FreeCinema

Follow us

ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΙΝΙΣΕΡΙΝ (2022)

(THE BANSHEES OF INISHERIN)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μάρτιν ΜακΝτόνα
  • ΚΑΣΤ: Κόλιν Φάρελ, Μπρένταν Γκλίσον, Κέρι Κόντον, Μπάρι Κίγκαν, Γκάρι Λάιντον, Πατ Σορτ, Σίλα Φλίτον
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 114'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD

Σε ένα απομονωμένο νησάκι στ’ ανοιχτά της δυτικής ακτής της Ιρλανδίας, δίχως αφορμή ή κάποια λογική εξήγηση, ο Κολμ ανακοινώνει στον κολλητό του φίλο Πάντραϊκ πως τον βαρέθηκε και δεν θέλει να συνεχίσουν να έχουν την οποιαδήποτε επαφή.

Ο Μάρτιν ΜακΝτόνα είναι ένας σκηνοθέτης με ικανότητες και ένα μέγα (και βασικότατο) πρόβλημα: γυρίζει μονίμως τα δικά του σενάρια. Τα οποία μειώνουν σε διάφορα ποσοστά το ποιοτικό αποτέλεσμα της κάθε ταινίας του. Δηλαδή, το πόσο αντέχει (ή όχι) να θεωρείται πετυχημένη ή και… ταινία συνολικά! Η φιλμογραφία του είναι εντελώς άνιση, όμως, μετά το οσκαρικό «πουσάρισμα» του «Οι Τρεις Πινακίδες Έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι» (2017), ο πλανήτης σινεμά τον αντιλαμβάνεται σαν ένα νέο είδος «Μεσσία» του φιλμικού… απυρόβλητου, ειδικά υπό το πρίσμα της προσέγγισης των χαρακτήρων του και της ανθρωπιάς που βγάζουν συμπεριφορικά στη μεγάλη οθόνη.

Τα «Πνεύματα του Ινισέριν», φυσικά, βασίζονται και πάλι σε δικό του σενάριο, αν και στην εξέλιξή του αυτό σε κάνει να αισθάνεσαι πως θα ήταν καταλληλότερο ν’ αποτελεί ιστορία για μικρού μήκους φιλμ. Διότι δεν υφίσταται ιστορία, πραγματικά! Η σύνοψη είναι όλο το έργο. Το οποίο ο ΜακΝτόνα «στολίζει» με αδικαιολόγητες εκφάνσεις βίας και πράξεις πέρα από τη λογική, που συνάδουν με το αρχικό (και πάντοτε ανεξήγητο) «εύρημα»: σε ένα βαρετό χωριουδάκι, με βαρετή καθημερινότητα, ένας βαρετός τύπος ξυπνά μια βαρετή μέρα και αποφασίζει να δηλώσει στον βαρετό του φίλο ότι… τον βαρέθηκε! Χωρίς να είναι μαλωμένοι ή να έχουν να χωρίσουν κάτι στη ζωή τους, ο Κολμ απαιτεί την ηρεμία του και απομακρύνει από κάθε είδους κοινωνικότητα τον Πάντραϊκ, απειλώντας τον μάλιστα πως κάθε επόμενη φορά που θα επιχειρεί να τον πλησιάσει και να του μιλήσει, εκείνος θα κόβει κι από ένα δάχτυλο των χεριών του!

Ο Κολμ χρησιμοποιεί τη λέξη «dull» σε κάποια στιγμή της ταινίας και αυτό είναι ότι πιο αυτοσαρκαστικό διαθέτουν τούτα τα «Πνεύματα», διότι όντως έχουμε να κάνουμε με μια… «dull» ταινία. Που μπορείς να «ψάξεις» μέσα σου με πολλούς υποκειμενικούς τρόπους, για να καταλήγεις μπερδεμένος και διερωτώμενος «γιατί το βλέπω αυτό τώρα;» (η πιο τίμια αντίδραση, αν ρωτάς κι εμένα). Επειδή το σενάριο δεν θα έστεκε έχοντας για πρωταγωνιστές μονάχα αυτούς τους δύο άρρενες, ο ΜακΝτόνα έχει προσθέσει κάποια περιφερειακά πρόσωπα για τα οποία δεν δείχνει να νοιάζεται ουσιαστικά και ούτε αποτελούν πλήρεις, καλογραμμένους χαρακτήρες. Η γεροντοκόρη αδελφή (και «μάνα») του ακαμάτη Πάντραϊκ αγκομαχάει για να πείσει ως χρήσιμο πρόσωπο στην «πλοκή», ο νεαρός Ντόμινικ, ο χαζούλης «ανθρωποδιώκτης» και γιός του αστυνόμου του νησιού, κυκλοφορεί εντελώς εμβόλιμα και κυριολεκτικά «πετιέται» (#diplhs) ξεχασμένος λίγο πριν το φινάλε, με αποτέλεσμα η Τζένι, το… γαϊδουράκι του κεντρικού ήρωα, να μοιάζει με τον καλύτερο ρόλο του έργου!

