FreeCinema

Follow us

ΝΕΝΤ ΚΕΛΙ: Ο ΝΟ1 ΚΑΤΑΖΗΤΟΥΜΕΝΟΣ (2020)

(TRUE HISTORY OF THE KELLY GANG)

  • ΕΙΔΟΣ: Δραματική Βιογραφία
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τζάστιν Κερζέλ
  • ΚΑΣΤ: Τζορτζ ΜακΚέι, Νίκολας Χολτ, Έσι Ντέιβις, Ερλ Κέιβ, Τόμασιν ΜακΚένζι, Τσάρλι Χάναμ, Ράσελ Κρόου, Ορλάντο Σβερντ, Μάρλον Γουίλιαμς
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 124'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ΣΠΕΝΤΖΟΣ

Στα 1870 οι Αρχές της βρετανικής αποικίας της Αυστραλίας έρχονται αντιμέτωπες με έναν παράνομο που θα γινόταν το απόλυτο λαϊκό είδωλο αναρχίας του τόπου αυτού. Ας αφήσουμε, λοιπόν, τον Νεντ Κέλι να μας αφηγηθεί την αληθινή ιστορία του.

Το 2011, στο πρόγραμμα της Semaine de la Critique του Φεστιβάλ Καννών, το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Τζάστιν Κερζέλ έμοιαζε με αληθινό… μπουνίδι στα μούτρα θεατών και κριτικών! Τουλάχιστον το 1/3 των καθισμάτων στην πρεμιέρα του «Snowtown» άδειασε με έναν επιδεικτικό, ηχηρό τρόπο, ενώ πολλοί από αυτούς που άντεξαν να παρακολουθήσουν το φιλμ μέχρι τέλους δεν έκρυβαν την ενόχλησή τους, ιδιαίτερα στις έντονα γραφικές σκηνές βίας και φόνων. Για μένα, αυτή ήταν μία από τις καλύτερες ταινίες που είχα δει στις Κάννες εκείνη τη χρονιά. Και συγκράτησα το όνομα του Κερζέλ. Φυσικά, το έργο δεν έφτασε ποτέ στους ελληνικούς κινηματογράφους…

Ο Κερζέλ είναι ένας καλλιτέχνης. Το φιλμικό του σύμπαν έχει κάποια χαρακτηριστικά έντονου στυλιζαρίσματος που δεν γίνεται να ταυτιστούν με το mainstream, το «εύκολο». Η πορεία του στο σινεμά, λοιπόν, έμελλε να είναι «κάτι» το αξιοπερίεργο. Από την έξοχη διασκευή του στο σαιξπηρικό «Macbeth» (2015) βρέθηκε μπλεγμένος (οριακά άσχημα) με την «παραγγελιά» – στοίχημα της κινηματογραφικής μεταφοράς του video game «Assassin’s Creed» (2016) και φέτος επιστρέφει για να αποτινάξει εκείνη την άσχημη τελευταία ανάμνηση με ένα φιλμ που αισθητικά και φορμαλιστικά φέρει τη σφραγίδα του στο 100%. Ήρωάς του είναι ο Νεντ Κέλι, ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο της Ιστορίας της Αυστραλίας, που έχει φλερτάρει ξανά με το σινεμά στο παρελθόν, με ακραία διαφορετικούς τρόπους. Από τη μία το ομώνυμο (και όχι ακριβώς κλασικό) φιλμ του 1970 με τον Μικ Τζάγκερ στον πρωταγωνιστικό ρόλο, από την άλλη η ατυχής «χολιγουντιανών» προδιαγραφών εκδοχή του 2003 με τον Χιθ Λέτζερ μπροστάρη.

