FreeCinema

Follow us

HARDCORE HENRY (2016)

  • ΕΙΔΟΣ: Sci-Fi Περιπέτεια
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ίλια Ναϊσούλερ
  • ΚΑΣΤ: Σάρλτο Κόπλεϊ, Ντανίλα Κοζλόφσκι, Χέιλι Μπένετ, Τιμ Ροθ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 96'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ODEON

Χωρίς μνήμη ή ικανότητα ομιλίας ανανήφων ενημερώνεται από τη γιατρό κουκλάρα γυναίκα του για τα δύο βιο-μηχανικά άκρα που του έσωσαν τη ζωή, όταν ντου κακοποιών οδηγεί στην απαγωγή εκείνης και στην καταδίωξη εκείνου πάνω-κάτω στη Μόσχα. Τα super ντουζένια του κι ένας χαμαιλεοντικά παλαβιάρης σύμμαχος τον κρατούν ζωντανό στο κυνήγι της λύσης του αινίγματος. Τι… τρέχει (σκοτωτά);

Ο Όρσον Γουέλς σχεδίαζε να γυρίσει την πρώτη αποκλειστικά first-person οπτικής ταινία, και δη έχοντας κάνει σενάριο το «Η Καρδιά του Σκότους» του Τζόζεφ Κόνραντ. Το studio ζήτησε μείωση του προϋπολογισμού κατά 50 χιλιάδες δολάρια. Εκείνος αρνήθηκε και αντ’ αυτού γύρισε τον… «Πολίτη Κέιν»! Εγώ δεν έχω παίξει ποτέ βιντεοπαιχνίδι. Όχι μόνο αυτό αλλά έχω περισσότερες εμπειρίες ως φευγαλέα θεατής ενός τέτοιου σε κινηματογραφικές ταινίες απ’ ό,τι στη ζωή. Έτσι, δεν μπορώ να επιχειρηματολογήσω εναντίον όσων (το εξοργιστικότερο; Πιθανότατα άσχετων όσο κι εγώ με το virtual σύμπαν) θα διαγράψουν με την αιτίαση του «gaming» αυτό το ορόσημο στο είδος του. Μπορώ, όμως, με μάτια βγαλμένα δεκαετίες στη σκοτεινή αίθουσα (κι εκεί μόνο μπορεί να το δει κανείς όπως του αρμόζει), να ταχθώ υπέρ τού – ντεμπούτου κιόλας! – προχώ δημιουργήματος του Ναϊσούλερ. Ο Τζορτζ Μίλερ του «Mad Max» θα ζηλέψει τις φωτογραφικές ιδίως, τεχνικές εν γένει καινοτομίες και τον χορογραφημένο δρομαίο (κυρίως) χαμό. Ο Γιόνας Άκερλουντ του «Smack My Bitch Up» θα νιώσει περήφανος γιατί το sui generis τού επιδραστικότερου music promo του πέταξε μπόι. Του Τιμούρ Μπεκμαμπέτοφ θα γελάνε και τα μουστάκια του, γιατί έβαλε πλάτη και χρήμα για μια παραγωγή που ξεβρακώνει επαγγελματικά τη συστημική αγορά των blockbuster στα χωράφια της. Σε κάτι που επίσης θα θαυμάσουν για το προσθετικό gore και τους γεμιστήρες του ο Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ, τη σαρδόνια επιστημονική φαντασία του ο Νιλ Μπλόμκαμπ, την cyberpunk ραχοκοκαλιά του ο Σίνια Τσουκαμότο και το guerilla κοπάνημά του τα παρτάλια τού «Jackass».

