FreeCinema

Follow us

ΡΟΜΑ (2018)

(ROMA)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Αλφόνσο Κουαρόν
  • ΚΑΣΤ: Γιαλίτζα Απαρίσιο, Μαρίνα ντε Ταβίρα, Ντιέγκο Κορτίνα Αουτρέι, Κάρλος Περάλτα, Μάρκο Γκραφ, Ντανιέλα Ντεμέσα, Νάνσι Γκαρσία Γκαρσία, Βερόνικα Γκαρσία, Άντι Κορτές, Φερνάντο Γρεντιάγκα, Χόρχε Αντόνιο Γκερέρο
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 135'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: SEVEN FILMS

Στο Μεξικό των αρχών της δεκαετίας του ’70, μια πολυμελής οικογένεια αστών αποχαιρετά τον μπαμπά που φεύγει «ταξίδι για δουλειές», ενώ η αγαπημένη τους υπηρέτρια Κλεό ανακαλύπτει πως έχει μείνει έγκυος από ένα αγόρι που «εξαφανίζεται» με το που μαθαίνει τα νέα.

Φοβούμαι πως τούτο το φιλμ μας φέρνει αντιμέτωπους με μια κατάσταση σύγχυσης, η οποία πρόκειται να κάνει ανεπανόρθωτη ζημιά στο σινεμά. Και στο πρόσφατο παρελθόν οι τηλεοπτικές παραγωγές του Netflix φλέρταραν με την κινηματογραφική διανομή σε διάφορες χώρες ανά τον κόσμο. Σε πολλές περιπτώσεις, οι αίθουσες σνόμπαραν το προϊόν και ακόμη κι αν έφτανε μέχρι εκεί, ήταν εμπορικά καταδικασμένο. Βέβαια, προ ετών, η πλατφόρμα του Netflix δεν ήταν τόσο διαδεδομένη, τόσο «της μόδας». Ο μήνας του free trial, όμως, έστρεψε αρκετόν κόσμο προς μια πρώτη δοκιμή και ολοένα και περισσότεροι εθίζονταν σε ένα φτηνό μέσο με φαινομενικά μεγάλη ποικιλία επιλογών για ψυχαγωγία στο σπίτι. Μέχρι πρότινος, λοιπόν, ο «κράχτης» του Netflix ήταν οι τηλεοπτικές σειρές που παρήγε. Η εμφάνιση του «Roma», όμως, διαφέρει σοβαρά.

Εδώ έχουμε ένα τηλεοπτικό «φιλμ» μεγάλου μήκους που ξεκίνησε με… κινηματογραφικές περγαμηνές (βραβείο καλύτερης ταινίας στο Φεστιβάλ Βενετίας), στηρίζεται σε ένα τεράστιο όνομα για τη βιομηχανία του θεάματος σήμερα (οι αμέσως προηγούμενες ταινίες του Αλφόνσο Κουαρόν ήταν το «Gravity», τα «Παιδιά των Ανθρώπων» και το τρίτο μέρος του φιλμικού franchise του «Χάρι Πότερ») και, θέλοντας να αλλοιώσει ακόμη… χειρότερα τα σύνορα μεταξύ τηλεόρασης και σινεμά, το Netflix αποφάσισε να διανείμει το «Roma» στις αίθουσες πριν κάνει πρεμιέρα στην πλατφόρμα του, έτσι ώστε τα μέλη της Ακαδημίας Κινηματογράφου να μπορέσουν να το ψηφίσουν για τα Όσκαρ του 2019! Στην Ελλάδα, η ταινία ανοίγει σήμερα σε επιλεγμένες αίθουσες και από αύριο θα είναι διαθέσιμη και στις τηλεοράσεις σας! Σε περίπτωση μεγάλης βράβευσης στην επερχόμενη απονομή των Όσκαρ, θα μιλάμε για έργο που (με έναν τρόπο) θα έχει καταργήσει το έως τώρα υπάρχον σύστημα λειτουργίας του home entertainment (θα έβαζα κι εδώ θαυμαστικό, αλλά ο σαρκασμός λειτουργεί και χωρίς). Με λίγα λόγια, μια τηλεοπτική πλατφόρμα παρακάμπτει τη μισή μπίζνα (όσο κι αν έχει υποχωρήσει, πλέον…) που είχαν στήσει εδώ και τόσες δεκαετίες τα studios! Για να μην πω τι ακριβώς κάνει στα σινεμά η όλη κίνηση (Σορβόννη, καταλαβαινόμαστε…). Οι σκέψεις και ο προβληματισμός θα μπορούσαν να αναπτυχθούν ακόμη περισσότερο, αλλά κάπου εδώ πρέπει να ασχοληθούμε και με το ίδιο το «Roma».

