FreeCinema

Follow us

ΧΕΙΜΕΡΙΑ ΝΑΡΚΗ (2014)

(KIS UYKUSU)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Νούρι Μπιλγκέ Τζεϊλάν
  • ΚΑΣΤ: Χαλούκ Μπιλγκινέρ, Ντεμέτ Ακμπάγκ, Μελίσα Σεζέν, Αϊμπέρκ Πεκτζάν, Σερχάτ Κιλίτς, Νεζάτ Ισλέρ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 196'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: AMA FILMS

Μεγαλοαστός Τούρκος γαιοκτήμονας έχει αποσυρθεί στο ξενοδοχείο του προκειμένου να αφιερωθεί στη συγγραφή, έχοντας για συντροφιά τη νεαρή σύζυγο και την αδελφή του. Η ηρεμία της ειδυλλιακής του απομόνωσης, όμως, θα διαταραχθεί όταν ένας φτωχός νοικάρης του θα τον αναγκάσει να συγκρουστεί με τη συνείδησή του, φέρνοντάς τον αντιμέτωπο και με την περιφρόνηση των δύο γυναικών.

Η «Χειμερία Νάρκη» είναι ένα απ’ αυτά τα πολυεδρικά, ακατάτακτα διαμάντια που θα μπορούσαν να τα διεκδικούν διαφορετικές μορφές τέχνης. Ταυτόχρονα με το σινεμά (είναι τουλάχιστον εκθαμβωτικές οι, ταρκοφσκικής υφής, εικόνες με το μεγαλείο τού φυσικού τοπίου που ανακόπτουν τους χείμαρρους του λόγου), το θέατρο και η λογοτεχνία. Ο Τζεϊλάν («Μακριά», «Κάποτε στην Ανατολία») έχει παραδεχθεί σε συνέντευξη, ότι ήθελε να διαπιστώσει κατά πόσο λειτουργεί ο λόγος τού Ντοστογιέφσκι ή του Σαίξπηρ σε κινηματογραφικό πλαίσιο. Μπέργκμαν, Ντοστογιέφσκι, Ταρκόφσκι, Σαίξπηρ, Τσέχωφ: να οι επιρροές του πιο πρόσφατου Χρυσού Φοίνικα. Και όχι μόνο. Στο γραφείο του ξιπασμένου μεγαλοαστού, πρώην ηθοποιού, Άιντιν, φιγουράρει μια αφίσα απ’ τον θεατρικό «Καλιγούλα» του Αλμπέρ Καμύ. Η λεπτή ειρωνεία με την οποία αντιμετωπίζεται η υποκρισία των αστών φέρνει στον νου τον Σαρτρ. Οι φιλοσοφικές αναζητήσεις δεν σταματούν στους – καταπληκτικούς, αν με ρωτάς – μονολόγους, με τους οποίους οι ήρωες επιχειρούν να αποδομήσουν ηθικά ο ένας τον άλλον. Όλο το έργο λειτουργεί σαν επικός φιλμικός στοχασμός πάνω στις έννοιες της ευθύνης, της ελευθερίας, του Καλού και του Κακού, της συνείδησης, του ανθρώπινου χρέους, του σκοπού μας στον κόσμο ή της ανυπαρξίας αυτού.

Το σπουδαίο στο φιλμ του Τζεϊλάν, όμως, δεν είναι ότι πραγματεύεται μεγάλα θεωρητικά ζητήματα μέσα από, ψυχολογικά εξαντλητικές για τους χαρακτήρες του, λεκτικές αναμετρήσεις. Αλλού έγκειται η αξία του: στο ότι πρόκειται για ένα έξοχο πολιτικό έργο. Κάτω από την επικάλυψη των υπαρξιακών και μοραλιστικών προβληματισμών βρίσκεται ένας πυρήνας κοινωνικοπολιτικής κριτικής που συναρπάζει. Αυτή εδώ είναι μια ιλαροτραγωδία για τις τάξεις, την υλική ένδεια και τον πνευματικό ταρτουφισμό, που κανέναν δεν αγιοποιεί. Δεν είναι τυχαίο ότι ο σκηνοθέτης τη μια τονίζει το κωμικό και την άλλη το τραγικό στοιχείο, σε κάθε ήρωα. Δεν υπάρχει κανείς που να δικαιούται την αμέριστη συμπόνια μας, κανείς όμως, επίσης, που να μην κερδίζει (στιγμιαία έστω) λίγο από τον θαυμασμό μας. Ο επηρμένος διανοούμενος Άιντιν τη μια μας εξοργίζει σαν άεργος ξερόλας, την άλλη προκαλεί το γέλιο με την κενοδοξία του – κι όταν νομίζουμε πως τον απεχθανόμαστε, γιγαντώνεται μπροστά μας σαν ένα πλάσμα γοητευτικά ατελές, συνταρακτικά ανθρώπινο μέσα στη μικρότητά του, εντελώς οικείο στον σπαραγμό του. Κι ο ταλαίπωρος ιμάμης Χάμντι (εκπληκτική η ερμηνεία του Σερχάτ Κιλίτς, σ’ έναν ρόλο που περικλείει όλους τους ηττημένους αυτού του κόσμου) αιφνίδια σταματάει να δείχνει θλιβερός (παγιδευμένος καθώς είναι στη δουλοπρέπειά του), για να μετατραπεί σ’ έναν αληθινό ήρωα της καθημερινής απαντοχής, του τίμιου μόχθου και της μεγάλης ηθικής υπεροχής σε σχέση με πλάσματα δειλά, εγκλωβισμένα, υπερφίαλα.

