπως φαίνεται», μας πληροφορεί το δελτίο Τύπου.

ΒΑΣΙΛΙΑΔΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Παρέα πέντε εφήβων από τους δρόμους του Μεντεγίν ξεκινά ταξίδι προς την κολομβιανή ενδοχώρα, όταν ένας εξ αυτών κατοχυρώνει ιδιοκτησιακό δικαίωμα σε χωράφι που παρανόμως είχε αφαιρεθεί από τη γιαγιά του.