Η «τρομακτική αίσθηση πως μου γλιστράει ο χρόνος» μπορεί να στέκει ως μία ενδιαφέρουσα δικαιολογία για τις αποφάσεις του Κολμ, που συνειδητοποιεί πως ο ανθρώπινος βίος είναι πλέον σύντομος και ίσως αξίζει να έχει κατορθώσει να κάνει κάτι για το οποίο θα τον θυμούνται μετά θάνατον αντί να σπαταλά ανώφελα την κάθε μέρα του φλυαρώντας με τον Πάντραϊκ, όμως, το να κόβει τα δάχτυλά του ένας βιολονίστας και επίδοξος συνθέτης που επιθυμεί ν’ αφοσιωθεί στην Τέχνη του, βρίσκοντας έτσι το «νόημα της ζωής», είναι και ακραίο και σουρεαλιστικό και δεν βγάζει νόημα. Οι δύο αντίπαλες πλευρές θα ξεφεύγουν σταδιακά προς το χειρότερο σε προκλήσεις και βίαιες (αντ)απαντήσεις, αποξενώνοντας τους ανθρώπους της καθημερινότητάς τους (αν όχι και τον θεατή), με τον Πάντραϊκ να πιστεύει πως «υπάρχουν πράγματα τα οποία δεν μπορείς να ξεπεράσεις», κοσμοθεωρία που αντιλαμβάνεται ως σωστή και, μοιραία, δεν επιτρέπει στην ταινία να έχει ένα ολοκληρωμένο φινάλε.

Από μία συγκεκριμένη οπτική, τα «Πνεύματα του Ινισέριν» χλευάζουν τον τυφλό εγωισμό του καλλιτέχνη, αυτό το τερατώδες «εγώ» που μπορεί να τον παρασύρει και να τον σιγοτρώει μέσα στην αναζήτηση της δημιουργίας, απομακρύνοντάς τον από τη λογική και τους γύρω του (ακόμη και πρόσωπα αγαπημένα). Μια παράδοξη «ερμηνεία» του χαρακτήρα του (έτσι κι αλλιώς) μοναχικού Κολμ, πόσω μάλλον όταν έχει σχεδιαστεί από άνθρωπο που κι εκείνος υπηρετεί μια μορφή Τέχνης. Δίπλα του τότε, ο Πάντραϊκ αντιπροσωπεύει ένα δείγμα αγάπης, στοργής και προστασίας, που εμπεριέχει το αληθινό νόημα της φιλίας; Το οποίο πολεμάμε… άνευ λόγου και αιτίας; Πολύ εξιδανικευμένο και αθώα «αφελές» σκεπτικό, που σε πολλές στιγμές του φιλμ ακυρώνεται από τις πράξεις των δύο ηρώων.

Στα επί μέρους στοιχεία της ταινίας, ο dp Μπεν Ντέιβις (παραγνωρισμένος από τις οσκαρικές υποψηφιότητες) μας χαρίζει πανέμορφες εικόνες φυσικού περιβάλλοντος, που όμως ο ΜακΝτόνα διαχειρίζεται περισσότερο «καρτ-ποσταλικά» (ακόμα μία παράδοξη αντίθεση στο έργο), ενώ ο Κάρτερ Μπέργουελ έχει προσδώσει μια «αύρα» μυστηρίου και νωχελικής απλοϊκότητας στις συνθέσεις του. Ο Κόλιν Φάρελ και ο Μπρένταν Γκλίσον έχουν ωραία (και δοκιμασμένη στο παρελθόν) «χημεία» μεταξύ τους, βγάζουν πετυχημένα τη ζοχάδα που κουβαλάνε φυσιογνωμικά, όμως, υποδύονται δύο χαρακτήρες που αιωρούνται στο κενό και ενίοτε αυτό αποκαλύπτεται στις εκφράσεις τους. Πέραν αυτών, ο ΜακΝτόνα δεν καταφέρνει να στήσει πειστικά μια (μικρο)κοινωνία ρεαλιστικού βίου, χρησιμοποιώντας σχεδόν αποκλειστικά τα σπίτια του Κολμ και του Πάντραϊκ, και μια μικρή pub που λες κι αποτελεί τον μοναδικό τόπο συνάντησης των κατοίκων του νησιού. Ενώ απέναντι, στην ενδοχώρα του 1923, ίσως δείχνει να κοπάζει το εμφυλιοπολεμικό κλίμα (που σχολιάζεται σε μια-δυο σκηνές, «από μακριά» κι από σπόντα…).

