FreeCinema

Follow us

ΝΑ ΖΕΙ ΚΑΝΕΙΣ Ή ΝΑ ΜΗ ΖΕΙ; (1942)

(TO BE OR NOT TO BE)

  • ΕΙΔΟΣ: Κωμωδία
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ερνστ Λιούμπιτς
  • ΚΑΣΤ: Κάρολ Λόμπαρντ, Τζακ Μπένι, Ρόμπερτ Στακ, Φέλιξ Μπρεσάρτ, Λάιονελ Άτγουιλ, Στάνλεϊ Ρίτζες, Σιγκ Ρούμαν, Τομ Ντούγκαν
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 99'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: SUMMER CLASSICS

Στην υπό γερμανική κατοχή Βαρσοβία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ένας θεατρικός θίασος χρησιμοποιείται από τους αντιστασιακούς για να εντοπίσει έναν Γερμανό κατάσκοπο. Το πρωταγωνιστικό ζεύγος, που βρίσκεται διαρκώς… στα μαχαίρια, θα καταφέρει να ερμηνεύσει αλάνθαστα τους ρόλους του και να ξεγελάσει τους Ναζί;

Με τι μπορούμε να γελάμε; Ποια είναι τα όρια του επιτρεπτού στο χιούμορ; Και πόσο τα επηρεάζει το timing όλα αυτά; Σήμερα, ζούμε σε καιρούς «πολιτικής ορθότητας», όταν το παραμικρό μπορεί να «θίγει», να καταντά προσβλητικό για κάποιους, να σοκάρει άλλους και, σε απόλυτο βαθμό υστερίας, να πρέπει να «λογοκριθεί» (ακόμη!) για να έρθει στα μέτρα τού μαζικά αρεστού κι αποδεκτού. Στο «Να Ζει Κανείς ή να μη Ζει;» του Ερνστ Λιούμπιτς, ένα κυριολεκτικό μεγαλούργημα κωμωδίας που παραμένει αξεπέραστο στο πνεύμα του, υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ατάκα η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν παράδειγμα για τα λεγόμενά μου: «What he did to Shakespeare, we are now doing to Poland»! Χαρακτηρίζει το επίπεδο της ερμηνείας του Άμλετ από τον κεντρικό ήρωα του φιλμ, ο οποίος… γαμάει το σαιξπηρικό έργο με τον τρόπο που οι Γερμανοί γάμησαν την Πολωνία στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η πρόταση αυτή δεν περιλαμβάνει την όποια βωμολοχία, ο λεκτικός υπαινιγμός, όμως, είναι προφανέστατος. Για πολλούς, αυτή η ατάκα σήμερα μοιάζει πιο controversial ή «ανεπίτρεπτη» σε σχέση με το πόσο πρέπει να σεβόμαστε την ιστορική μνήμη και τα θύματα εκείνου του μεγάλου πολέμου. Πόσο αποκαρδιωτικά παράδοξο, ε; Το κοινό (όσο και οι εμπνευστές της) τότε είχε τα κότσια ν’ ακούσει, να αντιληφθεί και να γελάσει μ’ αυτή, βιώνοντας τον συγκεκριμένο πόλεμο, ο οποίος έμελλε να λήξει στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1945.

