FreeCinema

Follow us

ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ (2014)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Αθανάσιος Καρανικόλας
  • ΚΑΣΤ: Μαρία Καλλιμάνη, Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου, Αλέξανδρος Λογοθέτης, Ζωή Ασημάκη, Γιάννης Τσορτέκης, Νεφέλη Κουρή
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 103'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ONE FROM THE HEART

Χρόνια εσώκλειστη, επιστήθια, αδήλωτη οικονόμος ανδρόγυνου γιάπηδων του Μαραθώνα με 12ετή κόρη, η Γεωργιανή Νάντια, διαγνωσμένη αίφνης με νευρολογικό νόσημα σε πρώιμο στάδιο, οδηγείται ευγενικά, λάου λάου, με αναλήθειες στην απόξω. Της στέκεται (και της βάζει λόγια για διεκδικήσεις των νομίμων) λαϊκός αγαπητικός, αλλά τι νιώθει και δε μιλάει ο πληγωμένος της εαυτός; Κυρίως: πού (& πώς) πάει από δω και μπρος; Εσύ, μια φορά, εντός…

Είναι μεγάλη η χαρά να βρίσκεις, μετά από ψάξιμο πολλών μηνών, made in Greece σινεκεραμίδι να βάλεις πάνω απ’ το κεφάλι σου. Χαρά που γίνεται ακόμα μεγαλύτερη όταν ο εργολάβος που στο παραδίδει με το κλειδί στο χέρι (και που ανήκει στους πραγματικά εργατικούς και πραγματικά ταλαντούχους) δικαιώνει ταυτόχρονα πανηγυρικά με την καλύτερη δουλειά του τις προσδοκίες σου απ’ αυτόν. Είναι κάτι σαν εθνική υπερηφάνεια αυτό που νιώθεις, καθώς το καλύτερα κρυμμένο μυστικό τής μαστορικής τής κινηματογραφικής διασποράς, ο Θανάσης Καρανικόλας, παλλινοστεί από τη Φριτσλάνδη μυθοπλαστικά στο βρώμικο χώμα που τον γέννησε για να κατεδαφίσει α λα Berliner Schule τον σαθρό skeleton in the closet τής, υφεσικά σεισμικά κουνημένης πλέον, μονοκατοικίας μας.

Το σχέδιο; Να θεμελιώσει στο οικόπεδο του deutsche φιξιόν ντεμπούτου του «Elli Makra – 42277 Wuppertal» «To Προξενιό της Άννας». Το αποτέλεσμα; Η ανέγερση της πρώτης μεγάλης εγχώριας ταινίας της σεζόν, μιας cherchez la femme «λουκιού» διαρρύθμισης και διάρρηξης habitat δεσμών αυτοψία πολλών από τις ψευδοροφές, τα σκάρτα υλικά και το ιδιοκτησιακό καθεστώς τα οποία πληρώνει δίκην ηθικού ΕΝΦΙΑ αυτή η χώρα: απ’ τη δαμόκλειο σπάθη στο lifestyle ταβάνι τής ανεργίας, την καιροσκοπική βεράντα της καπιταλιστικής μπουρζουαζίας και το διπλό τζάμι (χίμαιρα / βιτρίνα) ανθρωπιάς και φιλίας, ως τον εκμεταλλευόμενο φτηνό σοβά της «ομογένειας», την ενοικιαζόμενη άνευ κεκτημένων δικαιωμάτων βιοπάλη των πιο αναλώσιμων ανάμεσά μας, το κρύβε λόγια / τις υπεκφυγές / το ψέμα σε τέσσερις τοίχους και το «ο θάνατός σου, η ζωή μου» zeitgeist δωμάτιο πανικού.

Πάει καιρός από τότε που είδα ένα «δικό μας» σενάριο να μεταφέρει πειστικά πληροφορίες με άμεσο ή έμμεσο αντίκτυπο, έστω και όχι με το ασανσέρ ως την ταράτσα της ιστορίας όροφο-όροφο, σε κάθε πλανοσεκάνς για πάνω απ’ τα 2/3 του εμβαδού τής ταινίας και στην καλοχτισμένη μυθοπλασία να μη χάσκουν κουφώματα. Εδώ συμβαίνει, σχεδόν εντυπωσιακά: μια εργαστηριακή εξέταση από «γνωστό μας» γιατρό που καθησυχάζει την παθούσα αλλά παρά την επιθυμία της προφταίνει το δυσοίωνο νέο στους ενδιαφερόμενους «οικείους», ένα χαρτζιλίκωμα από τον υπεράνω μπαμπά στον – εραστή της Νάντιας – ιπποκόμο του αλόγου της πιτσιρίκας του το οποίο για λόγους οικονομίας πρέπει να πουληθεί, ένα καλοπιαστικό «Θα μου φτιάξεις ένα τσάι;» από τη μαντάμ του σπιτιού που αργότερα κλωτσάει στην ιδέα του άνδρα της να δώσουν το δικό της αυτοκίνητο ως bonus στη γυναίκα που της στάθηκε όταν κάποτε απέβαλε, ένα – πανούργος φεγγίτης της πλοκής – χεράκι σε μία νεαρότερη υπηρέτρια φιλικού σογιού που θα σερβίρει έτι ξεμπροστιαστικότερα τον επίλογο.