Το μεγαλύτερο επίτευγμα και καύχημα του «Hardcore Henry»; Ότι, κινώντας ενστικτωδώς τόσα διαφορετικά ξένα μέλη με τη νευροεντολή «Παγκόσμιος Στρατιώτης» από έναν εγκέφαλο με διόλου έμμονη ιδέα ένα… αναποδ(ιάρικ)ο «Blade Runner» για τη γαλουχημένη αλογόκριτα από πλείστα Μέσα στο R θέαμα Γενιά τού Αντίχειρα, καταφέρνει να δίνει ως κινηματογραφικό σώμα τη δεμένη αίσθηση τόσο του απολύτως φρέσκου κρέατος (συνήθως) όσο και του μεταρρυθμιστή player (συνεχώς), που μπουκάρει στην πιάτσα με τσαμπουκά κι επιβάλλει την πρωτοκαθεδρία της… ματιάς του. Η αποκλειστικά υποκειμενική προοπτική αφήγησης, που στην Ελλάδα πρωτοείδαμε στο «Blair Witch Project» το 2000 και τελευταία στο «Μικρή Άρκτος», για μια action ταινία είναι όμως μόνο ο πρώτος πατεντάτος σπινθήρας στην καλωδίωση αυτού του μεγάλου μήκους αναπτύγματος ενός viral video clip του μουσικού συγκροτήματος του μεγαλωμένου και στο Λονδίνο Ρώσου σκηνοθέτη. Ο οποίος δεν δίστασε να πετάξει στα σκουπίδια δύο μήνες γυρισμάτων προτού επανεφεύρει (με ευρεσιτεχνία τού κλάδου της Μαγνητικής Μηχανικής) ένα σύστημα αντι-ασταθών όσο ποτέ φορητών λήψεων από βιντεοκάμερες GoPro Hero 4, φορεμένες ένθεν κακείθεν των cascadeur. Που στον ρόλο του απορούντος Χένρι, ο οποίος εκτός των υπερδυνατοτήτων του στόμα έχει και μιλιά δεν έχει, τα… βλέπουν όλα (και μέσ’ απ’ τα μάτια τους κι εσύ, όπως ποτέ στο παρελθόν στο πανί): ακάτους διαφυγής, ορδές διεφθαρμένων (βεβαίως) μπάτσων και μισθοφορικών παλιόμουτρων, πατημένα τροχαία με μοτοσικλέτες και αμάξια, κυλιόμενες σκάλες, ιλιγγιώδες parkour στο εξωτερικό κτηρίων, αναφλέξεις κατόπιν επίθεσης με φλογοβόλο, σκαπουλαρίσματα από μπαζούκας και άρματα μάχης, πτώσεις από ελικόπτερο και διαδοχικές αποτρόπαιων καταλήξεων μάχες σώμα με σώμα, με mastermind ένα θανάσιμα τηλεκινητικό αφεντικό του υποκόσμου και μια μοιραία γυναίκα σε ρόλο – κλειδί, ενώ ένας πλακατζής άνθρωπος με τα χίλια πρόσωπα (συν)τρέχει τον ποτέ ανφάς ήρωά μας στο νταβαντούρι.

Ο Ναϊσούλερ έχει στα χέρια του τρία καίρια ηλεκτρόδια για την… ολική επαναφορά (στον θάλαμο του post) τού μυικού συστήματος των θεαματικών βιωματικών γυρισμάτων. Το CGI, πληρωμένο εν πολλοίς από τους υποστηρικτές τού project στο Indiegogo, υπηρέτης της φαντασίας και της δεινότητας των πρωτοποριακών stunts αλλά και του οράματος της αφήγησης, είναι ο πιο αδύναμος κρίκος καθώς, επί ώρα αφανές (στο design κάνει θαύματα και στο wire-fu είναι πλήρως αόρατο), προδίδεται στο φινίρισμα των πιο εκρηκτικών set-pieces. Αυτά που δεν καρφώνονται ποτέ είναι πρώτα τα φυσικά εξωτερικά & τα ξηγημένα εσωτερικά σκηνικά, όχι ως διάκοσμος αλλά ως αναπόσπαστο μέρος τού από ευρυγώνιο φακό οπτικού πεδίου τού Χένρι και κατά συνέπεια του rollercoaster της οδύσσειάς του. Ακολούθως, η ηχητική μπάντα. Σ’ αυτήν, κάνουν τα πιο έξυπνα σχόλια με τα δικά τους αεροπλανικά, πλάι στο μοντάζ των εφέ και τους ατμοσφαιρικούς ή μπιτάτους συνθετητές του score της γυναίκας του auteur Ντάρια Τσάρουσα που σιγοντάρουν τη virtual reality τoύ mixed-up Χένρι, το «Strychnine» των Sonics, το «Don’t Stop Me Now» των Queen και μια… εκτέλεση του «I’ve Got You Under Μy Skin» σ’ ένα χορευτικό νούμερο – κλώνο (θυμηθείτε το υπονοούμενο) μιας σκηνής του «Gamer» των Νεβελντάιν και Τέιλορ, το «Εκτός Ορίων» (σε cyborg έκδοση) των οποίων μοιάζει να απηχεί το ασταμάτητα μπριζωμένο πατιρντί.

