FreeCinema

Follow us

POOR THINGS (2023)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γιώργος Λάνθιμος
  • ΚΑΣΤ: Έμμα Στόουν, Μαρκ Ράφαλο, Γουίλεμ Νταφόου, Ράμι Γιούσεφ, Κάθριν Χάντερ, Σούζι Μπέμπα, Τζέροντ Καρμάικλ, Μάργκαρετ Κουέιλι, Κρίστοφερ Άμποτ, Χάνα Σιγκούλα
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 141'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD

Με το σώμα μιας αυτόχειρος και το μυαλό του πλήρως αναπτυγμένου εμβρύου το οποίο δεν πρόλαβε να γεννήσει, ο Δρ. Γκόντγουιν Μπάξτερ δημιουργεί την Μπέλα Μπάξτερ, ένα «μωρό» σε σώμα ενηλίκου, που αναπτύσσεται με ταχείς ρυθμούς και απαιτεί να βγει από τη «φυλακή» στην οποία ζει, για ν’ ανακαλύψει την περιπέτεια μέσω μακρινών ταξιδιών ανά τον κόσμο, όσο και τις ελευθέριες απολαύσεις του… αχαλίνωτου σεξ!

Όταν αναζητάς (ή επιχειρείς να «επανεφεύρεις») την ταυτότητά σου, υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος να βρεθείς σε σύγχυση. Ο Γιώργος Λάνθιμος το κάνει με αγωνία στο «Poor Things». Και, στην τελική, πλήττεται από την υπερπροσπάθεια ανάδειξης του grandiose, προσφέροντας ένα θέαμα το οποίο μπουκώνει από λογοτεχνικότητα και εικαστικότητα. Γίνεται ο ίδιος… η Μπέλα Μπάξτερ, που (ταυτόχρονα) πνίγεται κι αναγεννάται από το (εγκεφαλικό) δημιούργημά του.

Αρχικά, μιλάμε για ένα εξαιρετικό βιβλίο. Το «Χαμένα Κορμιά (Επεισόδια από τη Νεανική Ζωή Ενός Γιατρού του Δημόσιου Οργανισμού Υγείας της Σκωτίας)» του Άλισντερ Γκρέι (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Νεφέλη) αποτελεί ένα ευρηματικότατης αφήγησης και σουρεαλιστικά αναρχικής δομής ανάγνωσμα που από γεννησιμιού του έδειχνε να προκαλεί την κινηματογραφική του μεταφορά, σαν ένα τρελό στοίχημα με αντίστοιχες απαιτήσεις. Η ιδέα του να το σκηνοθετήσει ο Λάνθιμος, για μένα, πρόσθεσε ένα σατανικό μειδίαμα. Ήλπιζα η κατασκευή του φιλμ να αποτολμήσει μια meta-απογείωση στον λόγο ο οποίος (με) ερεθίζει περισσότερο στο φιλμικό σύμπαν του Λάνθιμου, αντί της οπτικής «γλώσσας» των κάδρων του, που (σαφώς) σηκώνουν ανάστημα πάνω από το σενάριο στο «Poor Things». Ατυχώς, τόσο η ανισόρροπα μπουφόνικη διάθεση που κυριαρχεί στους (χάρτινους) διαλόγους, όσο και οι δια χειρός Τόνι ΜακΝαμάρα επιλογές αλλοίωσης του original σε προσανατολισμό και ταύτιση (πιθανότερα με συνυπευθυνότητα του σκηνοθέτη), αδικούν το βιβλίο.

Η άνωθεν ευθύνη έχει να κάνει με την αγάπη του Λάνθιμου προς το γυναικείο φύλο. Η διαρκής (μετ)εξέλιξή της σε κάνει να αισθάνεσαι ένα είδος διερευνητικού φθόνου προς αυτό, ο οποίος σχεδόν ακυρώνει τη δική του αρρενωπότητα (προς Θεού, όχι με τον τρόπο που ο Πέδρο Αλμοδόβαρ βασανίζεται υπαρξιακά επειδή ζει σε σώμα άνδρα…)! Υπό αυτό το σκεπτικό, το φιλμικό «όχημα» υιοθετεί μια υποκειμενική προσέγγιση που υπηρετεί τη γυναικεία ματιά, ενώ το έργο (ουσιαστικά) αφορά σε άλλες θεματικές. Το σώμα. Την ηλικία. Και το δικαίωμα στον παλιμπαιδισμό. Μέχρι την έλευση των «κινδύνων» του μοιραίου τέλους που μπορεί να διακόψει κάθε ανθρώπινη χαρά. Εκτός εάν δύναται να υπάρξει ένας κάποιος Γκόντ(γουιν), που θα έχει την ικανότητα να «ανακυκλώσει» την πορεία του θνητού βίου…

