FreeCinema

Follow us
18.1115:30

«Σπιρτόκουτο: The Musical»: ΓΑΜΗΣΕ!


Εδώ και μερικές μέρες, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, με το ανέβασμα της μεταφοράς της πρώτης ταινίας του Γιάννη Οικονομίδη σε μορφή… μιούζικαλ, συμβαίνει ότι σπουδαιότερο θα ζήσει το ελληνικό θέατρο σε τούτη τη σεζόν. Το «Σπιρτόκουτο: The Musical» δεν γίνεται να έχει αντίπαλο δέος!

«Μερικές δεκαετίες αργότερα, το ‘Σπιρτόκουτο’ παραμένει μικρό σε μέγεθος, μα μ’ ένα πελώριο στόμα που δε σταματά να σε ‘λούζει’, μπας και ξυπνήσεις από έναν κοινωνικό λήθαργο (του τότε και του τώρα), την αμέτοχη έκρηξη του ‘απολιτίκ’ ρόλου των social media στη ζωή του πλέον ηλίθιου ‘νεοέλληνα’ (που ισοπέδωσε σχεδόν τα πάντα μετέπειτα). Της πλειοψηφίας των ‘πατρίς, θρησκεία, οικογένεια’ ζώων, από τα οποία αποτελείται αυτός ο λαός.»

Το άνωθεν απόσπασμα προέρχεται από την πρόσφατη κριτική που έγραψα με αφορμή την επετειακή επανέκδοση του κινηματογραφικού «Σπιρτόκουτου» τον περασμένο Σεπτέμβρη. Είκοσι (!) χρόνια μετά, αυτό το έργο που με τη γλώσσα του άφησε παντοτινά σημάδια στο ελληνικό σινεμά ζωντανεύει (#diplhs) κυριολεκτικά κι εντονότερα από ποτέ σαν… μιούζικαλ, στην κεντρική σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση, από μία ομάδα καλλιτεχνών που χωρίς ν’ αποτελούν απαραίτητα παρεάκι… «διαφορετικότητας» και «σκεπτόμενης» αρτιστικίλας, αποδείχθηκε πως ήταν η ιδανική σύνθεση συντελεστών για να φέρουν εις πέρας το ανέβασμα μιας παράστασης που θ’ αφήσει εποχή. Όχι μονάχα ως την καλύτερη θεατρική παραγωγή της Στέγης (μέχρι σήμερα).

Στο άκουσμα του εγχειρήματος ότι το «Σπιρτόκουτο» θα μετατραπεί σε μιούζικαλ και με φημολογίες περί των ονομάτων που ήταν attached σε αυτό, με είχε πιάσει… πανικός! Το όλο σχήμα πήρε άλλη μορφή σταδιακά (κάνω το σταυρό μου, ο #agnostic!) και με την καλλιτεχνική επιμέλεια του Γιάννη Οικονομίδη ήταν προφανές πως επρόκειτο να παρακολουθήσουμε το πιο τολμηρό στοίχημα τούτης της θεατρικής σεζόν. Μέχρι τη στιγμή της προχθεσινής πρεμιέρας, οι πρώτοι θεατές της παράστασης μιλούσαν απόλυτα διχαστικά, μπερδεύοντας κάθε είδους προσδοκία. Ας ξεκαθαρίσω λίγο καλύτερα τι είναι το «Σπιρτόκουτο: The Musical», λοιπόν.

Η δράση της ταινίας μεταφέρθηκε σ’ ένα εκπληκτικό σκηνικό της Εύας Γουλάκου που συνδυάζει το εικαστικό της πρωτότυπης αφίσας του φιλμ με το εσωτερικό της οικίας του Δημήτρη, του πάτερ φαμίλια από τον Κορυδαλλό με τ’ όνειρο ν’ ανοίξει ένα «κυριλάτο» εστιατόριο, επειδή η περιοχή δεν έχει κάτι τέτοιο (γέλια στο βάθος). Ο συνέταιρος στην καφετέρια που ήδη έχουν σκέφτεται πως πάνε να κάνουν μαλακία και του τσιτώνει τα νεύρα μέσα σ’ ένα αρκετά τεταμένο κλίμα λόγω βλάβης του κλιματιστικού, αλλά και «εμπόλεμης» κατάστασης με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας: τη μάνα που όλοι τους φοβούνται μην ξεσπάσει, τα δύο ανεπρόκοπα παιδιά τους και τη θεούσα αδελφή του που… βρωμάει (κατά τα λεγόμενα της συζύγου).