Οι πλούσιοι, που έχουν λύσει τα βασικά θέματα επιβίωσης, υποφέρουν σε επίπεδο μεταφυσικό. Αρκεί, όμως, μια ματιά στον κόσμο των φτωχών για να μετατραπούν οι αγωνίες τους σε ψευδοπροβλήματα (όπως θα έλεγε ο Μπερξόν), σε εξοργιστικές γελοιότητες ή επιδείξεις τυφλής ματαιοδοξίας. Το πλέον αδάμαστο, το αυθεντικά υπεράνθρωπο (με τη νιτσεϊκή έννοια) ον της ταινίας, αν και φαινομενικά κατοικεί στον δεύτερο κόσμο, αυτόν της ανέχειας, ουσιαστικά ίπταται απελευθερωμένο πάνω κι απ’ τους δύο. Δεν το περιέχει κανένας νόμος, γιατί στον πάτο της ανθρώπινης συνθήκης ανακαλύπτει το πέρασμα που το οδηγεί στη θεϊκή. Ο πατέρας με την πληγωμένη αξιοπρέπεια, αυτό το ντοστογεφσκικό πλάσμα της απόλυτης απάρνησης και της αβυσσαλέας περηφάνιας, είναι κι ο μόνος χαρακτήρας που υπερβαίνει τους ταξικούς προσδιορισμούς στους οποίους υπάγονται όλοι οι υπόλοιποι ήρωες, τόσο σε επίπεδο σκέψεων όσο και σε επίπεδο πράξεων. Μ’ αυτόν, το φιλμ αποδεσμεύεται απ’ τον ρεαλισμό και εγκαθιδρύεται στην περιοχή της καθαρής, αισθητικής μαγείας.

Οργανωμένο θεατρικά σε πέντε πράξεις μακροσκελούς διαλόγου, με ενδιάμεσα ιντερμέδια, εικαστικά ανώτερων κάδρων που «μπάζουν» ξανά το επικό κινηματογραφικό στοιχείο, τη στιγμή που πας να το ξεχάσεις, το φιλμ του Τζεϊλάν μιλά για τη σύγχρονη Τουρκία, τις κοινωνικές της ανισότητες και τα βαθιά πολιτικά προβλήματα, αλλά μόνο επιφανειακά θα μπορούσε να το δει κανείς σαν ένα έργο τοπικής εμβέλειας. Οι φιλοδοξίες του είναι πολύ μεγαλύτερες. Περισσότερο από τον σύγχρονο Τούρκο, το κατοικεί ο σύγχρονος άνθρωπος. Σε ό,τι το θεϊκό ή κτηνώδες μπορεί να διαθέτει. Η σπουδή χαρακτήρων εδώ αγγίζει τα όρια του απόλυτου ξεμπροστιάσματος, δεν υπάρχει πτυχή ή ραφή τού ανθρώπινου όντος που να μην εκτίθεται στα μάτια τού θεατή, αν ο τελευταίος έχει τη διάθεση να κοιτάξει καλά. Μέσα από έναν καταρράκτη λέξεων (που η καθεμιά τους λυγίζει κάτω απ’ το βάρος κρίσιμων σημασιών), οι ήρωες του Τζεϊλάν, άλλοτε σαν ψυχολογικά αρχέτυπα κι άλλοτε ως ιδιαίτερες περιπτώσεις ευρύτερων κατηγοριών (όπως όλοι μας, ανάλογα με τη θέση που κατέχουμε στην ταξική, κοινωνική, γεωγραφική κλίμακα), μετατρέπονται σε καθρέφτες, επάνω στους οποίους αντικατοπτρίζεται το ατέρμονο γαϊτανάκι των σχέσεων εξουσίας.