Όχι ότι το υπαινικτικότερο σπατουλάρισμα (μια κουβεντούλα τής μικρής κυρίας με τη «δεύτερη» μάνα της για ένα αγόρι, ένα παραλιακό κέρασμα παγωτού από τη Νάντια, η εκ Βερολίνου φιλοξενούμενη κόρη της που σπούδασε με τη βοήθεια των αφεντικών και τραγουδάει «Ήμουν Αλάλητο Πουλί» σ’ ένα garden party) ή η ύστερη έξοδος στη ζούγκλα της ασφάλτου (ζηλευτά αλφαδιασμένη η αλλαγής πρόσοψης σκηνή της αδιαθεσίας στη στάση λεωφορείου, μετά το τηλεφώνημα στη μάνα στην πατρίδα) φιλοτεχνούν λιγότερο τον μέσα κι έξω διάκοσμο της προδομένης σκλάβας, ενώ κουτρουβαλιάζεται απ’ το «Τι θα ‘κανα χωρίς εσένα;» στο «Εμείς να ‘μαστε καλά», απ’ το «Ξέρεις πόσο σ’ αγαπάμε» στο «Δεν είναι οικογένειά μας. Δουλεύει για μας». Χωρίς κιχ, παρά μόνο σε κάτι ταξικά και συναισθηματικά όντως δικό της, ένα αρσενικό – απάγκιο.

Το αγκωνάρι τής αδέκαστα πελεκημένης με τη μέθοδο Μάισνερ διανομής αποτελεί φυσικά η εσωτερικοποίηση της αγόγγυστης Μαρίας Καλλιμάνη, ενώ το μεροδούλι μεροφάι των χωρίς μουσική (για cocooning στις σιλουέτες και στις ρήσεις τους) και συντριπτικά σταθερών medium (παράθυρο διακριτικότητας και μαζί ενάργειας) με χρυσή τομή τού πίνακα τους ανθρώπους του σε εγκλείει κλιμακωτικά σ’ αυτή την κατοπτεύουσα ασφαλώς την Αθήνα αλλά υπό το σκέπαστρο της (μεγαλο)αστικής αγριότητας της πρωτεύουσας, διαμπερών κομφόρ εστία από μπετόν. Κοντά σ’ αυτά, ωστόσο, και το πανωσήκωμα του σκηνοθετικού φρυδιού στο υφάκι και λέγειν μπαμπά. Δε θα ήταν κάτι προς κρήμνιση, καθώς φωτίζει πρόσθετα τον εμπνευστή και εντολοδότη του εξοστρακισμού τής ηρωίδας. Αλλά ο Καρανικόλας στοκάρει στα θιγόμενα issues την ανδρική πρωτοκαθεδρία τού «κουβαλητή», της «κολώνας του σπιτιού» ως κατάλοιπο της πατριαρχίας – και αυτή η κάτοψη (και συνακόλουθα η στατική μελέτη) τού χαρακτήρα πάσχει.