Εάν δεν γνώριζα ότι μιλάμε για ένα έργο με την υπογραφή του Αλφόνσο Κουαρόν, θα έλεγα πως το «Roma» μοιάζει περισσότερο με τη… δεύτερη ταινία ενός (φανταστικού) νέου σκηνοθέτη, τον οποίο είχαμε προσέξει με το ντεμπούτο του και τώρα επέστρεψε για να μας (επι)δείξει τι είναι ικανός να κάνει, με έναν σαφώς πιο «εφετζίδικο» τρόπο. Δηλαδή, πράγματα τα οποία δεν έχει ανάγκη να μας «πουλήσει» ο Κουαρόν! Στα μέτρα του ίδιου του σκηνοθέτη, δε, το πλέον παράδοξο είναι πως τούτο εδώ κάθε άλλο παρά «εφετζίδικο» δείχνει μέσα στο σύνολο της φιλμογραφίας του. Σαν δείγμα «αποτοξίνωσης» από το πρόσφατο χολιγουντιανό του παρελθόν, πείθει περισσότερο σαν ένα «πείραμα» αποστασιοποίησης και απελευθέρωσης από standards και φόρμες αφήγησης, παρακολουθώντας με τον πλέον απλοϊκό (και αργόσυρτο, είναι η αλήθεια) τρόπο την καθημερινότητα μιας οικογένειας που ζει στο Μεξικό των αρχών του ’70, όταν δηλαδή ο Κουαρόν ήταν ένα δεκάχρονο παιδί. Η προσέγγιση είναι νοσταλγική, αλλά «ανόθευτη» από στοιχεία φαντασίας, όπως έκανε κάποτε ο Φεντερίκο Φελίνι (στο «Amarcord», για παράδειγμα). Ο Κουαρόν δείχνει πως θέλει να θυμηθεί ένα βιωμένο (;) παρελθόν της πατρίδας του, χωρίς όμως ούτε φαντασμαγορίες οπτικά (μιλάμε για τέτοια διάθεση «απογύμνωσης» ώστε η εικόνα έχει γίνει ασπρόμαυρη…), αλλά ούτε και τονισμούς στο συναίσθημα. Το «Roma» επιθυμεί να είναι ένα έργο τόσο ρεαλιστικό σε ύφος, που καταντά να «ευνουχίζει» το πλησίασμα αυτών των ανθρώπων από τον θεατή, λες και οι ζωές τους δεν αφορούν τον τελευταίο. Έτσι, μοιραία, γινόμαστε μάρτυρες μιας εικόνας που αναπαριστά ένα από κάθε άποψη ξένο σε εμάς παρελθόν, επιλογή σαφώς συνειδητή εξαρχής από τον σκηνοθέτη, σεναριογράφο, παραγωγό, διευθυντή φωτογραφίας και μοντέρ (!) της ταινίας.

