FreeCinema

Follow us

ANT-MAN AND THE WASP: ΚΒΑΝΤΟΜΑΝΙΑ (2023)

(ANT-MAN AND THE WASP: QUANTUMANIA)

  • ΕΙΔΟΣ: Περιπέτεια Φαντασίας
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Πέιτον Ριντ
  • ΚΑΣΤ: Πολ Ραντ, Εβάντζελιν Λίλι, Κάθριν Νιούτον, Μισέλ Φάιφερ, Τζόναθαν Μέιτζορς, Μάικλ Ντάγκλας, Κόρεϊ Στολ, Κέιτι Μ. Ο’Μπράιαν, Γουίλιαμ Τζάκσον Χάρπερ, Μπιλ Μάρεϊ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 125'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD

Η κόρη του Σκοτ Λανγκ κατασκευάζει μία μηχανή εντοπισμού ανθρώπων τους οποίους απορρόφησε το κβαντοσύμπαν, όμως, με το που την ενεργοποιεί, σύσσωμη η οικογένεια του Ant-Man παγιδεύεται μέσα σ’ αυτό! Πως θα μπορέσουν να επιστρέψουν στον γήινο κόσμο τους;

Στην timeline του MCU και των φιλμ με τους… superstar υπερ-ήρωές του (καταλάβαμε ότι αφήνω εκτός τις απερίγραπτες «Venom» movies, εντάξει;) υπάρχουν ελάχιστες πολύ καλές ταινίες, αρκετές μετριότητες, πολλά #fail και… ο πάτος, στον οποίο μέχρι πρόσφατα θεωρούσα ότι ανήκει (επάξια) το «Captain Marvel» (2019). Το δεύτερο sequel των «AntMan» movies, «AntMan and the Wasp: Κβαντομανία», έρχεται σήμερα να μου πει… «Όχι, ρε φίλε, μπορούμε και χειρότερα»!

Το «cool» εισαγωγικό της αφήγησης του Σκοτ Λανγκ για το πώς συνεχίζει τη ζωή του μετά από… ένας Θεός ξέρει ποια προηγούμενη ταινία στην οποία εμφανιζόταν ο Ant-Man (και όχι απαραίτητα το «Ο AntMan και η Σφήκα» του 2018, το οποίο έχω ξεχάσει ολοκληρωτικά), αγωνίζεται να δώσει μία χιουμοριστική νότα που σου παγώνει τα χείλη, όσο (τυπικά) άνετος κι αν δείχνει ο Πολ Ραντ. Επειδή η καθημερινότητα στο Σαν Φρανσίσκο δεν επιφυλάσσει καμία έκπληξη (πέραν της ακτιβιστικής δράσης της μεγαλωμένης πια κόρης του, Κάσι), η πλοκή μεταφέρει άμεσα τους χαρακτήρες της οικογένειας των Λανγκ στο κβαντοσύμπαν της… ασυναρτησίας, στο οποίο οι προηγούμενες περιπέτειες της Τζάνετ Βαν Ντάιν (Μισέλ Φάιφερ) είχαν αφήσει πίσω εχθρούς και συμμάχους, που στη δύσκολη θέση στην οποία βρίσκεται ξανά θα χρειαστεί ν’ αποφύγει ή ν’ αναζητήσει.

Κάπως ξεδιάντροπα, το σουρεαλιστικό σύμπαν του animated «Παράξενος Κόσμος» (2022) μοιάζει εδώ να παίρνει «ρεαλιστική» CGI μορφή στο εικαστικό του μέρος, ενώ «εκλάμψεις» από διαχρονικές εικόνες που μπορεί να ανασύρει η μνήμη από το franchise των «Star Wars» κυκλοφορούν άναρχα, δίνοντας την εντύπωση μιας έμπνευσης στείρας και επαναπαυμένης στα… «δάνεια». Από το τελευταίο μοιάζει να έρχεται και ο Κράιλαρ του Μπιλ Μάρεϊ, μαζί με ολόκληρη την κουστωδία αλλόκοτων πλασμάτων που τον συνοδεύουν στη σεκάνς της συνάντησης στο bar. Από δίπλα, η εξέλιξη της ιστορίας πηγαινοέρχεται ανάμεσα στην ομηρεία μερίδας της οικογένειας από το «αντάρτικο» της Τζεντόρα (Κέιτι Μ. Ο’Μπράιαν) και την αναμέτρηση με τον κακό της υπόθεσης, τον σατανικό Κανγκ (Τζόναθαν Μέιτζορς), ο οποίος θέλει να κατακτήσει (όπως σε κάθε ταινία τούτου του genre) τον κόσμο, το σύμπαν και το… whatever, εδώ που τα λέμε.