Φρεντ Αστέρ του σε μια ερμηνεία – bal masqué (clochard φίλος της κάνναβης, μισοτσίτσιδος κοκάκιας και μπουρδελιάρης κυριλές, retro Άγγλος φαντάρος, πανκιό με μοϊκάνα, you name it…), ο ακαλιμπράριστα ιδιάζων στο χιούμορ του Σάρλτο Κόπλεϊ και τα Brit «κανονάκια» των περσόνων του γίνονται το chip που εντέλλει τις στροφές στο μεταχειρισμένο μοτεράκι τού μυστηρίου πριν από μια αποκάλυψη που κόβει τα πόδια α λα «Avatar», στο σχιζοειδέστερα πολυπρόσωπο. Αν αυτό το μετασελερσικό κλίμα γίνεται ο μικροεπεξεργαστής των ιλαρών διαθέσεων του fun (προσέξτε το αστείο τού… αλόγου στην εξοχή), μια ένεση αδρεναλίνης επί της οθόνης (κυριολεκτικά) είναι το γκαγκ που αυτοδιακωμωδεί τις έξω φρενών και χωρίς λύπηση για την ανθρώπινη ζωή «πίστες» – εκατόμβες με ατάκτως εναλλασσόμενο βαθμό δυσκολίας που πρέπει να περάσει αυτό το θήραμα, που ανακαλύπτει ενστικτωδώς προ του αδιάκοπου κινδύνου τις πολεμικές αρετές του. Προτού βρεθεί μπρος σε δύο πλεκτάνες, στις απωθημένες στην πατρική πλακέτα μνήμες – ντιρεκτίβες τού αισθάνεσθαι και του πράττειν, στο έλεος της dead zone τού ψυχάκια – διώκτη του, σ’ ένα βαλτό software reboot φόρτισης που θα το τερματίσει (για εκείνον ή για τους κακούς;) και θα… τη βιδώσει σ’ εσένα.

Επειδή, αποφεύγοντας το σεναριακό βραχυκύκλωμα παρά (και ίσως χάρη σ)τα από δεύτερο χέρι εξαρτήματα στόρι, ο Ναϊσούλερ δεν μπορεί να μασκάρει εργαστηριακά errors. Αρχικά στο πυρίτιο σημαίνοντος: για λίγο, από ένα σημείο και μετά, μια μικρή αίσθηση buffering στο modus operandi. Αλλά και στην τεχνητή νοημοσύνη σημαινόμενου: ο ξανθός – Νέμεσή του δεν τελειώνει μια κι έξω με την πανίσχυρη φαιά ουσία του τον Χένρι αλλά το παραπαιδεύει (σαφώς προς τέρψη μας), προκαλώντας την τύχη του καρτουνίστικα (ή μήπως «κονσολίστικα»;) · και οι συνάψεις τού προς απενοχοποιημένη ψυχαγωγία προϊόντος ζορίζονται να περάσουν σάτιρα στο έγκλημα σε κοινή θέα με τον πολίτη άπραγο μάρτυρα και τα «όργανα» στη μισθοδοσία των επιστημόνων gangster της νέας Ρωσίας. Διορθώνεται το σφάλμα. Ένα καινοφανές split-screen με το δεύτερο πλάνο στο ανάποδο, ένα σκάσιμο καύκαλου σε πλήρη θέα, μια ταρζανιά α λα Φιλίπ Πετί τύπου κομάντο καρατέκα. Όλα με το viseur να γράφει συναρπαστικά μετωπικά. I Am a Camera. Μηδένισέ το, Robo Sapiens…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

