FreeCinema

Follow us

ΤΟ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟ ΣΚΙΑΧΤΡΟ (1973)

(THE WICKER MAN)

  • ΕΙΔΟΣ: Τρόμου
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ρόμπιν Χάρντι
  • ΚΑΣΤ: Έντουαρντ Γούντγουορντ, Μπριτ Έκλαντ, Νταϊάν Σιλέντο, Ίνγκριντ Πιτ, Κρίστοφερ Λι
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 93'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: SUMMER CLASSICS

Έπειτα από λήψη ανώνυμης πληροφορίας, αστυνομικός καταφθάνει σε απομονωμένο νησάκι της Σκωτίας, προκειμένου να ερευνήσει την εξαφάνιση ντόπιας νεαρής κοπέλας. Βρίσκεται, όμως, αντιμέτωπος με την καχυποψία της τοπικής κοινότητας, η οποία αρνείται… ακόμα και την ύπαρξη του κοριτσιού! Ή, πιο σωστά, αυτό ισχυρίζεται.

Λίγα χρόνια προτού το σινεμά τρόμου μπει στην άνευ επιστροφής οδό του αιματοβαμμένου slasher χάρη στο θρίαμβο της «Νύχτας με τις Μάσκες» (1978), η έννοια του horror ήταν λιγότερο ή περισσότερο συνυφασμένη με τη θρησκεία. Το «Μωρό της Ρόζμαρι» (1968) ήταν η πρώτη «μεγάλη» ταινία που ευθέως έθεσε τον προβληματισμό περί έλευσης μιας σατανικής οντότητας, μοτίβο που όχι μόνο επαναλήφθηκε με τον «Εξορκιστή» (1973) και την «Προφητεία» (1976), αλλά στην πρώτη περίπτωση έφτασε να διεκδικεί ακόμη και το Όσκαρ καλύτερης ταινίας. Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, μία μικρή βρετανική ταινία τρόμου που αρχικά διανεμήθηκε στους κινηματογράφους ως δεύτερο φιλμ σε double bill (με πρώτο ένα κάποιο… «Μετά τα Μεσάνυχτα»), καταπιάστηκε με μια επίσης «τρομακτική» διάσταση της θρησκείας, υπό παγανιστικού πρίσματος όμως, οπτική που αναμφίβολα σπάνιζε τότε. Ο αντίκτυπος που είχε το φιλμ στην εποχή του ήταν μάλλον μικρός, όμως, με τα χρόνια απέκτησε τρελό cult status, φτάνοντας να θεωρείται από πολλούς μία από τις κορυφαίες ταινίες τρόμου όλων των εποχών! Η δικιά μου γνώμη είναι πως «Το Καταραμένο Σκιάχτρο» αποτελεί ένα άκρως ενδιαφέρον και σίγουρα αξιοπερίεργο φιλμ, ενός εν γένει «θρησκευτικού προβληματισμού», δίχως όμως ν’ αποτελεί κάποιο άχαστο δείγμα του genre.

Από τη στιγμή που ο αστυνόμος Χάουι προσγειώνεται στο νησάκι Σάμεραϊλ, έχοντας αναλάβει ν’ ανακαλύψει τι συνέβη στη νεαρή Ρόουαν Μόρισον, βρίσκεται αντιμέτωπος με την εχθρότητα των ντόπιων. Νιώθοντας εξαρχής ανεπιθύμητος και αισθανόμενος την ηγεμονική παρουσία του αινιγματικού Λόρδου Σάμεραϊλ, ο αστυνόμος μπλέκει σ’ έναν κυκεώνα μισόλογων και ψεμάτων. Γίνεται μάρτυρας περίεργων τελετών γονιμότητας, συνειδητοποιεί πως το τοπικό σύστημα εκπαίδευσης αφιερώνει σημαντικό χρόνο για θέματα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης, αρχίζει ν’ αναρωτιέται τι ακριβώς συμβαίνει με τις γεωργικές καλλιέργειες του νησιού σε συνδυασμό με τον ερχομό της άνοιξης, ενώ δυσκολεύεται να κατανοήσει για ποιο λόγο ο ίδιος αποτελεί μόνιμο αντικείμενο χλευασμού από πλευράς των κατοίκων.

