FreeCinema

Follow us

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥΣ (2015)

(SECRET IN THEIR EYES)

  • ΕΙΔΟΣ: Δραματικό Θρίλερ Μυστηρίου
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μπίλι Ρέι
  • ΚΑΣΤ: Τσούετελ Ετζίοφορ, Νικόλ Κίντμαν, Τζούλια Ρόμπερτς, Τζο Κόουλ, Ντιν Νόρις, Άλφρεντ Μολίνα, Μάικλ Κέλι, Ζόι Γκρέιαμ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 111'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ΣΠΕΝΤΖΟΣ / SEVEN FILMS

Έχοντας εντοπίσει ίχνη τού δράστη που το 2002 την είχε γλιτώσει, ιδιωτικός πράκτορας ανακινεί «προσωπική» υπόθεση βιασμού και δολοφονίας νεαρής. Τότε, ως στέλεχος του FBI αποσπασμένος στην εισαγγελία του Λος Άντζελες στο πλαίσιο του αντιτρομοκρατικού αγώνα, είχε σημαδευτεί απ’ ό,τι συνέβη. Το ίδιο και οι συνάδελφοί του, με τη δικαστίνα προϊσταμένη των οποίων είχε έρθει ανεκπλήρωτα κοντά. Ο κόκκινος κύκλος θα ανοίξει πάλι τραυματικά για όλους. Ποιος και πώς θα πληρώσει;

Ο Μπίλι Ρέι θα μπορούσε να «σκοτώνει», εδώ και χρόνια, στην τηλεόραση. Δεν την πλησιάζει καν, τουλάχιστον από τότε που πρωτοχτύπησε στο σινεμά με το δημοσιογράφος-αναδεικνύεται-«κατασκευάζοντας»-πρωτοσέλιδα-και-πιάνεται «Ραγισμένο Γυαλί» το 2003. Αντ’ αυτού, είναι μια απ’ τις διασημότερες επικουρικές πληρωμένες πένες του Χόλιγουντ (από τους «Αγώνες Πείνας» μέχρι το «Captain Philips»), ενώ ταυτόχρονα προσηλώνεται με μανία στους προσωπικούς του στόχους, που πάντοτε (όπως και στο μυστικοϋπηρεσιακό «Συνωμοσία» του 2007) περιλαμβάνουν πολύκροτο προϋπάρχον υλικό crime φύσης, το οποίο ο δημιουργός σκαλίζει και θεμιτά (;) φαλκιδεύει με γνώμονα το αριστοτελικό «δι’ ελαίου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν» αλλά ανεπιθύμητα σε σημείο closure.

Γιατί το pattern του ως τον προδίδει πάλι, για πρώτη φορά ενώ αλλοιώνει όχι τα τεκμήρια ενός πραγματικού life story αλλά εκείνα της μοναδικότητας μιας από τις 00’s αποκαλύψεις του world cinema, που πια αποτελεί δεδικασμένο στο είδος «Ανατομία ενός Εγκλήματος». «Το Μυστικό στα Μάτια της» του Χουάν Χοσέ Καμπανέγια, σε δύο χρόνους αστυνομικοδικαστικών Αρχών procedural κλεισίματος λογαριασμών δύο τραγικών love s(t)or(r)y, κέρδισε ξενόγλωσσο Όσκαρ σπάζοντας σπάνια (στο αρχικό στάδιο στησίματος δίωξης και στο αναχρονιστικά λυρικό «αυτός – αυτή» κομμάτι) στην ανάκριση και προσάγοντας συνάμα Αλμοδόβαρ και Λουμέτ ως μια τρυφερής έντασης εποπτεία της Θέμιδος της μνήμης συν τω χρόνω, των μοιραία μη ειπωμένων μιας αγάπης, του άφευκτου ενός εκάστου πάθους, των ισοβίων δεσμών των λαθών και των ουλών. Ακόμα κοζάρουν τα ώτα την ηχομπάντα του Εμίλιο Καουδερέρ, απορείς πώς κυαλαρίστηκε το μονοπλάνο διαρκείας της τσακωτής στο match, ενοράσαι τη χθες – σήμερα στοιχειοθέτηση εξιχνίασης και καψούρας με επιστέγασμα το σοκ αυτοδικίας, βρίσκεις χάρμα ιδέσθαι το ensemble του κεντρικού ερμηνευτικού κουιντέτου.

