FreeCinema

Follow us

UPGRADE (2018)

  • ΕΙΔΟΣ: Περιπέτεια Φαντασίας
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Λι Γουανέλ
  • ΚΑΣΤ: Λόγκαν Μάρσαλ-Γκριν, Μέλανι Βαγέχο, Στιβ Ντάνιελσεν, Άμπι Κρέιντεν, Χάρισον Γκίλμπερτσον, Μπένεντικτ Χάρντι, Μπέτι Γκέιμπριελ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 100'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: UIP

Με κατεστραμμένη σπονδυλική στήλη και τη σύζυγό του νεκρή, ύστερα από επίθεση συμμορίας, ο Γκρέι δέχεται να γίνει το «πειραματόζωο» μιας εταιρείας προηγμένης τεχνολογίας και αφήνει το σώμα του στον απόλυτο έλεγχο ενός computer chip. Ποια είναι τα όρια της λειτουργίας του, όμως;

Θα προβοκάρω όσο περισσότερο γίνεται. Το «Upgrade», ειδικά σε ό,τι αφορά τη θεματολογία της cybernetic «αλλοίωσης» του ανθρώπινου σώματος, παίρνει το «Blade Runner 2049», το πετάει σε μια λεκάνη και τραβάει το καζανάκι. Σοβαρά! Μιλάμε για ταινία ανθολογίας στο sci-fi genre. Με minimal budget, με κλείσιμο ματιού σε Β-movies και σκηνοθέτες του παρελθόντος, με ευρήματα και χιούμορ. Κι ένα φινάλε που σχεδόν τρομάζει, για το μέλλον και την… επικράτηση (;) του είδους μας σε τούτον τον πολιτισμό.

Από την εποχή του «Metropolis» (1927) μέχρι το «Blade Runner» (1982), το «Tron» (1982), το «RoboCop» (1987), το «Tetsuo» (1989), το «eXistenZ» (1999), το «Bicentennial Man» (1999), το «A.I (2001), το «District (2009) και το «Ex_Machina» (2015), το σινεμά όχι μόνο τόλμησε να αγγίξει μια προβληματική της sci-fi λογοτεχνίας γύρω από τα όρια «συνύπαρξης» του οργανικού και του τεχνητού σώματος, αλλά και να την ξεπεράσει σε ιδέες, θεωρίες, σκέψη και… βλασφημία. Άλλες φορές με τρόπο (καλλιτεχνικά) αριστουργηματικό, άλλες φορές με αμφιλεγόμενα αποτελέσματα. Δεν θέλω να ξεχωρίσω ποιοι από τους άνωθεν τίτλους αποτελούν τις κορωνίδες αυτής της ευρύτερης θεματικής, όμως θα τολμήσω να πω ότι ο Λι Γουανέλ κατάφερε να προσθέσει ακόμη έναν. Εξαιρετικό δείγμα body horror και φανταστικού σινεμά, το «Upgrade» έρχεται με τον τσαμπουκά μιας «back to basics» νοσταλγίας που κοντράρει τα εκατοντάδες εκατομμύρια που ρίχνει το Χόλιγουντ σε παραγωγές του genre, καταφέρνοντας να συνδυάσει entertainment value και ένα οπτικό αποτέλεσμα minimum προδιαγραφών, που όμως συνολικά ως φιλμ σε στήνει στον τοίχο με το μυαλό που κουβαλάει.

Από τα opening credits κιόλας, η ταινία προκαλεί ένα ξάφνιασμα πρωτοτυπίας. Στην όψη, ηχητικά κύματα συνοδεύουν την ανάγνωση στοιχείων της παραγωγής και των συντελεστών. Φωνητικά, τα «απαγγέλλει» μια θηλυκή AI φωνή που λες και έχει αντικαταστήσει πλήρως οτιδήποτε το ανθρώπινο. Η συνέχεια εμφανίζει κάτι εντελώς κόντρα. Ο Γκρέι, ο ήρωας του φιλμ, επιδιορθώνει μια αντίκα μοντέλου Firebird, ακούγοντας μουσική από δίσκο βινυλίου. Ο χρόνος, όμως, είναι μελλοντικός. Και σταδιακά, το «Upgrade» μας παρουσιάζει μια κοινωνία εθισμένη στον πλήρη αυτοματισμό, τόσο μέσα στα σπίτια των ανθρώπων όσο και στα μέσα μετακίνησης (ένας «αυτόματος πιλότος» σου επιτρέπει να μην οδηγείς καν το αμάξι σου εκεί έξω, για παράδειγμα). Ο Γκρέι παραδίδει το αμάξι – αντίκα σε έναν εκκεντρικό εκατομμυριούχο, ιδιοκτήτη hi-tech εταιρείας, και επιστρέφοντας προς το σπίτι με τη σύζυγό του, Άσα, εξαιτίας δυσλειτουργίας του πλοηγού του αμαξιού εκείνης, καταλήγουν σε μια κακόφημη συνοικία και πέφτουν θύματα επίθεσης από μια συμμορία. Η Άσα σκοτώνεται, ο Γκρέι επιζεί με κατεστραμμένη τη σπονδυλική του στήλη.