Παρ’ όλη την έντονη συνωμοσιολογική διάθεση των ντόπιων, ουδείς εξ αυτών μοιάζει να είναι απειλητικός για τον Χάουι. Υπάρχει μία αφελής παιδικότητα στον τρόπο με τον οποίο προτάσσουν τον παραλογισμό τους έναντι του εκπροσώπου του Νόμου, που υπογραμμίζεται είτε με τα «αθώα» folk τραγούδια που ψέλνουν ομαδικά, είτε με τις ενίοτε σουρεάλ απαντήσεις τους στα ερωτήματα που τους θέτει. Από ένα σημείο και μετά, η ψυχεδέλεια της έρευνας του αστυνομικού αρχίζει να μοιάζει με το ταξίδι της «Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων» σε άτυπη… βιβλική version, καθώς ο Χάουι εξερευνά έναν «αθώο» κόσμο κατοικημένο από «ζώα» τα οποία αδυνατεί να κατανοήσει, με τον ίδιο να μπαίνει (χωρίς να το καταλαβαίνει!) σ’ ένα καθεστώς συνεχών δοκιμασιών έναντι σαρκικών (κυρίως) πειρασμών. Τα αρχαία σύμβολα που σταδιακά ανακαλύπτει και οι ζωόμορφες μάσκες τις οποίες οι ντόπιοι αρέσκονται να φορούν, υπογραμμίζουν την «παιδικότητα» του στόρι, που μεγεθύνεται ακόμα περισσότερο από την απουσία υποψίας (έστω!) αίματος. Ο καλός χριστιανός Χάουι δεν έρχεται αντιμέτωπος με κάποια αόρατη σατανική δύναμη που αντιπροσωπεύει το υπέρτατο Κακό, αλλά με μια κοινότητα παγανιστών η οποία δοκιμάζει την πίστη του μ’ έναν τρόπο που καταλήγει να γίνεται «υπόγεια» βλάσφημος, καθώς η γνώση πως ο παγανισμός προϋπήρχε του χριστιανισμού δίνει στην «αντιπαράθεση» των δύο πλευρών έναν σχεδόν στρεβλό τόνο. Στο βάθος, όμως, σαφώς υποδεικνύεται πως αμφότερες οι θρησκείες βασίζονται σε κοινούς τόπους αποδιοπομπαίων τράγων κι αναζήτησης ψυχικής αθανασίας, προσδίδοντας στον φονταμενανταλισμό το επιπλέον στοιχείο της προσαρμοστικότητας, αναλόγως του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο η πίστη εξελίσσεται.

Η έλλειψη θρησκευτικής ανοχής στέκει ως ένας εκ των κύριων προβληματισμών του φιλμ. Τα παρεκκλίνοντα έθιμα της νησιωτικής κοινότητας τίθενται υπό αμφισβήτηση, σύμφωνα με τα κοινωνικώς αποδεκτά πρότυπα τα οποία πρεσβεύει ο αστυνόμος Χάουι. Το γεγονός πως η δική του χριστιανική οπτική (ειδικά σε ό,τι αφορά τη διαδικασία αναπαραγωγής) μοιάζει να στέκει ως… ακαταλαβίστικη για τους πιστούς ακόλουθους του Λόρδου Σάμεραϊλ, είναι άκρως ενδεικτική της ειρωνικής αντίθεσης που υπάρχει εδώ, πόσω μάλλον όταν η παγανιστική ανεκτικότητα μόνο στα χαρτιά υφίσταται ως ιδέα. Η κλιμάκωση του στόρι (το οποίο εύκολα δείχνει προς τα που το πάει…) οδηγεί σ’ ένα φινάλε που καταρρίπτει την ψευδαίσθηση της αποδοχής του διαφορετικού, μοιάζοντας να φορά (παραδόξως) μανδύα συντηρητικότητας, καθώς εμφανέστατα επιλέγει πλευρά συμπάθειας (αν και, προς τιμήν της, φτάνει έως εκεί μέσω της δύσκολης οδού).