Στο σύγχρονο παρόν, το σινεμά μπορεί να παράγει… «Τζότζο». Φαντεζί μετριότητες, με κάμποσες σκηνές από τις οποίες θα πρέπει να αποτελείται ένα καλό… trailer, ολίγη από χιούμορ κακού viral αστείου και οπτική… Instagram-ική. Το 1942, όμως, υπήρχε ένας σπουδαίος Γερμανός δημιουργός, ο Ερνστ Λιούμπιτς, ο οποίος είχε μετακομίσει στο Χόλιγουντ πριν τον πόλεμο, γοητευμένος από τον τρόπο που δούλευε η βιομηχανία του θεάματος. Το 1939 σκηνοθετεί την Γκρέτα Γκάρμπο στην περίφημη «Νινότσκα», αλλάζοντας τα φώτα στο κομμουνιστικό καθεστώς, και με το φιλμ που μας απασχολεί εδώ τολμά να σατιρίσει ένα έντονο τραύμα που ζούσε την ίδια στιγμή ολόκληρος ο κόσμος και δη η Ευρώπη. Υπάρχει μία φήμη που θέλει τον Λιούμπιτς να συμμετείχε στη σεναριακή διασκευή του «To Be or Not to Be», πράγμα που δεν θα με εξέπληττε καθόλου, καθώς το μεγαλύτερο μέρος της φιλμογραφίας του χαρακτηρίζεται από ένα χιούμορ που «σφάζει»… με το γάντι.

Το φιλμ τοποθετείται στην πολωνική πρωτεύουσα στα 1939, πριν από την εισβολή των γερμανικών κατοχικών δυνάμεων. Ένας φημισμένος θεατρικός θίασος επιχειρεί να ανεβάσει το «Gestapo», μια πρωτότυπη αντι-ναζιστική σάτιρα, που δεν ανεβάζει ποτέ αυλαία, καθώς η κυβέρνηση δεν επιδιώκει να χαλάσει τις (δημόσιες) σχέσεις της με τη Γερμανία (είχε ένα επιπλέον νόημα η εισαγωγή τούτης της κριτικής…). Αντ’ αυτού, ο «Άμλετ» του Σαίξπηρ παίζεται ξανά και ξανά, με έναν ένστολο θεατή να σηκώνεται από το κάθισμά του και να εγκαταλείπει την αίθουσα στο άκουσμα της κλασικής ατάκας «Να ζει κανείς ή να μη ζει;»! Το clue έχει να κάνει με την καθοδήγηση της συζύγου του θιασάρχη / πρωταγωνιστή, η οποία φλερτάρει εκ του ασφαλούς με τον νεαρό αξιωματικό στα παρασκήνια, για όσο διαρκεί ο μεγάλος σαιξπηρικός μονόλογος! Σε μία από τις επαναλαμβανόμενες… τάσεις φυγής του υπολοχαγού προς τα παρασκήνια, «σκάει» και η είδηση της εισβολής των Γερμανών στην Πολωνία, ο νεαρός πιλότος φεύγει για τον πόλεμο και το ζεύγος των Τούρα αγωνίζεται να μείνει ζωντανό στα ερείπια της βομβαρδισμένης του πόλης.

Η (επίσης βασική) υποπλοκή της ύπαρξης ενός Γερμανού κατασκόπου, που κρατάει στα χέρια του λίστα με ονόματα συγγενών αξιωματικών των συμμαχικών δυνάμεων την οποία σκοπεύει να παραδώσει στους Ναζί στη Βαρσοβία, μπαίνει στο φιλμ κάπως άκομψα ή απότομα (έστω), αλλά ο κατόπιν χειρισμός της είναι εξαιρετικός, δημιουργώντας ένα όργιο κωμικών παρεξηγήσεων, καθώς ο Τζόζεφ Τούρα αναλαμβάνει τον πιο επικίνδυνο ρόλο της καριέρας του, να υποδυθεί τον (πλέον γνωστό και στο κοινό) μυστικό πράκτορα των Γερμανών.