Πώς αλλιώς να το πω; Τούτο το σενάριο ταιριάζει με τις «στεγνές» αφηγήσεις ενός παιδιού, από το οποίο ζητήθηκε να γράφει καθημερινά και από μια «έκθεση» – ημερολόγιο, καταγράφοντας το καθετί που συμβαίνει εντός και εκτός της οικίας του, ασήμαντο ή μη, παράλληλα με την ιστορία της αφελούς υπηρέτριας που γκαστρώνεται από ένα «πολλά υποσχόμενο» amore (θυμίζοντας εξ αποστάσεως την καλοσυνάτη μα πάντοτε θύμα των ανδρών Καμπίρια, διόλου συμπτωματικά… φελινική αναφορά ξανά) και δεν είναι ικανή να αποφασίσει (μέσα της, βλέπε #diplhs) αν πρέπει να το κρατήσει ή αν πρέπει να «αμαρτάνει»… εις διπλούν! Ο Κουαρόν έχει γράψει την ιστορία του σαν να προέρχεται από την ψυχοσύνθεση ενός μικρού παιδιού (ενός από τα πολλά της οικογένειας που παρακολουθούμε;), το οποίο δεν ενδιαφέρεται να την «ντύσει» με συναίσθημα. Αλλά (και) σαν ενήλικας, αποφεύγοντας μια τέτοια λογική, παραδίνεται σε μια αφαίρεση που αν και ενδέχεται να αποτελεί προσωπική ανάγκη, μετατρέπει τούτο το φιλμ σε ένα δημιούργημα αποδομημένης μνήμης, με προσανατολισμό… «φεστιβαλικής» αποδοχής, αν και ουσιαστικά προέρχεται από… την τηλεόραση!

Έχεις άπλετο χρόνο να κάνεις παρόμοιες σκέψεις βλέποντας το «Roma», αφού η δράση του κυλά… αβίαστα (ύπουλο υπονοούμενο), μέσα από μια σειρά συνεχόμενων, χειρουργικής ακριβείας pan shots που μοιάζουν σαν να κάνουν «αναγνωριστικές» λήψεις του (οπτικού) πεδίου ζωής των ηρώων, σε στιγμές απόλυτα συνηθισμένες (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, για ιστορικοπολιτικούς λόγους). Το φελινικό «στοιχειό» θα φανερωθεί και πάλι στη σεκάνς της πρωτοχρονιάτικης γιορτής η οποία διακόπτεται από μια φωτιά στο δάσος, θυμίζοντας αχνά το κομμάτι στον πύργο από την «Dolce Vita» (1960), με τους εδώ μεγαλοαστούς να αντιμετωπίζουν άτσαλα μια κατάσταση κρίσης και έναν άνδρα με στολή αρκούδας να στέκει στη μέση του κάδρου για να ξεκινήσει το τραγούδι (μια παράδοξα σουρεαλιστική πινελιά που σπάει τη μονοτονία). Όπως και να το δει κανείς, δίχως ιδιαίτερης σημασίας στιγμές, εξαιρετικής οπτικοποίησης όμως, είναι ο κόσμος του «Roma».

Άρα, αν η δουλειά του Κουαρόν εδώ ήταν να μας παρουσιάσει μονάχα αντι-νοσταλγικές (βλέπε μαυρόασπρο) εικόνες «καλλιτεχνικών» (#diplhs και πάλι) προδιαγραφών, προφανώς και είχε τα φόντα να την εκτελέσει στην εντέλεια. Όταν φτάνει στο φινάλε του, όμως, μένεις με μια απορία, ένα «κενό». Δεν έχεις πάρει κάτι από τις ζωές αυτών των ανθρώπων, δεν τις έχεις ζηλέψει, δεν τις έχεις νιώσει. Και το κάνει συνειδητά. Διότι αν υπήρχε μια διαφορετική πρόθεση, ταύτισης και ενδιαφέροντος, η τροπή του σεναρίου (για παράδειγμα) στη νυχτερινή βόλτα στην πόλη, στον δρόμο για το σινεμά, με την αναζήτηση των αγοριών που έχουν «χαθεί» λίγο παρακάτω και το ξάφνιασμα μιας σοβαρής ανατροπής στην ιστορία, θα έπαιρνε μια απότομη (πιο κοντά στους ανθρώπους του) στροφή. Αλλά, απλά, το έργο συνεχίζει σαν να μην συνέβη τίποτα! Όπως κάνει και με την εξομολόγηση της Κλεό στην παραλία, που ναι μεν λειτουργεί προς την κατεύθυνση της πλήρους ένταξής της ως μέλους της οικογένειας, σαν ένα είδος κάθαρσης, αλλά δίχως πραγματικό αντίκρισμα για το σύνολο του έργου (αφού η καρδιά της δεν συμφωνούσε με την εξέλιξη της δικής της «υπόθεσης», γιατί δεν έκανε πράξη το ακριβώς αντίθετο;). Παγερή ουδετερότητα. Άσχετο, αλλά φταίω εγώ που κάπου εκεί θυμήθηκα ξανά… τον Φελίνι; Την τελική σκηνή της παραλίας από την «Dolce Vita», όταν ο Μαρτσέλο γυρίζει την πλάτη του στο κάλεσμα της νιότης και αποχαιρετά για πάντα την αθωότητα, με έναν τρόπο λυρικό μα και σχεδόν βουβό. Δίχως λόγια, δίχως αγκαλιές και «θαλπωρές». Αλλά με ένα μαγικό συναίσθημα. Που ο Κουαρόν δεν συναντά ποτέ του στη «Roma».