Ένα είδος «χορού» σε ρόλους «baladeur» για διάφορες ανάγκες σκηνών και τραγουδιστικών νούμερων, μαζί με τα μέλη της μπάντας που παίζει ζωντανά επί σκηνής, έχουν προστεθεί στους ήδη γνωστούς χαρακτήρες του φιλμ, του οποίου η δραματουργία έχει διατηρηθεί στο ακέραιο, δίχως να επιχειρεί έναν κάποιο «εκσυγχρονισμό» στο σήμερα. Ειλικρινά, έτσι κι αλλιώς, δεν έχουν αλλάξει και πολλά στην ελληνική κοινωνία. Ή τουλάχιστον στο συγκεκριμένο κομμάτι της. Και… τα δύο «Σπιρτόκουτα» απέχουν των εξελίξεων, δεν έχουν για προτεραιότητα το ν’ ασκήσουν κριτική σε οτιδήποτε συμβαίνει εκεί έξω, απλά αλληλοσφάζονται… ενδοσκοπικά, λες και ολόκληρο το σύμπαν αποτελείται από τον μικρόκοσμό τους και την… ατομική επιβίωση του κάθε ήρωά τους. Η επιδίωξη πλουτισμού και τα γκομενικά είναι το κέντρο βάρους της ζωής, η οποία τους φέρθηκε τόσο σκληρά, απαιτώντας από αυτούς να συμβιώνουν σ’ ένα μίζερο διαμερισματάκι ταξικά αμφιλεγόμενης (και κάτω…) γειτονιάς.

Το πρωτότυπο μουσικό έργο των Γιάννη Νιάρρου και Αλέξανδρου Λιβιτσάνου προκαλεί εξαρχής ένα μικρό σοκ, καθώς οι διάλογοι της ταινίας καλούνται να μοιάσουν με κανονικό libretto, διατηρώντας εκείνο το κλασικό φιλμικό μπινελίκι που στο πέρασμα του χρόνου εμπλούτισε εκφραστικά την καθομιλουμένη με μια μεγάλη ανθολογία ατακών. Σε κάθε επόμενο τραγούδι, η αίσθηση του σοκ μεγαλώνει! Γιατί εδώ έχουμε να κάνουμε μ’ ένα μιούζικαλ… «χωνευτήρι» εντελώς διαφορετικών μεταξύ τους μουσικών ειδών. Ένα είδος «jukebox» που σου βαράει σφαλιάρες randomly, χωρίς να μπορείς να φανταστείς τι θ’ ακολουθήσει. Δημοτικό, «σκυλάδικα», jazz, operetta, funk, latin, trap, «κοριτσίστικη» pop και… ντισνεϊκού τύπου tunes (κόντεψα να πάθω ανακοπή από το γέλιο εδώ) κάνουν έναν μαραθώνιο ταπηροκρανίασης που εκφράζει δημιουργικά και οργασμικά εμπνευσμένα το πολιτισμικό αλαλούμ τούτης της χώρας.

Χωρίς να θέλουν να «πατήσουν πόδι» πάνω στο έργο, οι μουσικές συνθέσεις του Νιάρρου και του Λιβιτσάνου δίνουν έναν ολότελα δικό τους αγώνα να σεβαστούν (#irony) το επικών διαστάσεων υβρεολόγιο (το οποίο ξεπερνά ακόμη κι εκείνο της ταινίας!) που εδώ υπογράφει ο Οικονομίδης και ο Δώρης Αυγερινόπουλος. Το αποτέλεσμα είναι μία μουσική… «χυσοκαταπιόλα» (υιοθετώ τη φρασεολογία του θεατρικού «Σπιρτόκουτου», προφανώς) λαϊκών προδιαγραφών, όχι από την ζορισμένα «intellectuel» σκοπιά υπεροπτικού σαρκασμού απέναντι στην κοινωνική λουμπεναρία, αλλά με μια ξεδιάντροπη αυθεντικότητα και τιμιότητα που αντί να σου προσφέρει το σύνηθες θέαμα «κλειδαρότρυπας» των κατώτερων στρωμάτων, σου τα πετάει στα μούτρα και σε προκαλεί να… καυλώσεις! Με το καταστασιακό, τη γλώσσα, τη «χυδαία» μείξη των μουσικών ειδών τα οποία δεν επιχειρούν με την καμία να πετύχουν κάποια «γέφυρα» συνάντησης. Αυτό το… «μπουρδέλο» δεν φτιάχνεται. Διότι αποτελεί μία όψη της ελληνικής πραγματικότητας, ίσως τη συνταρακτικά ισχυρή πλειοψηφία της, την οποία εμείς, οι «άλλοι», οι… «πολιτισμένοι», δεν θέλουμε να συνειδητοποιούμε πως γειτονεύει ακριβώς δίπλα μας, σε ολόκληρο το εύρος τούτης της χώρας.

