FreeCinema

Follow us

SUSPIRIA (2018)

  • ΕΙΔΟΣ: Μουσικοχορευτικό Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Λούκα Γκουαντανίνο
  • ΚΑΣΤ: Ντακότα Τζόνσον, Τίλντα Σουίντον, Κλόι Γκρέις Μορέτς, Άνγκελα Βίνκλερ, Ίνγκριντ Κάβεν, Ρενέι Σάουτενταϊκ, Βάντα Καπριόλο, Άλεκ Γουέκ, Σιλβί Τεστί, Τζέσικα Χάρπερ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 152'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: SEVEN FILMS

Δυτικό Βερολίνο, 1977. Αμερικανίδα σπουδάστρια σύγχρονου χορού καταφθάνει σε φημισμένη dance company με το όνειρο να γίνει μέλος της, χωρίς να φαντάζεται ότι στην πραγματικότητα η σχολή διευθύνεται από… μάγισσες!

Ο όρος «bad movies we love» έχει βγει για εκείνες τις ταινίες που είναι τόσο κακές, σε βαθμό να τις… αγαπάμε γι’ αυτό. Η «Suspiria» του Λούκα Γκουαντανίνο είναι μια κακή ταινία που με τίποτα δεν γίνεται ν’ αγαπήσεις! Ούτε για τους λάθος λόγους! Επίσης, επειδή ο τίτλος προφανώς και παραπέμπει στο ομώνυμο giallo του 1977, να τονιστεί το γεγονός ότι εδώ δεν πρόκειται περί remake του φιλμ του Ντάριο Αρτζέντο και πως δεν θα άλλαζε τίποτε γύρω από το περιεχόμενο τούτης της ταινίας, ακόμη και αν ονομαζόταν «Σουλίτσα». Ή «Κατινίτσα». Ή κάτι τέτοιο. Οτιδήποτε εκτός από «Suspiria»!

Βέβαια, πριν προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει εδώ, ας εξηγηθούμε με τιμιότητα για την original «Suspiria». Μπορεί να είναι το διασημότερο και πιο ονομαστό στο είδος του και στο πλαίσιο της ιταλικής σχολής τρόμου, αλλά δεν είναι και κανένα αριστούργημα (ούτε καν η καλύτερη δουλειά του Αρτζέντο). Κάτω από το «προστατευτικό» πέπλο του cult κρύβεται ένα bizarre (είτε ως παράξενο, είτε ως εκκεντρικό) δημιούργημα σεναριακού τραγέλαφου, το οποίο διατηρεί την εξωφρενικά φαντεζί χρωματική του παλέτα και ένα από τα πιο (ενοχλητικά) φασαριόζικα soundtrack ever… στην τσίτα, ώστε να αντέχει ακόμη στον χρόνο, κυρίως χάρη στο υπερστυλιζάρισμα και τους απολαυστικά γκροτέσκους φόνους του. Απομονωμένες κάποιες σκηνές της «Suspiria» αποτελούν αποθέωση του baroque (σε μετωπική με την κιτσάτη υπερβολή των ‘70s) και επιτρέπουν στις εικόνες τους να γραπωθούν από το μυαλό για πάντα (ποιος τολμά να ξεχάσει την πρώτη σεκάνς φόνου, από τα μαχαιρώματα μέχρι την πτώση από το vitreau της οροφής;), όμως το συνολικό έργο, σήμερα πια, μπορεί να προκαλεί και ελαφρό γέλωτα.

Παρ’ όλα αυτά, η «Suspiria» του Αρτζέντο αντιμετωπίζεται από μερίδα ελιτιστών του horror genre ως ένα «άβατο» θρησκευτικής αξίας και προσήλωσης, για το οποίο η είδηση και μόνο πως θα γυριστεί σε διασκευή έμοιαζε με… κόκκινο πανί ταυρομάχου. Κατά κάποιον τρόπο, η απόπειρα του Γκουαντανίνο είχε «σφαγιαστεί» ιντερνετικά πριν καν ξεκινήσουν τα γυρίσματα και το κλίμα υποδοχής της νέας version ήταν εγγυημένα εχθρικό. Για άλλους (σηκώνω χεράκι), η επιλογή του σκηνοθέτη ήταν ακόμη πιο προκλητική, καθώς η φιλμογραφία του μοιάζει περισσότερο με τρικυμία εν κρανίω. Αμέσως μετά το περσινό «Να με Φωνάζεις με τ’ Όνομά σου», λοιπόν, ο esthète Ιταλός αφήνει τα… υγρά και ζουμερά ροδάκινα και καταπιάνεται με ένα είδος το οποίο δεν γνωρίζει και μάλλον δεν ενδιαφέρεται και να συμπορευθεί μαζί του! Η «Suspiria» του Γκουαντανίνο δεν είναι ταινία τρόμου! Είναι ένα artsy fartsy συνονθύλευμα ιδεών και πολιτισμικοκοινωνικοϊστορικών references, που με έναν απίστευτα μαγικό τρόπο καταφέρνει να μην συγγενεύει με κανένα χαρακτηριστικό συστατικού που θα φανταζόσουν για ένα φιλμ το οποίο αποκαλείται «remake» εκείνης της ταινίας του ’77. Ίσως η μοναδική ομοιότητα να εντοπίζεται στη χρονολογία παραγωγής του τότε, που εδώ έχει γίνει ακριβής χρόνος δράσης. Κρατάμε και μερικά από τα βασικά πρόσωπα των ηρωίδων και… το τερματίσαμε.