Ο Λάνθιμος, λοιπόν, γίνεται ένας από μηχανής (κινηματογραφικός) Θεός, ο οποίος αν και αναγάγει (εκ των πραγμάτων) τον ρόλο του σε κάτι ισάξιο με εκείνον του Γκόντγουιν Μπάξτερ, δίνει σταδιακά τη σκυτάλη του απόλυτου πρωταγωνιστή στη δημιουργία του (Μπέλα / «Poor Things»), η οποία τον έλκει τόσο ως προς το φύλο της όσο και με την ωρίμανσή της, μέσω σταδίων χειραφέτησης. Το πρότυπο του «πλάσματος» που επαναφέρει στη ζωή ο Δρ. Φρανκενστάιν είναι το πλέον προφανές σε πλαίσιο αναφοράς, όμως, μια «αναλαμπή» απεικόνισης της σχετικής διαδικασίας, η οποία ξεκάθαρα φέρνει στον νου το «Metropolis» (1927) του Φριτς Λανγκ, υποδηλώνει την πραγματική ταυτότητα της φιλμικής «συγγένειας» της Μπέλα: είναι μία άλλη Μαρία! Με τη διαφορά ότι η μαρξιστικής ιδεολογίας προλετάρια Μαρία αφυπνίζει και οδηγεί τον λαό (της εργατιάς) προς μία επανάσταση, ενώ η Μπέλα έχει για σημαία μια… sex(ual) revolution φεμινιστικών προδιαγραφών που καλεί (τις… sex workers – και όχι μόνο) προς την αυτοδιάθεση και το δικαίωμα στην ηδονή, αντιδρώντας στην φαλλική καταπίεση και την ιδέα της ιδιοκτησίας από το «ισχυρό φύλο».

Ωραία όλα αυτά, όμως, το πνευματώδες της γραφής (που διέθετε το βιβλίο) κάπου καταλήγει σε ένα συνονθύλευμα «κακής μετάφρασης», με το «Poor Things» να πλατειάζει σε πελάγη αποπροσανατολισμού, θεωρώντας (μάλλον λανθασμένα) ότι μπορεί ν’ ακολουθεί την Μπέλα στις ταξιδιάρικες περιπέτειές της δίχως να δίνει λογαριασμό σε πλοκή και κινηματογραφικό χρόνο. Το φιλμ διαρκεί 141 λεπτά, ακολουθώντας μονάχα μια διάθεση τύπου «size matters», με το art direction να συμπορεύεται σ’ αυτή τη λογική… ογκωδέστατα! Παρά την αδιανόητη υπεροχή της δουλειάς που έχει γίνει στα sets, δεν αποφεύγεται η εντύπωση ότι ο Λάνθιμος εκμεταλλεύεται τούτο το φαντασμαγορικό στοιχείο της ταινίας για να κερδίσει ένα πιο mainstream / «ιθαγενές» κοινό, το οποίο είθισται να θαμπώνεται από τέτοιου είδους «καθρεφτάκια»… ευκολίας.

Και θα τολμήσω να προσθέσω και μια συνειρμική σκέψη που μου προέκυψε, ενθυμούμενος τον… Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ και το ηθελημένα «θεατρικό», πλαστής προοπτικής οπτικό σύμπαν του «Καβγατζή» (1982)! Αφορμές; Η baroque υπερβολή σε σκηνικά, χώρους και χρωματικούς τόνους, η παρουσία της Χάνα Σιγκούλα (η μούσα του Γερμανού σκηνοθέτη) σαν «υποκατάστατο» της Ζαν Μορό και η γραφικότητα της σχηματοποίησης του πούτσου (εδώ στα παράθυρα του παριζιάνικου μπουρδέλου, τότε στην προκυμαία, έξω από το bar της μαντάμ Λιζιάν). Συμπτώσεις;

Πέραν της σκηνογραφίας (που είναι όχι απλά για υποψηφιότητα, αλλά για να τιμηθεί με το αντίστοιχο βραβείο Όσκαρ), ποιοι άλλοι είναι οι μεγάλοι κερδισμένοι στο «Poor Things»; Ίσως περισσότερο από όλους… η Έμμα Στόουν! Είναι αξιέπαινη η αφοσίωσή της στον ρόλο της Μπέλα και σίγουρα μιλάμε για την κορυφαία ερμηνευτική στιγμή της καριέρας της. Η Στόουν υποδύεται ένα μωρό με το σώμα μιας ενήλικης γυναίκας. Δεν ξέρω πως το έκαναν, ούτε εκείνη, ούτε και ο Λάνθιμος (στην καθοδήγηση)! Είναι, όμως, συγκλονιστικό να μελετάς κάθε αντίδρασή της, λες και είναι υποχρεωμένη να μάθει να συμπεριφέρεται και να μιλά σαν κάτι το εντελώς άγνωστο σ’ αυτήν. Πρόκειται περί κανονικής εκμάθησης βρέφους! Προσγειώνονται οι εντυπώσεις μετά τα στάδια της αυτοϊκανοποίησης και του ακόρεστου σεξ, αλλά η ηθοποιός καταφέρνει κάτι το διαχρονικά αξιομνημόνευτο. Bonus points και στο original score (επιτέλους, ακούσαμε και κάτι τέτοιο σε φιλμ του Λάνθιμου!) του Τζέρσκιν Φέντριξ, με συνθέσεις «ξεχαρβαλωμένες», ταυτόσημες με τα χαρακτηριστικά της Μπέλα.