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Σαν θεατής, βαρέθηκα. Σαν «επαγγελματίας θεατής», θαύμασα μια κατασκευή. Τίποτε παραπάνω που να συγκινεί. Ως τεχνίτης που έχει κατακτήσει πολλούς από τους στόχους μιας σοβαρής καριέρας στον κινηματογράφο, λοιπόν, ο Αλφόνσο Κουαρόν δεν δύναται να κριθεί για αποτυχία, αλλά για ένα είδος «επανάπαυσης» σε στερεότυπα μινιμαλιστικών διαθέσεων, σε μια απόπειρα αναζήτησης των ριζών του σινεμά (και της μνήμης). Μέσω ενός… τηλεοπτικού προϊόντος που μοιάζει περισσότερο με κάτι που θα έβλεπες… στη μεγάλη οθόνη. Ειλικρινά, εσείς που θα αποπειραθείτε να το δείτε στο Netflix, ελάτε να μου πείτε πότε σας πήρε ο ύπνος!


MORE REVIEWS

ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ 2020

Για 26η χρονιά, το καθιερωμένο ραντεβού των Αθηναίων που θέλουν να γιορτάζουν την αγάπη τους για το σινεμά δίνεται και πάλι σε τούτη την πόλη, από τις 23 Σεπτεμβρίου έως και τις 4 Οκτωβρίου, με συνολικά 138 ταινίες απ' όλο τον κόσμο, τρία διαγωνιστικά τμήματα, ειδικά αφιερώματα, ντοκιμαντέρ, πρεμιέρες της εγχώριας παραγωγής και ελληνικά φιλμ μικρού μήκους. Έτοιμοι για Νύχτες Πρεμιέρας;

ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ

Ο γηραιός Εντ, χήρος πια, δεν τα φέρνει βόλτα μόνος στο σπίτι και η κόρη του δεν έχει αρκετό χρόνο για να τον επιτηρεί, προσπαθώντας να κουμαντάρει δουλειά και οικογένεια με τρία παιδιά. Η λύση είναι μόνο μία: να μετακομίσει στο δικό της σπίτι. Αλλά εκεί δεν περισσεύει δωμάτιο για τον παππού. Όταν ο μικρός εγγονός υποχρεώνεται να χάσει το δικό του και καταλήγει στη σοφίτα, ξεκινά… ανένδοτος πόλεμος!

Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Μία δασκάλα της κινέζικης γλώσσας σε γυμνάσιο της Σιγκαπούρης ξεχωρίζει έναν από τους πιο μέτριους μαθητές της τάξης της και προσπαθεί να τον βοηθήσει να περάσει με καλό βαθμό. Μοιραία, θα αναπτυχθεί μεταξύ τους μια σχέση που θα ξεφύγει από την απλή φιλία…

Η ΙΟΥΛΙΕΤΑ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΩΝ

Η μεσόκοπη Τζουλιέτα υποψιάζεται πως ο σύζυγός της ερωτοτροπεί με άλλες γυναίκες και στρέφεται μέχρι και στον μυστικισμό για να ξεπεράσει τα υπαρξιακά της προβλήματα. Πού θα βρει τη λύτρωσή της; Στο «μαζί» ή στο «μόνη»;

ΟΙ ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ

Στο πέρας έξι ετών, η Αγγελική Αντωνίου καταγράφει με την κάμερά της τους άγνωστους κατοίκους της Αθήνας, τα αδέσποτά της, δίνοντας «φωνή» στην παρουσία, τους χαρακτήρες, τις ιδιαιτερότητες, αλλά και την… αδέσποτη ομορφιά τους.