Δεν έδωσα ιδιαίτερη βάση, αλλά είδα να κυκλοφορούν κάτι «θεωρίες» περί αλληγορίας γύρω από το αναίτιο του ιρλανδικού Εμφυλίου, με τους δύο «τσακωμένους» φίλους ν’ αντιπροσωπεύουν τα αντίπαλα μέτωπα. Υπό ένα τέτοιο πλαίσιο σκεπτικού, θα έλεγα πως τα «Πνεύματα του Ινισέριν» είναι… ακόμα χειρότερη ταινία!

Πέντε χρόνια μετά το τόσο παινεμένο «Οι Τρεις Πινακίδες Έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι», ο Μάρτιν ΜακΝτόνα επιστρέφει στο σενάριο και τη σκηνοθεσία με τα «Πνεύματα του Ινισέριν», απομακρύνοντας χωρικά την πλοκή του από τις ΗΠΑ και φέρνοντάς την σε ένα ιρλανδικό νησί εν έτει 1923. Την ίδια στιγμή που ο ιρλανδικός Εμφύλιος ακόμα καλά κρατεί στην ενδοχώρα, ένα άλλο «κοσμοϊστορικό» γεγονός λαμβάνει χώρα στο νησί του Ινισέριν: ο Κολμ (Γκλίσον) δεν θέλει πια να είναι φίλος του Πάντραϊκ (Φάρελ).

Τούτο αποτελεί ένα εξαιρετικά απλοϊκό (εκ πρώτης όψεως) premise, που έρχεται σε έντονη αντιδιαστολή με το πιο σύνθετο κινηματογραφικά σενάριο της προηγούμενης ταινίας του ΜακΝτόνα, πιθανότατα εγείροντας ακόμη και απορίες στους θεατές, ως προς το κατά πόσο μπορεί ένα φιλμ να σταθεί αφηγηματικά ακέραιο, όταν όλη η υπόθεσή του προκύπτει κι εξελίσσεται με γνώμονα μια τόσο μικρή και κοινότοπη αφορμή. Σίγουρα θα υπάρχει ένας πολύ συγκεκριμένος λόγος που ο μεσήλικας μουσικός Κολμ δεν θέλει πια τη συντροφιά του νεότερού του φίλου και αγρότη Πάντραϊκ, έτσι δεν είναι;

Ας πούμε πως ο ΜακΝτόνα δεν έχει καμία διάθεση να ξεμπερδέψει έτσι εύκολα με το «γιατί». Χρησιμοποιώντας ως φόντο τον Εμφύλιο, προκειμένου ν’ αντιπαραβάλει τις ανθρώπινες σχέσεις ενός τόπου άγριου και ξεχασμένου από τους υπόλοιπους ανθρώπους, ακόμα και απ’ την ίδια τη μοίρα (όχι όμως και από τον Θεό, όπως μαρτυρά ο εβδομαδιαίος ερχομός ενός πάτερ για την κυριακάτικη λειτουργεία και τη συνακόλουθη εξομολόγηση, ό,τι πιο κοντινό σε «ψυχοθεραπεία» μπορούν να έχουν οι κάτοικοι του νησιού), δεν παραλείπει να (υπερ)τονίσει πως όπως ο πόλεμος είναι μια συνθήκη που αλλάζει τον κόσμο, έτσι ακριβώς και το τέλος μιας φιλίας είναι μια συγγενής κατάσταση η οποία αλλάζει τον (προσωπικό – και όχι μόνο) κόσμο των εμπλεκομένων, εν προκειμένω του Κολμ και του Πάντραϊκ, δύο εκ διαμέτρου αντίθετων μεταξύ τους χαρακτήρων, που όμως έκαναν τη φιλία τους να «λειτουργεί» ακριβώς εξαιτίας αυτής τους της αντίθεσης.