Το στυλ μέχρι εδώ φέρνει στον νου τις πρώιμες δουλειές του Τζον Κάρπεντερ ή του Τζέιμς Κάμερον, χωρίς να θέλει να παραστήσει κάτι το σπουδαιότερο από ένα απλό Β-movie του φανταστικού. Ο εκατομμυριούχος πελάτης του Γκρέι θα προτείνει μια λύση, μάλλον πειραματική και παράνομη: να εμφυτεύσει στο σώμα τού ήρωα το STEM, ένα chip το οποίο θα επαναφέρει τα εγκεφαλικά κύτταρα σε πλήρη επαφή με τους νευρώνες του Γκρέι, έτσι ώστε εκείνος να μπορέσει να σταθεί ξανά στα πόδια του. Ο τελευταίος θα δώσει τη συγκατάθεσή του, η επέμβαση θα είναι επιτυχής και το chip (που επικοινωνεί μαζί του φωνητικά, χωρίς αυτό να γίνεται αντιληπτό από τον έξω κόσμο) θα κάνει τη δουλειά του… με το παραπάνω! Το STEM τού κάνει παρατηρήσεις, δίνει συμβουλές, εκτελεί εντολές και με την άδεια του Γκρέι μπορεί να πάρει τον πλήρη έλεγχο του σώματός του και να το «αναβαθμίσει» στο επίπεδο του να τον μετατρέψει σε φονική μηχανή με γνώσεις πολεμικών τεχνών (!), όπως αποκαλύπτεται με σοκαριστικό τρόπο στην πρώτη σκηνή των ερευνών του γύρω από τη δολοφονία της συζύγου του. Έχοντας εντοπίσει ένα μέλος της συμμορίας που τους επιτέθηκε, επισκέπτεται το σπίτι του και εκεί θα πιαστούν στα χέρια, με το STEM να λειτουργεί αυτοβούλως, κατόπιν της άδειας του Γκρέι. Για πρώτη φορά συνειδητοποιούμε τις προθέσεις του Γουανέλ απέναντι στην οπτικοποίηση της βίας, που ξεπερνά το συνηθισμένο πλαίσιο του αιμοσταγούς gore. Στο τέλος αυτής της σκηνής, έχει πέσει και το δικό σου σαγόνι στο πάτωμα (#diplhs).