Γιος ενός bushranger (Βρετανοί και Ιρλανδοί κατάδικοι τους οποίους «έφτυσε» σε διάφορες αποικίες της στη νήσο η Αγγλία και ως δραπέτες βρήκαν καταφύγιο στην ύπαιθρο, όπου εξοικειώθηκαν με το στοιχείο της άγριας φύσης) με κρυφό (από την οικογένειά του, τουλάχιστον) hobby την παρενδυσία (μία παράδοξη συνήθεια μελών συμμοριών στην πατρίδα του την Ιρλανδία), ο ανήλικος Νεντ Κέλι μεγαλώνει δίχως την ιδανική γονική καθοδήγηση, σε ένα ρημαδιό καλύβας στη μέση του πουθενά. Όταν ο πατέρας του πεθαίνει κατά τη διάρκεια εξάμηνης ποινής φυλάκισης, ο 12χρονος Νεντ γίνεται ο «άντρας του σπιτιού», προσπαθώντας να κουμαντάρει τις ισορροπίες μεταξύ της μάνας του και των αδελφών του. Εκείνη φροντίζει να τον «πουλήσει» (σχεδόν κυριολεκτικά) σε έναν εραστή της και φημισμένο bushranger, με σκοπό να ανδρωθεί ώστε να επιβιώσει σε αυτό το σκληρό περιβάλλον στο μέλλον. Το πρώτο μέρος του φιλμ, λοιπόν, αφορά την παιδική ηλικία και τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του Νεντ, που μεγαλώνει μέσα στην παρανομία και το έγκλημα, τα βασικά συστατικά και του ενήλικου βίου του, με τον έφηβο ήρωα να αποκτά την πλέον άσχημη φήμη για τις βρετανικές Αρχές.

Με μία εντελώς δική του οπτική επάνω σε μία μυθική φιγούρα / προσωπικότητα που μετατράπηκε σε cultural icon για τους Αυστραλούς (μέχρι και το σήμερα), ο Κερζέλ, έχοντας δηλώσει εξαρχής πως… «Nothing you are about to see is true» (!), στήνει ένα μοναδικής αισθητικής antiperiod κλίμα, όχι ακριβώς πατώντας πάνω σε αναχρονιστικά στοιχεία (ειδικά στο σκηνογραφικό κομμάτι), αλλά παραγνωρίζοντας το ακριβές στην ανασύσταση εποχής, δημιουργώντας έναν πρωτόγονο «καμβά» χώρων και δράσης, στον οποίο ο πολιτισμός δείχνει να μην έχει διαμορφωθεί ακόμη. Το αυστραλέζικο τοπίο «κλωτσάει» απέναντι στο ξενόφερτο και μάλλον παρηκμασμένο σύμπαν του Βρετανού κατακτητή, που φέρνει μαζί του το επερχόμενο τέλος του αρχέγονου και ενστικτώδους στη ζωή. Ο νόμος και η τάξη απουσιάζουν από τον κόσμο των bushrangers, ακριβώς όπως και οι ρόλοι που επιβάλλονται (ειδικά μέσω της ένδυσης) στο φύλο. Η θέα του πατέρα του μέσα σε ένα φόρεμα στοιχειώνει το μυαλό του μικρού Νεντ που δεν έχει ακόμη σεξουαλικούς προβληματισμούς, σκέψεις ή διλήμματα, και στο μέλλον θα «μιμηθεί» αυτή τη συνήθεια που είχε ο μακαρίτης, όχι ως αμφισβήτηση της αρρενωπότητας αλλά σαν μία (επιπλέον) πράξη αναρχίας.

Το δεύτερο μέρος του φιλμ παρουσιάζει τον ήρωα σαν ένα πραγματικό punk είδωλο, που λογαριάστηκε με τις Αρχές δίχως να φοβάται το παραμικρό των συνεπειών, στέκοντας πάντοτε προστατευτικά δίπλα στους «δικούς του» ανθρώπους, την οικογένεια αλλά και τα μέλη της συμμορίας του. Η σκηνοθετική προσέγγιση του Κερζέλ πατά (κυρίως) επάνω σε ημερολογιακές αφηγήσεις του Νεντ, που οπτικοποιούνται με μία λυρική αγριότητα είτε βρισκόμαστε σε εξωτερικά, φυσικά ντεκόρ, είτε μέσα σε τέσσερις «τοίχους» χώρων που μοιάζουν ετοιμόρροποι… πολιτισμικά. Το εικαστικό πάντρεμα των δύο συναντά το σήμα κατατεθέν της ματιάς του σκηνοθέτη, με συνδετικό κρίκο την ωμή βία, για να καταλήξουμε στην τελική αναμέτρηση των όπλων, ένα ασφυκτικό οπτικό ντελίριο από strobe light, αίμα που βάφει αφηρημένα τα κάδρα, το σκηνικό και τα κορμιά των ηθοποιών, αλλά και αντίθετα contrast που αρνούνται να συνυπάρξουν με τον ρεαλισμό.