Τι φυλάς, τώρα, ως κόρη οφθαλμού από το ξανακοίταγμα του ιβηροαμερικάνικου υποδείγματος στις ΗΠΑ; Σχεδόν τίποτα, αν και επί ώρα το κακούργημα αποφεύγεται. Ο Ρέι σωστά έχει αποκλείσει από τη δικογραφία τού remake το οιονεί σαθρό στοιχείο του καλλιτεχνικού αναστοχασμού (εκεί ο «μπάτσος» ξαναπιάνει την υπόθεση γιατί γράφει βιβλίο επάνω σ’ αυτήν – «ουρά» του μυθιστορήματος του Σατσέρι στο οποίο βασίστηκε η ταινία), αντικαθιστώντας το με κάτι που μας μπάζει εξ αρχής πλαγίως στο κεντρικό θέμα, τής στοιχειωτικής εμμονής όλων των εμπλεκομένων (εδώ ο «μπάτσος» επανέρχεται γιατί βρίσκει, μετά από καθημερινή φυλλομέτρηση 13ων χρόνων σε βάση δεδομένων outlaws, το διαφεύγον κάθαρμα). Επίσης μετατρέπει τον χαροκαμένο συμβίο του θύματος σε μέλος του στενού περιβάλλοντος των διωκτών, που θα δοκιμαστούν (ως συνάδελφοι, φίλοι, γονείς, εκπρόσωποι του νόμου) ανθρώπινα και θα σφάλουν μοιραία, ενώ σκύβουν το κεφάλι και στα μεγάλα συμφέροντα της Υπηρεσίας.

Εδώ εδράζεται το Πειστήριο Α εναντίον του Ρέι. Το θεσμικό παρακράτος ως κατάλοιπο του δικτατορικού παρελθόντος της Αργεντινής που τσάκιζε το ηθικό (δίκαιο) τους και φώτιζε συνταρακτικά λοξά ο Καμπανέγια έχει μετατραπεί σε μισοκαταγγελία – μισοαπολογία των «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» μεθόδων των φυλάκων της ειρήνης μετά την 9/11. Είναι ένα δραματουργικό συγκείμενο που δεν δικαιώνεται ποτέ μυθοπλαστικά, μοιάζει πια κουρασμένο από την πολυετή πραγμάτευσή του σε σινεμά και τηλεόραση, ενώ το δίκοπο μαχαίρι του κόβει ακόμη και (σ)το χρώμα του μικροκόσμου κατά την εστίαση σε ό,τι χαρτογιακάδικα κεφαλαιώδες για την εθνική και παγκόσμια ασφάλεια υπηρετεί το Τμήμα, οι επίδοξοι τιμωροί εκ του οποίου θα δουν καθείς συντετριμμένος (και συντριβόμενοι ως ομάδα) τον κυρίως ύποπτο να αφήνεται ελεύθερος ως δυνάμει πολύτιμο «καρφί» τζαμιού – ταλιμπανικού θύλακα.

Κατά τη διάρκεια, η γραφίδα του Ρέι υπερβάλλει (αν και ευφυώς) στις στιχομυθίες γραφείου και τα τεκταινόμενα δίνουν την ευκαιρία στη Ρόμπερτς για τις πιο εκφραστικές (παρότι αβανταδόρικες) στιγμές υποκριτικής του team, με τον Νόρις του «Breaking Bad» και τον Κέλι του «Criminal Minds» να εισφέρουν άθελά τους στην τιβίλα τού όλου μπουζουριάσματος. Ο Κόουλ δείχνει προσφυώς βαρεμένος, σαν ανώμαλος Άαρον Τέιλορ Τζόνσον ένα πράγμα, αλλά στο πραγματικό πλημμέλημα του φακέλου «εκγιανκισμός» αποδεικνύεται το ταίριασμα της Κίντμαν με τον Ετζίοφορ. Το κυριλάτα αλαβάστρινο με το καταπτοημένο ψυχούλας (τα σήματα κατεθέντα τους αντιστοίχως) πιέζονται εκ των πραγμάτων να ανασυστήσουν το ματαιωμένο «Εδώ υπάρχει ένας έρωτας μεγάλος» που γινόταν η καρδιά του original, κάτι στο οποίο οι δύο stars αποτυγχάνουν πιο τρανταχτά με συνεργό την πλοκή, καθώς το όψιμο προξένεμά τους σε ανοίγματα, παραδοχές και αναθεωρήσεις υπαινίσσεται ένα επιεικώς αδικαιολόγητο έως τούδε υπερ- και ξανα-φούντωμα εκ μέρους εκείνης εις θέαν της κολώνας του σπιτιού της (δεν εννοούμε το ντουβάρι…).