Πλέον, το «Upgrade» έχει πάρει τη μορφή ενός γνήσιου θρίλερ εκδίκησης, με το φανταστικό στοιχείο να γυροφέρνει τα όρια της εξουσίας του εγκεφάλου ή ενός computer chip σε καθετί που αφορά τις λειτουργίες ενός ανθρώπινου σώματος. Οι σκηνές καταδίωξης, σωματικής πάλης και φόνων εκτροχιάζονται όλο και περισσότερο, πιο συχνά με έναν καθαρτικό για τον θεατή συνδυασμό χαβαλετζίδικου χιούμορ και αληθινού τρόμου, που σταδιακά προσπερνά τον παράγοντα ψυχαγωγία και αρχίζει να προβληματίζει με σοβαρότατες σκέψεις για την «αναρχία» της τεχνολογίας… κυριολεκτικά μέσα μας! Μπορεί το «plot twist» που σχετίζεται με τη σκοπιμότητα της αρχικής επίθεσης κατά του ζεύγους να μην εκπλήσσει πραγματικά, όμως το καλύτερο μένει για το ουσιαστικό φινάλε της ταινίας, με μια αναπάντεχα σκοτεινή σε ψυχισμό ανατροπή, σχεδόν λυρικά συγκινητική μα και τόσο μακάβρια, που απογειώνει το σκεπτικό της συνολικής σύλληψης του Γουανέλ (επίσης σεναριογράφος) για το «Upgrade». Όπως λέει και… το STEM, «ένας ψεύτικος κόσμος είναι λιγότερο επώδυνος από τον πραγματικό». Για κάποιους από εσάς, ακόμη και δίχως την επέμβαση της τεχνολογίας, η επιλογή ανάμεσα σε αυτούς τους δύο κόσμους έχει γίνει. Είστε ήδη… ανώδυνοι.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Από τα έργα που προορίζονται να αποκαλεστούν σταθμοί στο είδος τους, από την πρώτη κιόλας στιγμή της διανομής τους, το «Upgrade» αποτελεί μια από τις πρώτες πραγματικά σπουδαίες ταινίες της καινούργιας κινηματογραφικής σεζόν, που ειδικά οι φανατικοί και γνώστες του σινεμά του φανταστικού δεν πρέπει να χάσουν για κανέναν λόγο. Με το χαμηλό του κόστος παραγωγής, αλλά με τρομερά ευρήματα και φαντασία, μοιάζει να ειρωνεύεται τις πολυδάπανες παραγωγές των χολιγουντιανών studios με τόσο in your face χλευασμό, ώστε να σε κάνει να σκέφτεσαι πως η «ρέπλικα» του Τομ Χάρντι, ο πρωταγωνιστής τού φιλμ, Λόγκαν Μάρσαλ-Γκριν, είναι η μεγαλύτερη #trolia του δημιουργού του. Επειδή η ταινία απαιτεί και μια στοιχειώδη σκέψη σε «δεύτερο επίπεδο» ανάγνωσης, καλό θα ήταν τα… κτήνη των multiplex να επιδείξουν την ανάλογη συμπεριφορά στις αίθουσες. Γενικά, μια από τις καλύτερες και πιο αναζωογονητικές κινηματογραφικές εμπειρίες που είχα ως θεατής τους τελευταίους μήνες.


MORE REVIEWS

Η ΦΩΛΙΑ

Υπερφιλόδοξος entrepreneur ζητά από την οικογένειά του να μετακομίσουν στην πατρίδα του, την Αγγλία, για να κυνηγήσει μεγάλη επαγγελματική ευκαιρία. Στα ξαφνικά, θα βρεθούν να κατοικούν σε εξοχική έπαυλη και υπεράνω των δυνατοτήτων τους, με την κρίση να τους πλησιάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα…

ΘΑ ΕΡΘΕΙ Η ΦΩΤΙΑ

Έχοντας εκτίσει μεγάλο μέρος της ποινής του, ο Άμαντορ αιφνιδιάζει τους κατοίκους του χωριού του, βγαίνοντας από τη φυλακή πριν από την ώρα του. Επιστρέφοντας στο σπίτι της γηραιάς μητέρας του, θα αντιμετωπίσει μονάχα την ψυχρότητα αυτής της μικρής κοινωνίας που δεν θέλει να σχετίζεται με έναν εμπρηστή.

Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ

Χάνοντας τους γονείς της από επιδημία χολέρας, η δεκάχρονη Μέρι αφήνει την Ινδία της δεκαετίας του ’50, ώστε να ζήσει στην έπαυλη του θείου της, στο Γιόρκσαϊρ της Αγγλίας. Εκεί θ’ ανακαλύψει τα πολλά κρυμμένα μυστικά του σπιτιού και θα δώσει νέα πνοή στο «μαραμένο» περίγυρο της.

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΜΑΣ

Δεκαπέντε χρόνια μετά τις σοβαρότατες απώλειες του Δευτέρου Παγκοσμίου, μια γυναίκα θα έρθει και πάλι αντιμέτωπη με το εφιαλτικό παρελθόν, όταν πιστέψει πως ο γείτονάς της είναι ο αξιωματικός των SS που την είχε κακοποιήσει βάναυσα λίγο πριν το τέλος του μεγάλου πολέμου.

ANTEBELLUM: Η ΕΚΛΕΚΤΗ

Οι ζωές μιας μαύρης σκλάβας σε βαμβακοφυτεία του Νότου στον 19ο αιώνα και μιας μαύρης κοινωνιολόγου και διακεκριμένης συγγραφέως στο παρόν πρόκειται να συναντηθούν με έναν (ελαφρώς) αναπάντεχο τρόπο.