«Σε παρακαλώ να με θυμάσαι πού και πού.»

Δεν είμαι βέβαιος για το πώς θα θυμόμαστε το «Poor Things» στο μέλλον. Βρήκα θαυμαστά πράγματα σ’ αυτό, βρήκα και κάμποσες αστοχίες (για παράδειγμα, ειλικρινά, πέραν της αίσθησης ανάγκης ενός «προβαρίσματος» στο ύφος της εικόνας, θεωρώ ασυνεπή την «κόντρα» ανάμεσα στο μαυρόασπρο και το έγχρωμο), δεν ταυτίστηκα με την προσέγγιση του βιβλίου και κάπου κουράστηκα με τη διάρκεια του φιλμ και με την αδυναμία του να καταλήξει σε ένα καίριο φινάλε (έπαθα ολίγον… «Frankenweenie», στο πιο ζορισμένα γκροτέσκο του). Παραδόξως, δεν «βρήκα» τον Λάνθιμο σε τούτη την ταινία! Και εδώ είναι που τίθεται το πιο σκληρό ερώτημα: (παρά τα όποια βραβεία και την κριτική αποδοχή) είναι αυτή η εξέλιξη που ονειρεύεται και ο ίδιος ως δημιουργός;

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Ασχέτως εκκεντρικότητας (στο «περιτύλιγμα»), τούτη εδώ είναι η περισσότερο προσβάσιμη (από ποτέ!) ταινία του Γιώργου Λάνθιμου, έστω κι αν οι λόγοι προέρχονται από λανθάνουσες αντιλήψεις σε σχέση με το χιουμοριστικό περιεχόμενο του έργου (το εντόπισα σε αντιδράσεις μεγάλης μερίδας των θεατών που παρακολούθησαν το «Poor Things» σε preview screenings). Σίγουρα θα έλεγα πως είναι η ταινία την οποία θα αγαπήσουν εκείνοι που μέχρι σήμερα… μισούσαν το σινεμά του! Καλλιτεχνικά, σε όλους τους τομείς, το αποτέλεσμα είναι κυριολεκτικά υψηλού επιπέδου (και ίσως ανώτερο από κάθε προηγούμενο φιλμ του Λάνθιμου), γεγονός που επηρέασε (προς το θετικότερο) την τελική βαθμολογία μου.


MORE REVIEWS

ΣΤΕΝΕΣ ΕΠΑΦΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑΒΟΛΟ

Στα 1977, ένα βραδινό τηλεοπτικό talk show με θέμα τον εορτασμό του Halloween και καλεσμένους με ειδίκευση στο μεταφυσικό εξελίσσεται με τον εντελώς λάθος και εκτός προγραμματισμού τρόπο σε ζωντανή μετάδοση.

BACK TO BLACK

Η σύντομη πορεία της μουσικής καριέρας της Έιμι Γουάινχαουζ, παράλληλα με προσωπικές στιγμές που την οδήγησαν σε ένα τόσο απότομο και άδοξο τέλος.

GHOSTBUSTERS: Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δαιμονική οντότητα που (πίσω στα 1904) προσπάθησε να κατακτήσει τον κόσμο με στρατιά από φαντάσματα, τρεφόμενη με αρνητικά συναισθήματα ώστε να μειώσει τις θερμοκρασίες στο απόλυτο μηδέν, επιστρέφει στη Νέα Υόρκη του σήμερα για να… το προσπαθήσει ξανά! Who you gonna call?

ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΝΕΟΙ

Οι ελπίδες και τα όνειρα μιας χούφτας επίδοξων ηθοποιών του περίφημου Théâtre des Amandiers στο Παρίσι των μέσων της δεκαετίας του ‘80.

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ

Αμερικανική οικογένεια μετακομίζει σε εξοχική αγγλική έπαυλη, δίχως να λογαριάζει τη φήμη πως το νέο τους σπίτι είναι… στοιχειωμένο εδώ και τρεις αιώνες. Και το φάντασμα του Σερ Σάιμον δεν πολυγουστάρει τους απρόσκλητους επισκέπτες!