Το Πειστήριο Β που κρεμάει τον Ρέι, αν και «φωνάζει» για την αθωότητά του το ποτέ στα χέρια τού filmer σε συνήθεις παραγωγές final cut, είναι στην αναψηλάφηση της κορύφωσης και λύσης του αινιγματοδράματος. Αφού έχει «αλλάξει» σε DIY comic τα παρατύπως υπεξαιρεθέντα απ’ τον sicko γράμματα στη μητέρα του (τι κάνουν για να… πέσει ηλικιακά το κοινό…), αφού έχει ψιλοσπάσει τα μούτρα του στη multi-shot και πεζή ανακατασκευή του set piece της καταδίωξης στο γήπεδο, αφού έχει κουτσά-στραβά (όσοι έχουν δει την ταινία του 2009 πιάνουν το αστείο…) τρέξει τόσο το ατομικοσχεσεακών αντικτύπων όσο και το «αστυνομικό» σκέλος, σε ψυλλιάζει αντιατμοσφαιρικά για την επίπεδου τόνου σε γενικά πλάνα ανατροπή – κρυψώνα (κυριολεκτικά) τού φινάλε. Όπου το βιώνον τον θρήνο πρόσωπο – κλειδί τού έως εκείνη τη στιγμή άδηλου δεύτερου whodunit της ιστορίας τού απευθύνει ρητά και με νόημα το… νόημα του φιλμ («Ισόβια καταδίκη, έτσι; Και για σένα!»), προτού μετατρέψει την ποινή εις βάρος τού «κτήνους» σε ευθανασία και «παίρνω το αίμα μου πίσω», δύο σ’ ένα, και το αποθέσει στο χώμα συμβολικά. Αυτοί θάβουν τις πληγές τους, εμείς όχι. Το γινάτι (και αυτής της διασκευής) βγάζει μάτι, όντως. Λίγο το δικό του, λίγο το δικό μας, πάντως η απώλεια σε μια big picture είναι ορατή. Εσύ θα δώσεις τόπο στην οργή;

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Αν έχετε ψύχωση με το πρωτότυπο, θα σας πάρει αρκετά (όχι εντελώς) από κάτω. Αν δεν το είδατε ποτέ (ντροπή σας!) και νοσταλγείτε αξιοπρεπείς «αμερικανιές» όπως το «Σκοτεινό Ποτάμι», δεν θα καθίσετε στο εδώλιο αυτό το copycat κρούσμα με το οποίο οι των τηλεοπτικών δειγμάτων του genre, θα αισθανθούν αρκετά… at home αλλά και κάπως το «πολύ κακό για το τίποτα» του πράγματος. Αν είστε κεφαλοκυνηγοί διασημοτήτων, θα φύγετε με ανάμεικτες εντυπώσεις καθώς κανείς τους δεν είναι αθώος του αίματος. Αν οι παρανομίες σετάκι με ντουβρουτζά επί οθόνης σάς αφήνουν ασυγκίνητους, δεν καταθέτετε (χρήμα).


MORE REVIEWS

ΑΓΡΙΑ ΝΥΧΤΑ

Παραμονή Χριστουγέννων, έπαυλη ζάμπλουτης κληρονόμου με «φορτωμένο» θησαυροφυλάκιο δέχεται οργανωμένη επίθεση συμμορίας διαρρηκτών που εξολοθρεύει το προσωπικό ασφαλείας (και όχι μόνο) και απειλεί ν’ αρχίσει να σκοτώνει τα μέλη της οικογένειας αν δεν καταφέρει να φύγει με το παραδάκι. Και κάπου εκεί εμφανίζεται ο Άι Βασίλης. Ο πραγματικός Άι Βασίλης!

Η ΠΗΓΗ ΤΩΝ ΠΑΡΘΕΝΩΝ

Μεσαίωνα στη Σουηδία, κοπέλα αγνή πέφτει θύμα κακοποίησης από κακούς αδελφούς βοσκούς. Οι φονιάδες στους γονείς της τα λιλιά της ανεπίγνωστα θα πάνε να πουλήσουν, φιλοξενία και τροφή αφού ζητήσουν. Από τα χέρια του πατέρα θα βρουν την εκδίκηση ή θα προλάβουν να ξεγλιστρήσουν; Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας και, παραδόξως, η... πηγή έμπνευσης για το «Last House on the Left» (1972) του Γουές Κρέιβεν!

R.M.N.

Ρουμάνος εμιγκρές στη Γερμανία, υπό τον φόβο μπλεξίματος με τον Νόμο, επιστρέφει άρον-άρον πίσω στην πατρίδα, ξαναβρίσκοντας πατέρα, γιο, σύζυγο κι ερωμένη. Η πρόσληψη αλλοδαπών εργατών από το τοπικό αρτοποιείο κάνει την ατμόσφαιρα στο χωριό του να μυρίζει μπαρούτι.

ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΔΙΑΒΟΛΟΙ

Η Ζοάν ζει αρκετά συνηθισμένα με την κόρη της Βικί και το σύζυγό της Τζίμι σε μια μικρή κοινότητα των Γαλλικών Άλπεων, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που ο ερχομός της αδελφής εκείνου ανατρέψει τις εύθραυστες οικογενειακές ισορροπίες.

ΠΙΟ ΠΟΛΥ ΑΠΟ ΠΟΤΕ

Η Ελέν πάσχει από σπάνια ανίατη ασθένεια, αλλά δεν θέλει να την λυπούνται. Ταξιδεύει σε κουκίδα του χάρτη της Νορβηγίας, προκειμένου να ζήσει έστω για λίγο ελεύθερη. Ή μήπως για να πεθάνει μόνη;