Μοιρασμένη (για ασαφείς λόγους) σε έξι κεφάλαια και έναν επίλογο, η «Suspiria» του Γκουαντανίνο καταφέρνει και ξεχειλώνει τα 98 λεπτά της original ιταλικής κόπιας σε 152 λεπτά με ενθέσεις «υποπλοκών» και προσώπων που, πραγματικά, δεν βγάζουν νόημα ούτε και εξυπηρετούν κάτι στην όλη ιστορία. Τα flashback της παιδούλας Σούζι στο χωριατόσπιτο του Οχάιο, η ανάπτυξη του χαρακτήρα του γερασμένου ψυχαναλυτή που έχασε τη γυναίκα του στο Ολοκαύτωμα, η πιθανή ανάμειξη μιας εξαφανισμένης χορεύτριας (με… πολλαπλά διχασμένη προσωπικότητα) με την τρομοκρατική οργάνωση Baader-Meinhof (ακριβώς επάνω στο timing της αεροπειρατείας της πτήσης 181 της Lufthansa) και το πανταχού παρόν Τείχος του Βερολίνου δίνουν στο φιλμ μια ακραία διάσταση που το απομακρύνει από οτιδήποτε το τρομακτικό, πόσω μάλλον όταν συνειδητοποιήσεις πως ο πρώτος μεγάλος απών από την καινούργια «Suspiria» είναι… οι φόνοι (και το αίμα)! Σε ένα εντελώς ξεβαμμένο χρωματικά σύμπαν, ο Γκουαντανίνο παίρνει τα βασικά στοιχεία του plotline από το ’77 και τοποθετεί την ηρωίδα του σε μια σχολή γυναικείας χειραφέτησης και bitchy ανταγωνιστικότητας, με την ηγετική μορφή της δασκάλας του χορού να έχει μετατραπεί σε μια καρικατούρα της Πίνα Μπάους (!), προσδίδοντας ένα ολοκληρωτικό αλαλούμ θεματολογίας και εστίασης, που από κάτω μπορεί να αγωνίζεται να σε πείσει ότι περιλαμβάνει εύστοχους συμβολισμούς (αιδοίου, if you ask me) και πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης, όμως δεν υπάρχει καμία ελπίδα να σκεφτείς τα δρώμενα στα σοβαρά και να καταλήξεις σε λογικά συμπεράσματα. Πάντως, για να μην κατηγορούμε μονάχα την τωρινή σεναριακή διασκευή, ποιος μπορεί να ορκιστεί ότι βγάζει άκρη και με την κλιμάκωση του πρωτότυπου;

Τίποτα από όλα τα προαναφερθέντα, όμως, δεν μπορεί να σε υποψιάσει για το τερατούργημα που έρχεται, άμα τη εμφανίσει του… Jabba the Hutt (ειλικρινά, γιατί;)! Η τελετή των μαγισσών που ολοκληρώνει τα κεφάλαια του φιλμ και «οφείλει» να κλείσει τους σεναριακούς του λογαριασμούς αποτελεί ένα καρναβάλι κακού γούστου που δύσκολα μπορεί να βρει όμοιό του στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου. Είναι μια από εκείνες τις περιπτώσεις όπου νιώθεις οίκτο για το ρεζίλεμα των συντελεστών, οι οποίοι θα πρέπει να κουβαλάνε στις φιλμογραφίες τους την ανάμνηση ενός μιάσματος απόλυτα κενού. Στην προβολή που παρακολούθησα, το γέλιο για την κορύφωση ήταν αδύνατον να μην γίνει ηχηρό, αν και μια πιο φυσική αντίδραση (για τους απλούς θεατές) θα είναι η έξοδος από την κινηματογραφική αίθουσα (εγώ είμαι επαγγελματίας και πρέπει να βασανίζομαι μέχρις εσχάτων). Τουλάχιστον εδώ είδαμε αίμα! Και το φτύσαμε μαζί (κοιτάζοντας την ώρα…).