Από δράση δεν χαμπαριάζει στο μεγαλύτερο μέρος της η «Κβαντομανία», θεωρώντας ότι η παράλληλη παρακολούθηση των υποπλοκών της αρκεί (με τίποτα, όμως!) για να κρατήσει το ενδιαφέρον του θεατή. Για ν’ αντέξει κανείς αυτή τη φιλμική ταλαιπωρία πρέπει να έχει ηλικία κάτω των δώδεκα (το πολύ) ετών ή να του έχει καεί ο εγκέφαλος από το σύνολο των φάσεων του κινηματογραφικού MCU. Εννοείται πως ο Πέιτον Ριντ χρησιμοποιεί ως βάση της αφήγησής του τα serial films της δεκαετίας του ’30, μοντέλο που αναπαρήγαγε και ο Τζορτζ Λούκας (ειδικά στην πρώτη – με χρονολογική σειρά διανομής – τριλογία του «Star Wars») και ο Στίβεν Σπίλμπεργκ (στις περιπέτειες του Ιντιάνα Τζόουνς) στο παρελθόν. Εδώ, φυσικά, το εγχείρημα ναυαγεί, διότι ο σεναριακός σκελετός αποτελείται από… την Άρτα και τα Γιάννενα (δεν θέλω να το αναπτύξω αυτό, όχι διότι δεν θα μπορέσω ν’ αποφύγω τα #spoilers, αλλά επειδή… κάθε είδος Επιστήμης θα σήκωνε τα χέρια ψηλά)!

Από ένα σημείο κι έπειτα τα δρώμενα χάνουν από κάθε άποψης (συνοχής και φαντασίας, πρωτίστως), μέχρι να οδηγηθούμε στην τελική (και στερεοτυπική) αναμέτρηση, με τα προβλέψιμα αποτελέσματα (περίμενα τα μυρμήγκια, κοιτάζοντας το ρολόι με απόγνωση…). Επιζεί (στο ελάχιστο) η σεκάνς όπου ο Ant-Man αποκτά αμέτρητους «κλώνους» της… αναποφασιστικότητάς του, εύρημα το οποίο σπαταλιέται άδοξα, ενώ η επανεμφάνιση του Ντάρεν Κρος (Κόρεϊ Στολ) από το πρώτο φιλμ αποτελεί αποθέωση του γκροτέσκου και της «παραξενιάς», κάτι σαν τον… Humpty Dumpty της «Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων», αλλά με όψη που θα ταίριαζε περισσότερο στο σινεμά του Τέρι Γκίλιαμ!

Με ζόρι κάθισα στην αίθουσα για να παρακολουθήσω και τις δύο after credits «κρυμμένες» σκηνές, καθώς σκεφτόμουν πόσο εξευτελιστικό πρέπει να είναι πια το επάγγελμα του ηθοποιού στο Χόλιγουντ. Πραγματικά, λυπήθηκα το καστ που, εκ των πραγμάτων, θα έβγαλε σχεδόν όλα τα γυρίσματα σε green screen, προσπαθώντας να φανταστεί πόσο… για τα μπάζα θα είναι το κβαντοσύμπαν που θα τους «κατσικωθεί» στο post-production.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Στην Αμερική το rating του είναι PG-13, αλλά το έργο είναι μόνο για παιδάκια. Και τις συνηθισμένες μάζες των οπαδών του είδους και της Marvel, που θα πάνε να το δουν στο σινεμά… ο κόσμος (ή το κβαντοσύμπαν) να χαλάσει! Παίζει και σε 3D «αρπαχτή» (βγάζει τα ανάλογα συμπεράσματά του κι αυτό). Μετανιώνω που έχω κανιβαλίσει τις πιο kitsch ταινίες του Thor ή των Guardians of the Galaxy. Εκεί, τουλάχιστον, έπεφτε και λίγο γέλιο (για τους λάθος λόγους).


MORE REVIEWS

ΣΤΕΝΕΣ ΕΠΑΦΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑΒΟΛΟ

Στα 1977, ένα βραδινό τηλεοπτικό talk show με θέμα τον εορτασμό του Halloween και καλεσμένους με ειδίκευση στο μεταφυσικό εξελίσσεται με τον εντελώς λάθος και εκτός προγραμματισμού τρόπο σε ζωντανή μετάδοση.

BACK TO BLACK

Η σύντομη πορεία της μουσικής καριέρας της Έιμι Γουάινχαουζ, παράλληλα με προσωπικές στιγμές που την οδήγησαν σε ένα τόσο απότομο και άδοξο τέλος.

GHOSTBUSTERS: Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δαιμονική οντότητα που (πίσω στα 1904) προσπάθησε να κατακτήσει τον κόσμο με στρατιά από φαντάσματα, τρεφόμενη με αρνητικά συναισθήματα ώστε να μειώσει τις θερμοκρασίες στο απόλυτο μηδέν, επιστρέφει στη Νέα Υόρκη του σήμερα για να… το προσπαθήσει ξανά! Who you gonna call?

ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΝΕΟΙ

Οι ελπίδες και τα όνειρα μιας χούφτας επίδοξων ηθοποιών του περίφημου Théâtre des Amandiers στο Παρίσι των μέσων της δεκαετίας του ‘80.

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ

Αμερικανική οικογένεια μετακομίζει σε εξοχική αγγλική έπαυλη, δίχως να λογαριάζει τη φήμη πως το νέο τους σπίτι είναι… στοιχειωμένο εδώ και τρεις αιώνες. Και το φάντασμα του Σερ Σάιμον δεν πολυγουστάρει τους απρόσκλητους επισκέπτες!