Φυσικά, η υποδοχή του φιλμ ήταν σχετικά αμφιλεγόμενη το ’42 (ναι, πάντοτε υπάρχουν και «αυτοί»…). Μερίδα κριτικών εξέλαβε το χιούμορ της ταινίας σαν κακή φάρσα, ενώ κάποιοι θεατές ενοχλήθηκαν από το «θράσος» του Λιούμπιτς να σπάει πλάκα με κάτι τόσο δυσάρεστο και ρεαλιστικό όπως η ναζιστική απειλή. Όλα αυτά, όμως, κυρίως στην Αμερική, καθώς το έργο (με εξαίρεση την Αγγλία) άρχισε να παίζεται στους ευρωπαϊκούς κινηματογράφους από τα τέλη του 1946. Η αναγνώριση του «Να Ζει Κανείς ή να μη Ζει;» είναι καθολική σήμερα, όχι μονάχα χάρη στο κωμικό timing και τον συναρπαστικό ρυθμό αφήγησης στη σκηνοθεσία του Λιούμπιτς, αλλά και για τις συγκινητικά πετυχημένες ερμηνείες ενός ensemble ηθοποιών που σχεδόν σε κάνουν να ξεχνάς ότι ζουν κάτι το ψεύτικο καταστασιακά! Χωρίς να παραγνωρίζεται και η αξία της ειρωνείας απέναντι στις συμπεριφορές των τελευταίων, σε συνδυασμό με την τέχνη τους και τα όρια του να υποδύεσαι… τη ζωή. Άλλα λόγια είναι περιττά. Μιλάμε για απόλυτα κλασική περίπτωση ταινίας. Δείξτε τον σεβασμό που της αρμόζει.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Ένα από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα που μας έδωσε ποτέ το είδος της κινηματογραφικής κωμωδίας, με αγέραστο και σπάνια πνευματώδες χιούμορ. Μονάχα ένα πράγμα θα προσθέσω. Στην προβολή του φιλμ στο ΞΑΦΝΙΚΑ ΦΕΤΟΣ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ του περασμένου Ιουλίου το κοινό χειροκροτούσε στο φινάλε. Φοβερό (και σπάνιο) συναίσθημα.


MORE REVIEWS

Η ΦΩΛΙΑ

Υπερφιλόδοξος entrepreneur ζητά από την οικογένειά του να μετακομίσουν στην πατρίδα του, την Αγγλία, για να κυνηγήσει μεγάλη επαγγελματική ευκαιρία. Στα ξαφνικά, θα βρεθούν να κατοικούν σε εξοχική έπαυλη και υπεράνω των δυνατοτήτων τους, με την κρίση να τους πλησιάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα…

ΘΑ ΕΡΘΕΙ Η ΦΩΤΙΑ

Έχοντας εκτίσει μεγάλο μέρος της ποινής του, ο Άμαντορ αιφνιδιάζει τους κατοίκους του χωριού του, βγαίνοντας από τη φυλακή πριν από την ώρα του. Επιστρέφοντας στο σπίτι της γηραιάς μητέρας του, θα αντιμετωπίσει μονάχα την ψυχρότητα αυτής της μικρής κοινωνίας που δεν θέλει να σχετίζεται με έναν εμπρηστή.

Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ

Χάνοντας τους γονείς της από επιδημία χολέρας, η δεκάχρονη Μέρι αφήνει την Ινδία της δεκαετίας του ’50, ώστε να ζήσει στην έπαυλη του θείου της, στο Γιόρκσαϊρ της Αγγλίας. Εκεί θ’ ανακαλύψει τα πολλά κρυμμένα μυστικά του σπιτιού και θα δώσει νέα πνοή στο «μαραμένο» περίγυρο της.

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΜΑΣ

Δεκαπέντε χρόνια μετά τις σοβαρότατες απώλειες του Δευτέρου Παγκοσμίου, μια γυναίκα θα έρθει και πάλι αντιμέτωπη με το εφιαλτικό παρελθόν, όταν πιστέψει πως ο γείτονάς της είναι ο αξιωματικός των SS που την είχε κακοποιήσει βάναυσα λίγο πριν το τέλος του μεγάλου πολέμου.

ANTEBELLUM: Η ΕΚΛΕΚΤΗ

Οι ζωές μιας μαύρης σκλάβας σε βαμβακοφυτεία του Νότου στον 19ο αιώνα και μιας μαύρης κοινωνιολόγου και διακεκριμένης συγγραφέως στο παρόν πρόκειται να συναντηθούν με έναν (ελαφρώς) αναπάντεχο τρόπο.