Ο επίλογος χαρίζει λίγο γέλιο ακόμη, έτσι για να ολοκληρωθεί και η «σύνδεση» με την περίοδο του Ναζισμού, διότι ο καλός ο Γκουαντανίνο όλα τα σφάζει, όλα τα μαχαιρώνει. Στην τελική, τούτη η «Suspiria», με ένα θηλυκό casting που δεν ξέρει πότε να σου πρωτοκλείσει το μάτι σε αναφορές κινηματογραφοφιλικές, κάπου φέρνει στον νου τη ζουλαφσκική «Γυναίκα Δαιμονισμένη» (1981), λες και της είχε κάνει το remake ο Φασμπίντερ, όμως. Με μια δόση από «Showgirls» (1995) του Φερχούφεν για «κερασάκι». Μπορεί σε αυτό το σημείο να σου φαίνεται ότι «το έχω χάσει», αλλά στην ουσία προσπαθώ να σου το κάνω όσο πιο «λιανά» γίνεται!

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Φιλμικός εκτροχιασμός που καθιστά τούτη τη «Suspiria» ισχυρό candidate για τη θέση της χειρότερης ταινίας της φετινής σεζόν. Δεν είναι κακό. Είναι η «Έβδομη Πύλη της Κολάσεως» του κακού σινεμά! Οι fans της παλιάς ταινίας ή του horror genre παρακαλούνται θερμά να μην προκαλέσουν φθορές στα σινεμά τα οποία ενδεχομένως θα επισκεφτούν, για να δουν αυτό το χάλι με τα ίδια τους τα μάτια. Στα multiplex, θα ήθελα να είμαι παρών με κάμερες. Αν σου άρεσε το score του Τομ Γιορκ, καλύτερα ακούγεται… στο σπίτι. Στην ταινία δεν σου μένει. Λόγω του σοκ. Από αυτά που βλέπεις.


MORE REVIEWS

Η ΙΟΥΛΙΕΤΑ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΩΝ

Η μεσόκοπη Τζουλιέτα υποψιάζεται πως ο σύζυγός της ερωτοτροπεί με άλλες γυναίκες και στρέφεται μέχρι και στον μυστικισμό για να ξεπεράσει τα υπαρξιακά της προβλήματα. Πού θα βρει τη λύτρωσή της; Στο «μαζί» ή στο «μόνη»;

GREENLAND: ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

Κομμάτια ενός κομήτη πλησιάζουν απειλητικά τη Γη. Πολιτικός μηχανικός που βρίσκεται σε διάσταση με τη σύζυγό του, λαμβάνει κυβερνητικό μήνυμα στο κινητό του, το οποίο τον καλεί να πάρει την οικογένειά του και να κατευθυνθούν προς καταφύγιο για… λίγους και εκλεκτούς. Θα φτάσουν ποτέ;

ΟΙ ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ

Στο πέρας έξι ετών, η Αγγελική Αντωνίου καταγράφει με την κάμερά της τους άγνωστους κατοίκους της Αθήνας, τα αδέσποτά της, δίνοντας «φωνή» στην παρουσία, τους χαρακτήρες, τις ιδιαιτερότητες, αλλά και την… αδέσποτη ομορφιά τους.

ΑΚΑΤΑΜΑΧΗΤΟΣ

Επικοινωνιολόγος των Δημοκρατικών, που δεν διάγει λαμπρές ημέρες εξαιτίας της ήττας του κόμματος στις προεδρικές εκλογές, ανακαλύπτει χρυσάφι σε χωριό του Γουισκόνσιν, στο πρόσωπο βετεράνου στρατιωτικού. Τον πείθει να κατέβει για Δήμαρχος στις τοπικές εκλογές προσδοκώντας σε μεγάλα κομματικά οφέλη από πιθανή του νίκη, όμως οι αντίπαλοι Ρεπουμπλικάνοι δεν πρόκειται να κάτσουν με σταυρωμένα χέρια.

ΟΙ ΖΩΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΖΗΣΑ

Κατάκοιτος πατέρας, χαμένος στον μπερδεμένο κόσμο της άνοιας, αναπολεί στιγμές του παρελθόντος του. Η κόρη του είναι εκεί για να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα. Θα βρει τη ζωή που (δεν) ζει;