Είναι μια άλλη γωνία που χρειαζόταν περισσότερο μερεμέτι, πάντως: το αδιόρατο φαρμάκωμα (κομβικό φυσικό εκφραστικό ατού της Καλλιμάνη και ρετιρέ της διανομής ρόλων από μάτι που κόβει) στο συνήθως κλειστό, σεβαστικό στόμα της Νάντιας δείχνει να προϋπάρχει της ανακοίνωσης τόσο της ασθένειάς της όσο και του ξωπετάγματός της από τους εργοδότες της. Στη συστροφή και στο σφίξιμο αυτών των χειλιών, η Νάντια φέρει (εμφανώς, παρά την απόσταση ασφαλείας της κάμερας) πλέριο τον καταπιώνα της. Αλλά όχι μόνο της κούρασης, του ξενιτεμού, του χρόνου: και της, με επίγνωση τού τι δίνει και παίρνει, ετεροαπασχόλησης ενός μη προνομιούχου ατόμου, της μη αφειδώλευτης και μη ανιδιοτελούς διάθεσης στα αφεντικά της, ενός δουλικού με απόλυτη επίγνωση του ανταμοιβόμενου «το κεφάλι κάτω», επαγγελματικού δοσίματός της – και αυτό είναι κάτι έξω από και κόντρα στις προθέσεις τού Καρανικόλα που, αρχιτέκτονας και κτηματομεσίτης της ανθρωποπινακοθήκης του, μας την παρουσιάζει επίσης ως μια πληβεία της αξιοπρέπειας και της καλοσύνης που δεν έχουν οι πατρίκιοι, ένα αρνάκι του Θεού στο θυσιαστήριο (η εργατική τάξη πάει στον παράδεισο;). Ας είναι, αφού η Νάντια έχει ήδη προχωρήσει παρακάτω. Και αφού, κατά τα άλλα, έκανε λαμπίκο τον «καθρέφτη» του, μιλάμε, το Γερμανάκι «Στο – ρημάδι το ρωμέικο το – Σπίτι». Το επισκέπτεσαι και βλέπεις και ελόγου σου τα χαΐρια μας. Και το διαδίδεις κουτσομπόλη, εννοείται…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Κουλτουριάρη, βρήκες τσαρδί ν’ αράξεις. Δεν πολυβολεύεσαι στα ιθαγενή αλλά «μένεις» (θεματολογικά κι εκφραστικά) στου Οικονομίδη; Μια πιο τευτονικού στιλ, όχι μες στις φωνές και στα αίματα, χλίδα μεζονέτα. Couchsurfer, γι’ αυτό πραγματικά αξίζει να ξεκουνήσεις και να καταβάλεις μίσθωμα. Οι της studio ή απλώς εμπορικής στέγης και οι του χάχα χούχα, εδώ υφίστασθε έξωση.


MORE REVIEWS

Η ΚΥΡΙΑ ΧΑΡΙΣ ΠΑΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ

Αγαθιάρα παραδουλεύτρα της βιοπάλης, στο Λονδίνο του ’50, ονειρεύεται ένα couture φόρεμα του οίκου Dior και αποφασίζει να το αποκτήσει… πηγαίνοντας στο Παρίσι!

ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ

Από την πρώτη της μέρα στο σχολείο, η μικρή Νορά αντιλαμβάνεται πως ο αδελφός της, Αμπέλ, πέφτει καθημερινά θύμα άγριου εκφοβισμού. Αν κι επιθυμεί να τον βοηθήσει όσο μπορεί, εκείνος τη συμβουλεύει μόνιμα να μείνει σιωπηλή. Ως πότε;

ΠΝΕΥΜΑ ΑΠΟ ΣΠΙΤΙ

Όταν η 13χρονη Κριστίν μετακομίσει με τους γονείς της σ’ ένα καινούριο σπίτι, σύντομα θα αντιληφθεί πως εκτός από τους ίδιους, το σπίτι κατοικείται κι από ένα άτακτο πνεύμα που θέλει να τους κάνει τη ζωή δύσκολη, (έστω) μέχρι τη στιγμή που Κριστίν και Φίνικ θα γίνουν φίλοι!

Η ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Η Ίβι κάνει από περιέργεια ένα DNA test για ν’ ανακαλύψει το γενεαλογικό της δέντρο και ανακαλύπτει χαμένους συγγενείς στη Μεγάλη Βρετανία. Θα προσκληθεί για να παραστεί σε γάμο του σογιού εκεί και θα γνωρίσει μυστηριώδη ευγενή που θα την φλερτάρει επίμονα, ώσπου να καταλάβει (κάπως αργά) τους πραγματικούς σκοπούς του.

ΤΑ ΣΑΓΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΧΑΡΙΑ

Ένας μεγάλος λευκός καρχαρίας τρομοκρατεί τους κατοίκους ενός μικρού νησιού που ζει από τον τουρισμό, λίγο πριν τον εορτασμό της 4ης Ιουλίου. Οι τοπικές Αρχές κάνουν τα στραβά μάτια λόγω οικονομικών συμφερόντων, μέχρι... να χυθεί αίμα και ν’ αναλάβουν δράση ένας Σερίφης, ένας ωκεανολόγος κι ένας σκληροτράχηλος κυνηγός.