FPShooters, δικό σας (οι μικρότεροι τρώτε πόρτα λόγω της ακαταλληλότητας). Actionάδες; Άχαστο, αξέχαστο, αξεπέραστο. Οι σπλατεράδες γιορτάζουν την επινοητική αιματοχυσία σε υπεργενναίες δόσεις. Οι μανιακοί με τα οπλομπουκέτα έχουν να δουν κάτι τέτοιο σε ελληνικό venue από το «Επιχείρηση: Χάος». Arthouseάδες, μόνο αν ικανοποιείτε τα βίτσια σας στο genre σινεμά. Κινηματογραφιτζήδες, θα λέτε συνέχεια «Πώς το ‘κανε αυτό;» (σπάστε τα κεφάλια σας). Κορίτσια: πρώτον είναι πολύ πιο άγριο από το «Τρέξε, Λόλα, Τρέξε», δεύτερον είναι καρτουνίστικα σεξιστικό του… θανατά (αν και με – στο πίσω μέρος του διεστραμμένου μυαλού του – την εισαγωγή του «Παράξενες Μέρες» της Μπίγκελοου, επαινετέα). Οι υψοφοβικοί και οι χωρίς ανοχή στη βία να μην πλησιάσουν ούτε γι’ αστείο, αλλά οι επιρρεπείς στη ναυτία μόνο περιστασιακά και βραχέως θα έχουν χρεία δραμαμίνης ή σακούλας (κι αυτό δείχνει τι χέρι έχει ο filmer).


MORE REVIEWS

ΤΟ ΚΕΝΤΡΙ

Μικροαπατεώνας ο οποίος επιθυμεί να εκδικηθεί το θάνατο φίλου του, συνεργάζεται με άσσο των μεγάλων σαλονιών της απάτης, υφαίνοντας από κοινού περίτεχνο σχέδιο εξαπάτησης διαβόητου αρχιμαφιόζου.

Η ΝΥΧΤΑ ΤΩΝ ΒΡΙΚΟΛΑΚΩΝ

Στην καρδιά της Τρανσυλβανίας των μέσων του 19ου αιώνα, ο καθηγητής Αμπρόνσιους και ο αφελής βοηθός του Άλφρεντ περιοδεύουν με σκοπό την αναζήτηση και εξολόθρευση βρικολάκων. Χρησιμοποιώντας σαν ίχνη πορείας τα θύματα που αφήνουν πίσω τους τα βαμπίρ σε διάφορα μικρά χωριά, θα καταλήξουν στο κάστρο του μυστηριώδη Κόμη φον Κρόλοκ.

Η ΝΟΝΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

Διερμηνέας του τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών της Αστυνομίας οικειοποιείται μεγάλη παρτίδα «χόρτου», το οποίο εν συνεχεία διοχετεύει στην παριζιάνικη αγορά, καταφέρνοντας να λύσει κατ’ αυτόν τον τρόπο το οικονομικό της πρόβλημα. Το εμπόριο ναρκωτικών, όμως, δεν είναι παίξε-γέλασε. Ή μήπως είναι;

ΚΑΤΙ ΤΡΕΧΕΙ ΣΤΟ ΣΕΝ ΤΡΟΠΕ

Στο Σαν Τροπέ, φεγγάρια και νύχτες τρελές, και μ’ ένα τουίστ ανάβω στην πίστα φωτιές, το ξενύχτι το αντέχω όσο στο πλευρό μου σ’ έχω, ναι, στο Σαν Τροπέ!

ΛΑΣΙ ΓΥΡΝΑ ΣΠΙΤΙ

Η σπιτονοικοκυρά θέλει να τους διώξει εξαιτίας του σκυλιού, μόλις που έχουν μετακομίσει γιατί έχασαν το σπίτι τους, η σύζυγος είναι έγκυος, ο σύζυγος μένει ξαφνικά άνεργος και το αγοράκι τους δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τη Λάσι του.