Αυτός ο «Νεντ Κέλι» επιβεβαιώνει (ή μας υπενθυμίζει) το ταλέντο ενός σκηνοθέτη που καυλώνει για την Τέχνη του, παίρνει τα ρίσκα του και εκτίθεται κινηματογραφικά, προσφέροντας το δικό του «διαφορετικό». Δεν είναι εύκολο να μπεις. Αλλά αν τα καταφέρεις, βγαίνεις μαγεμένος. Ή σαν… ξυλοδαρμένος! Από τις εικόνες του. Δεν πονάει αυτό. Ενίοτε, πρέπει να είναι και το ζητούμενο!

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Μία από τις ελάχιστες καλλιτεχνικές προτάσεις που αξίζει πραγματικά τον κόπο ν’ ανακαλύψει κανείς στο φετινό κινηματογραφικό καλοκαίρι. Αν η «Marie Antoinette» (2006) της Σοφία Κόπολα ήταν ένα pop υπερ-θέαμα, εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα μοντέρνο punk-rock «παραμύθι» επαναστατημένου βίου και αναρχίας, σκηνοθετημένο με ακριβώς αυτά τα στοιχεία στην αφήγηση. Μην πάτε χωρίς να είστε ενημερωμένοι και έτοιμοι να δείτε ένα έργο ιδιαίτερο, περιμένοντας να παρακολουθήσετε… «περιπέτεια» με αρκετά γνωστό καστ σε θερινό σινεμά. Δεν είναι τέτοια περίπτωση. Αλλά ούτε και πρέπει να σας τρομοκρατήσει κανείς για κάτι που συγγενεύει με το «art-house». Απαιτεί ώριμο (#diplhs) βλέμμα.


MORE REVIEWS

ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ 2020

Για 26η χρονιά, το καθιερωμένο ραντεβού των Αθηναίων που θέλουν να γιορτάζουν την αγάπη τους για το σινεμά δίνεται και πάλι σε τούτη την πόλη, από τις 23 Σεπτεμβρίου έως και τις 4 Οκτωβρίου, με συνολικά 138 ταινίες απ' όλο τον κόσμο, τρία διαγωνιστικά τμήματα, ειδικά αφιερώματα, ντοκιμαντέρ, πρεμιέρες της εγχώριας παραγωγής και ελληνικά φιλμ μικρού μήκους. Έτοιμοι για Νύχτες Πρεμιέρας;

ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ

Ο γηραιός Εντ, χήρος πια, δεν τα φέρνει βόλτα μόνος στο σπίτι και η κόρη του δεν έχει αρκετό χρόνο για να τον επιτηρεί, προσπαθώντας να κουμαντάρει δουλειά και οικογένεια με τρία παιδιά. Η λύση είναι μόνο μία: να μετακομίσει στο δικό της σπίτι. Αλλά εκεί δεν περισσεύει δωμάτιο για τον παππού. Όταν ο μικρός εγγονός υποχρεώνεται να χάσει το δικό του και καταλήγει στη σοφίτα, ξεκινά… ανένδοτος πόλεμος!

Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Μία δασκάλα της κινέζικης γλώσσας σε γυμνάσιο της Σιγκαπούρης ξεχωρίζει έναν από τους πιο μέτριους μαθητές της τάξης της και προσπαθεί να τον βοηθήσει να περάσει με καλό βαθμό. Μοιραία, θα αναπτυχθεί μεταξύ τους μια σχέση που θα ξεφύγει από την απλή φιλία…

Η ΙΟΥΛΙΕΤΑ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΩΝ

Η μεσόκοπη Τζουλιέτα υποψιάζεται πως ο σύζυγός της ερωτοτροπεί με άλλες γυναίκες και στρέφεται μέχρι και στον μυστικισμό για να ξεπεράσει τα υπαρξιακά της προβλήματα. Πού θα βρει τη λύτρωσή της; Στο «μαζί» ή στο «μόνη»;

ΟΙ ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ

Στο πέρας έξι ετών, η Αγγελική Αντωνίου καταγράφει με την κάμερά της τους άγνωστους κατοίκους της Αθήνας, τα αδέσποτά της, δίνοντας «φωνή» στην παρουσία, τους χαρακτήρες, τις ιδιαιτερότητες, αλλά και την… αδέσποτη ομορφιά τους.