Προκειμένου να δώσει όσο πιο γλαφυρά γίνεται την κρυμμένη αλήθεια των δεσμών μεταξύ ανθρώπων (είναι η Εξουσία ως Αγάπη), ο πολυβραβευμένος σκηνοθέτης δεν φείδεται του κινηματογραφικού χρόνου, πράγμα που ενδέχεται να ενοχλήσει αρκετούς. Τα 196 λεπτά της «Χειμερίας Νάρκης» σίγουρα θα τρομάξουν πολύν κόσμο που μπορεί, εξ αυτού, να στερηθεί μια απ’ τις πιο μυσταγωγικές φιλμικές εμπειρίες των τελευταίων ετών. Και θα είναι κρίμα γιατί άλλο ψεγάδι σ’ αυτή την κολοσσιαία αναπαράσταση ιδεών (πρόκειται για σκεπτόμενο σινεμά με όλη τη σημασία τού όρου) δεν μπορείς εύκολα να εντοπίσεις. Ο κινηματογράφος τα τελευταία χρόνια όλο και πιο σπάνια μας παρουσιάζεται τόσο αρχοντικός, μεγάλος, βαθύς, απεριόριστος. Οι λάτρεις των γρήγορων απολαύσεων, λοιπόν, που «χτυπάνε» ταινίες – σφηνάκια στα ενδιάμεσα άλλων διαδικασιών και αντιμετωπίζουν το σινεμά σαν αφορμή για να ξεσκάσουν, μπορούν και πρέπει να διαλέξουν κάτι άλλο για τη νυχτερινή τους έξοδο. Εκείνοι που βρίσκουν καθαρμό και λύτρωση μέσα στις σκοτεινές αίθουσες, όμως, στην ιερουργία του Τζεϊλάν θα προσέλθουν ως προσκυνητές.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Αυτοί που έχουν εκτιμήσει το βραβευμένο έργο του Νούρι Μπιλγκέ Τζεϊλάν μέχρι στιγμής, στη «Χειμερία Νάρκη» θα έρθουν αντιμέτωποι με το αδιαφιλονίκητο «έπος» του. Όσοι, πάλι, αγαπούν το σινεμά έτσι όπως το απογείωσε ο μεταφυσικός λυρισμός τού Ταρκόφσκι και η υπαρξιακή αγωνία (η εκπεφρασμένη μέσω ποιητικού, θεατρικών καταβολών λόγου) τού Μπέργκμαν, πρόκειται να συγκλονιστούν. Όλοι οι υπόλοιποι κινδυνεύουν να εξαντληθούν απ’ την «τερατώδη» διάρκεια και τον ατέλειωτο διάλογο, γι’ αυτό ας προχωρήσουν με δική τους ευθύνη.


MORE REVIEWS

ΣΤΕΝΕΣ ΕΠΑΦΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑΒΟΛΟ

Στα 1977, ένα βραδινό τηλεοπτικό talk show με θέμα τον εορτασμό του Halloween και καλεσμένους με ειδίκευση στο μεταφυσικό εξελίσσεται με τον εντελώς λάθος και εκτός προγραμματισμού τρόπο σε ζωντανή μετάδοση.

BACK TO BLACK

Η σύντομη πορεία της μουσικής καριέρας της Έιμι Γουάινχαουζ, παράλληλα με προσωπικές στιγμές που την οδήγησαν σε ένα τόσο απότομο και άδοξο τέλος.

GHOSTBUSTERS: Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δαιμονική οντότητα που (πίσω στα 1904) προσπάθησε να κατακτήσει τον κόσμο με στρατιά από φαντάσματα, τρεφόμενη με αρνητικά συναισθήματα ώστε να μειώσει τις θερμοκρασίες στο απόλυτο μηδέν, επιστρέφει στη Νέα Υόρκη του σήμερα για να… το προσπαθήσει ξανά! Who you gonna call?

ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΝΕΟΙ

Οι ελπίδες και τα όνειρα μιας χούφτας επίδοξων ηθοποιών του περίφημου Théâtre des Amandiers στο Παρίσι των μέσων της δεκαετίας του ‘80.

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ

Αμερικανική οικογένεια μετακομίζει σε εξοχική αγγλική έπαυλη, δίχως να λογαριάζει τη φήμη πως το νέο τους σπίτι είναι… στοιχειωμένο εδώ και τρεις αιώνες. Και το φάντασμα του Σερ Σάιμον δεν πολυγουστάρει τους απρόσκλητους επισκέπτες!