Ο ΜακΝτόνα πρακτικά διηγείται το τέλος μιας σχέσης ανδρικής και δη φιλικής, με τρόπο που δεν συνηθίζουμε να βλέπουμε στο σινεμά, ή που τέλος πάντων έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε κυρίως στο πλαίσιο των (πιο συχνά κωμικών) buddy movies. Και τούτο το φιλμ πρόκειται περί μαύρης (κατάμαυρης!) κωμωδίας, με διαλόγους «πολυβόλα», βιτριολικές ατάκες κι αξιομνημόνευτους δεύτερους (συγκλονιστικός ο Μπάρι Κίγκαν στον ρόλο του «χαζού» του χωριού, φανταστική και η Κέρι Κόντον ως φωνή της λογικής, στον ρόλο της Σιομπάν, αδελφής του Πάντραϊκ) και τρίτους χαρακτήρες, που αυξάνουν το θετικό πρόσημο κατά πολύ, δεδομένης της αυταπόδεικτης χημείας Φάρελ και Γκλίσον, ήδη από την εποχή του «Αποστολή στην Μπριζ» (2008).

Υπάρχουν πολλαπλά μέτωπα εδώ, τα οποία ανοίγει και επιχειρεί να διερευνήσει ο ΜακΝτόνα, όχι ακριβώς αχαρτογράφητα νερά (έχει ένα ιδιαίτερο ταλέντο στο γράψιμο χαρακτήρων που ισορροπούν ιδανικά μεταξύ λογικής και θεωρητικής παράνοιας, εκεί όπου σε άλλα χέρια οι ίδιοι χαρακτήρες θα είχαν περάσει στην αντίπερα όχθη, του ολότελα φαρσικού και καρικατουρίστικου), συνταγή δοκιμασμένη από τον ίδιο σε επίπεδο ηρώων, αλλά που σε καμία άλλη του ταινία δεν αναδεικνύονται με τόσο διαβολεμένα ανθρώπινη, θνητή δύναμη και διάσταση.

Τα πάντα εδώ έχουν τη δική τους σημασία, όλα μαζί έχουν προ πολλού κατασκευάσει το περιβάλλον μέσα στο οποίο η πρωταγωνιστική φιλία οδηγείται στην άδοξη κατάληξή της. Ο σκληροτράχηλος, αφιλόξενος τόπος, οι «απλοϊκοί» άνθρωποι (ένας εκ των οποίων και ο Πάντραϊκ), η πεζή καθημερινότητα, η απουσία ενός ανοιχτού ορίζοντα (πνευματικού και νοητικού), το Ινισέριν είναι η «τέλεια» κοινότητα στην οποία τα όνειρα πεθαίνουν και ο χρόνος αρχίζει να μετρά αντίστροφα, πολύ πριν κάποιος αναχωρήσει για… τόπους χλοερούς, πλήρης ημερών και χορτάτος από τη ζωή.

Αναμενόμενα (ή ίσως όχι και τόσο, αν κρίνουμε από την αντίδραση του Πάντραϊκ), ο Κολμ αισθάνεται αυτό το πέρασμα του χρόνου εντονότερα, έχει ανάγκη ν’ αφοσιωθεί στη μουσική του και όχι να ξοδεύεται σε ατέρμονες συζητήσεις δίχως νόημα και ουσία (για τον ίδιο). Στον αντίποδα, ο «απλοϊκός» χαρακτήρας του Πάντραϊκ δεν μπορεί να κατανοήσει τους βαθύτερους λόγους που ο Κολμ δεν επιθυμεί να κάνει πια παρέα μαζί του, επιμένοντας να ζητά εξηγήσεις, με τον ΜακΝτόνα να εμπλουτίζει το σενάριο με μια κατάμαυρη (ως είθισται) πινελιά: ο Κολμ προειδοποιεί τον Πάντραϊκ πως αν δεν σταματήσει να τον ενοχλεί, θ’ αρχίσει να κόβει ένα-ένα τα δάχτυλα του χεριού του!