Το μιούζικαλ «Σπιρτόκουτο» που σκηνοθέτησε ο Νιάρρος είναι ένα ψυχαγωγικό joyride που μέχρι και με το επιθεωρησιακό τολμά να κωλοτριφτεί ενίοτε, χαρίζοντας αδιάκοπο και σπαρταριστό γέλιο, από εκείνο που ο μέσος θεατής εξωτερικεύει για να κρύψει τον βαθύτερο κομπλεξισμό του. Και είναι πραγματικά θαρραλέα και πολιτιστικά δημοκρατική η τόλμη που επέδειξε η Στέγη, στηρίζοντας ένα τόσο καθαρό και άμεσο στις προθέσεις του θεατρικό ανέβασμα, χωρίς τον παραμικρό φόβο της ενόχλησης, σε μία εποχή όπου η γαμημένη «πολιτική ορθότητα» κοντεύει να καταπλακώσει δημόσιο λόγο και άποψη σε… οποιοδήποτε θέμα!

Το τελευταίο μέρος της παράστασης σου κόβει το γέλιο και τον αέρα μαζί. Ο Δημήτρης του Γιάννη Αναστασάκη είναι πια μια μάζα από κρέας που πάλλεται σαν ετοιμοθάνατο σφαχτάρι, μπροστά σ’ έναν όχλο… πρώτου βαθμού συγγένειας που τον καλεί να φουντάρει στο κενό. Ενώ ήδη έχει πέσει ακόμα πιο χαμηλά. Έστω κι αν η ζωή μπορέσει να συνεχιστεί, η σύμβαση της συνύπαρξης χάνει τα λόγια της, το νόημά της. Βυθίζεται σε μια σιωπή ήττας ανεπανόρθωτης, που φέγγει δειλά μπροστά από την ακτινοβολία της οθόνης μιας τηλεόρασης. Είναι αργά, πια.

Έχει τόσο μεγάλα αρχίδια αυτή η αριστουργηματική παραγωγή, που λες κι απογειώνουν το κτήριο της Στέγης στη λεωφόρο Συγγρού υψηλότερα από ποτέ. Τόσο ψηλά, ώστε ν’ αξίζει να φυσήξει ένα αεράκι που θα της επιτρέψει να «πετάξει» το «Σπιρτόκουτο: The Musical» και μέχρι πολλές άλλες πρωτεύουσες του υπόλοιπου πλανήτη. Για να μάθουν ότι στην Ελλάδα η Τέχνη μπορεί να συμβαίνει ακόμα. Με κοινωνικό πρόσημο, με γλώσσα τραχιά και μια αλήθεια που σου γαμάει τα σωθικά, αφού πρώτα σ’ έχει εξαντλήσει από το γέλιο, για να σε βγάλει ράκος στην ψυχή.

Με μια τέτοια θεατρική παράσταση σήμερα στην Αθήνα, είναι ν’ απορείς που όλες οι υπόλοιπες σκηνές αυτής της πόλης τολμούν να πιστεύουν πως έχουν κάτι να προτείνουν. Από κάθε άποψη.

Υ.Γ. Σας αρέσει ή όχι, το μπινελίκι αυτού εδώ του μιούζικαλ, σε μια περίοδο λογοκρισίας και φρικτής καταπίεσης απέναντι στον ελεύθερο λόγο, αποτελεί θρίαμβο έκφρασης και αισθητικού επιπέδου. Γιατί μιλά κατάμουτρα στον κόσμο. Όχι πίσω από τις πλάτες του. Όπως όλοι κάνετε στην αληθινή ζωή…

Το «Σπιρτόκουτο: The Musical» θα παίζεται στην κεντρική σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση (Συγγρού 107) έως τις 30 Δεκεμβρίου, κάθε Τετάρτη – Κυριακή, στις 20:30. Η παράσταση είναι κατάλληλη από 18 ετών και άνω. Περισσότερες πληροφορίες εδώ.