Ασφαλώς, η μεγάλη φωτιά του φινάλε, με το τεράστιο ανθρωπόμορφο ψάθινο «σκιάχτρο», είναι ο βασικός λόγος του «προσκυνήματος» της ταινίας από το πλήθος των πιστών οπαδών της. Η τελική σεκάνς εξορκισμού και μαγείας, αποτελεί αναμφισβήτητα μία από εκείνες τις σκηνές που μία φορά να τις δεις, τις θυμάσαι για πάντα, δημιουργώντας παράλληλα (για πρώτη ίσως φορά) την έντονη αίσθηση του υποβλητικού τρόμου, έναντι ενός αισθήματος μυστηρίου που καθ’ όλη τη διάρκεια του φιλμ θαρρώ πως κυριαρχεί μονάχα ως «αύρα». Και εκεί βρίσκεται μία εκ των βασικότερων ενστάσεων μου για το «Καταραμένο Σκιάχτρο». Περισσότερο μου φέρνει σε αστυνομικού τύπου θρίλερ μυστηρίου (με διάσπαρτα στοιχεία παγανιστικής λαϊκής παράδοσης), παρά σε ταινία τρόμου. Υπό αυτό το πρίσμα, η λύση του «αινίγματος» έχει γίνει κατανοητή από το πρώτο ημίωρο σχεδόν, ενώ το horror στοιχείο απουσιάζει σε σημαντικό βαθμό.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Το «Καταραμένο Σκιάχτρο» αποτελεί περίπτωση καλοκαιρινής επανέκδοσης που δίνει νόημα στο σχετικό «άθλημα», αφού ολοφάνερα ξεφεύγει από τα συνήθη έργα που τέτοια εποχή επιλέγονται από τη διανομή για τα θερινά σινεμά. Η φτηνή παραγωγή, τα δύσκολα γυρίσματα καταμεσής του σκωτσέζικου χειμώνα, η επιβλητική παρουσία του Κρίστοφερ Λι, το προχώ γυμνό σεξουαλικής απελευθέρωσης και, πάνω απ’ όλα, αυτό το φινάλε, έχουν φέρει το φιλμ να κινείται στη σφαίρα του κινηματογραφικού μύθου και του «άγνωστου» αριστουργήματος. Νομίζω πως όποιος το πλησιάσει με αυτόν τον τρόπο, μάλλον θα απογοητευτεί. Ως μπιμουβιά, όμως, που με τα χρόνια έπιασε την καλή, σίγουρα αξίζει, καθότι υπάρχει ζουμί εδώ πέρα. Όπως και να ‘χει πάντως, μην το μπερδέψετε με το κάκιστο (σχεδόν κωμικό!) αμερικανικό remake του 2006, με πρωταγωνιστή τον Νίκολας Κέιτζ.


MORE REVIEWS

ΠΟΛΥΔΡΟΣΟ

Μάνα και κόρη, αναμνήσεις μιας αγαπημένης γειτονιάς, γεμάτης φαντάσματα της μνήμης, σαν ξεφύλλισμα ενός album φωτογραφιών από περασμένες δεκαετίες, τυπωμένων σε χαρτί Kodak, με τον χρόνο να «θαμπώνει» τη νοσταλγική τετραχρωμία τους.

ΚΛΕΙΔΩΣΕΣ; - ΟΙ ΑΓΝΩΣΤΟΙ

«Αφού χαλάσει το αυτοκίνητό τους σε μια μικρή πόλη, ένα νεαρό ζευγάρι αναγκάζεται να περάσει τη νύχτα σε μια απομακρυσμένη καμπίνα. Αρχίζουν, όμως, να τρομοκρατούνται από τρεις μασκοφόρους αγνώστους χωρίς κίνητρο», μας πληροφορεί το δελτίο Τύπου.

Η ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΤΟΥ

Δίδυμο πληρώματος ασθενοφόρου, αποτελούμενο από έμπειρο διασώστη που «τα έχει δει όλα» και από νεοσύλλεκτο που δεν έχει δει τίποτα ακόμα, βιώνει στο πετσί του τη σκληρή Νέα Υόρκη της νύχτας, με τα δεκάδες μακάβρια περιστατικά της.

Η ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΝΗΜΑΤΟΣ

«Ένας ντετέκτιβ της Αστυνομίας του Σικάγου λαμβάνει μια κλήση ότι ένας κατά συρροή δολοφόνος εμφανίστηκε στη Σκωτία κι έτσι ξεκινά μια προσωπική αποστολή για να λύσει την υπόθεση που τον διέλυσε, πιάνοντας τον υπεύθυνο, ενώ τίποτα δεν είναι ποτέ όπως φαίνεται», μας πληροφορεί το δελτίο Τύπου.

ΒΑΣΙΛΙΑΔΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Παρέα πέντε εφήβων από τους δρόμους του Μεντεγίν ξεκινά ταξίδι προς την κολομβιανή ενδοχώρα, όταν ένας εξ αυτών κατοχυρώνει ιδιοκτησιακό δικαίωμα σε χωράφι που παρανόμως είχε αφαιρεθεί από τη γιαγιά του.