Ο κόσμος του Ινισέριν είναι ένας κόσμος βουτηγμένος μέσα στην ομορφιά της πλάσης (τεράστια η συμβολή του διευθυντή φωτογραφίας Μπεν Ντέιβις), που όμως κανείς δεν προσέχει στην πραγματικότητα. Η βιώσιμη καθημερινότητα είναι «μηχανική», περιορισμένη, μια καθημερινότητα ατέρμονης επανάληψης, με σκληρούς άνδρες και άκαμπτες γυναίκες, σχέσεις μέσα στις οποίες δεν χωρά συναισθηματισμός, μονάχα υποχρεώσεις και μια πεπερασμένη αντίληψη του τι πάει να πει ζωή πάνω σε τούτο τον πλανήτη. Η διασάλευση της εν λόγω συνθήκης (το τέλος της φιλίας), ωθεί όχι μόνο τους πρωταγωνιστές αλλά και τον κόσμο γύρω απ’ αυτούς στα (προσωπικά τους) άκρα. Για πρώτη φορά όλοι «βλέπουν» και πέρα από το Ινισέριν, άλλοι με μεγαλύτερη και άλλοι με μικρότερη επιτυχία. Κάποιοι καταφέρνουν ακόμα και να ξεφύγουν, κάποιοι άλλοι όχι. Υπάρχει μια σκηνή στην οποία ο Κολμ βρίσκεται στο εξομολογητήριο, ο πάτερ τον ρωτά αν «έχει επιστρέψει η απόγνωση» κι εκείνος απαντά «έχει επιστρέψει λιγάκι, ναι». Αυτή είναι η απόγνωση της συνειδητοποίησης με την οποία έρχονται αντιμέτωποι όλοι. Ο Κόλμ, ο Πάντραϊκ, ο Ντόμινικ, η Σιομπάν. Είναι η συνειδητοποίηση της ζωής (τους). Δεν υπάρχει δεύτερη. Μονάχα αυτή.


MORE REVIEWS

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΛΟΣΥΝΗΣ

Ένα σπονδυλωτό τρίπτυχο για ανθρώπους που θέλουν να σε χρησιμοποιήσουν ή θέλουν να χρησιμοποιηθούν από σένα, για ανθρώπους που θέλουν να σε κακομεταχειριστούν ή θέλουν να τους κακομεταχειριστείς.

ΖΩΙΚΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Στη σύγχρονη Γαλλία και για ανεξήγητους λόγους, μερίδα ανθρώπων μεταμορφώνονται σταδιακά σε ζώα. Πατέρας με έφηβο γιο εγκαταλείπει το Παρίσι για τα δάση του Νότου, προς αναζήτηση της σκαστής από κέντρο κράτησης μεταλλαγμένης συζύγου του, όμως, ο υιός οδεύει ολοταχώς προς τα ζωικά χνάρια της μητέρας του.

Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΑ

Πατέρας που έχει μεγαλώσει την κόρη του μόνος, καθώς η μητέρα της από νωρίς εγκατέλειψε αμφότερους, συνειδητοποιεί πως έφτασε η ώρα που η νεαρή θα φύγει μακριά του για σπουδές. Όλα αυτά τα χρόνια, όμως, το «φάντασμα» της πρώην του δεν φαίνεται να τον έχει αφήσει.

FURIOSA: A MAD MAX SAGA

Η παιδική ηλικία της Φιουριόζα, από την ανέμελη ζωή στη γη της αφθονίας και την ομηρεία της από τη συμμορία του Δρ. Ντεμέντους, μέχρι τα νεανικά χρόνια της «πλαστής ταυτότητας» ενός αγοροκόριτσου που περνά απαρατήρητο από τους τυραννικούς δυνάστες του, ώστε ν’ αρπάξει την κατάλληλη ευκαιρία για ν’ αποδράσει.

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΒΑΛΙΤΣΑΣ

Πιλότος με ένοχο μυστικό ικανό να του στερήσει τη θέση στο cockpit των αργεντίνικων αερογραμμών, πέφτει θύμα εκβιασμού από μέλη κυβερνητικής υπηρεσίας, αναγκάζοντάς τον να μεταφέρει μια αγνώστου περιεχομένου μαύρη βαλίτσα σε κάθε του πτήση από Μπουένος Άιρες προς Μαδρίτη. Θα πάει μακριά η… βαλίτσα;