FreeCinema

Follow us

MISS ΑΠΕΙΘΑΡΧΙΑ (2020)

(MISBEHAVIOUR)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Φίλιπα Λόουθορπ
  • ΚΑΣΤ: Κίρα Νάιτλι, Τζέσι Μπάκλεϊ, Ρίς Ίφανς, Γκρεγκ Κινίαρ, Γκούγκου Μπάθα-Ρο, Κίλι Χόοζ, Λέσλι Μάνβιλ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 106'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: TANWEER

Λονδίνο, 1970. Μέλη νεοϊδρυθείσας φεμινιστικής οργάνωσης σχεδιάζουν να σαμποτάρουν την εκδήλωση των καλλιστείων για την ανάδειξη της Μις Κόσμος, η οποία πρόκειται να διεξαχθεί στην αγγλική πρωτεύουσα. Βασισμένη σε αληθινά γεγονότα.

Υπήρχε μια εποχή, πολλά χρόνια πριν την εμφάνιση των κινημάτων #MeToo και Time’s Up, στην οποία οι διαγωνισμοί ομορφιάς θεωρούνταν από την πλειονότητα του κόσμου σαν η επιτομή της εύπεπτης διασκέδασης. Κάτι ανάμεσα σε δοξασμό του γυναικείου σώματος και σε… απενοχοποιημένο μπανιστήρι (σε prime time τηλεοπτική ζώνη, μάλιστα), η εκδήλωση για την ανάδειξη της «Miss World», την οποία ο Άγγλος τηλεοπτικός παραγωγός και παρουσιαστής Έρικ Μόρλεϊ εμπνεύστηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’50, απέκτησε σχεδόν αμέσως τεράστιο κοινό στην πατρίδα του. Στήνοντας ένα φαραωνικού τύπου show, το οποίο παρακολουθούσαν εκατομμύρια τηλεθεατές ανά τον κόσμο (και που μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80 διεξαγόταν αποκλειστικά στο Λονδίνο), ο Μόρλεϊ κατάφερε να κάνει την εκδήλωσή του ένα ετήσιο, τύπου Eurovision τηλεοπτικό γεγονός. Όπως, όμως, σχεδόν κάθε τι που γιγαντώνεται αποκτά φανατικούς πολέμιους πέρα από τους πιστούς οπαδούς, έτσι ακριβώς ο διαγωνισμός της «Miss World» δεν ξέφυγε του σχετικού κανόνα….

Το έξυπνα βαφτισμένο από την ελληνική διανομή «Miss Απειθαρχία» προσπαθεί να παρουσιάσει τον ξεσηκωμό των πρωτοεμφανιζόμενων (τότε) οργανώσεων γυναικείας χειραφέτησης κατά των διαγωνισμών αυτών, οι οποίοι μείωναν το γυναικείο φύλο, αφού αντιμετώπιζαν το θηλυκό ον ωσάν κομμάτι κρέατος. Πιο ταιριαστός τίτλος, όμως, θα ήταν κάτι του στυλ «Miss Αστοχία», αφού το σενάριό του πάσχει σε μεγάλο βαθμό. Το δίδυμο των Ρεμπέκα Φράι και Γκάμπι Τσιάπε (προηγούμενη συγγραφική δουλειά της δεύτερης το παραπλήσιου ύφους, πλην όμως σαφώς ανώτερο «Η Καλύτερη Στιγμή τους» του 2017) παρουσιάζει ένα στόρι στο οποίο οι τρεις βασικές υποπλοκές (πρόβες καλλιστείων, «επαναστατική» δράση, αποδοχή της θέσης του παρουσιαστή της εκδήλωσης από τον Μπομπ Χόουπ και τα προβλήματα που προκύπτουν από την απόφασή του) μπλέκουν η μία με την άλλη, διανθισμένες με μία ποικιλία φεμινιστικών θεμάτων τα οποία ουδέποτε φτιάχνουν ένα συμπαγές σύνολο. Μόνο κάποιες σκόρπιες κορόνες περί γυναικείας αλληλεγγύης και αναφορών στο Apartheid εμφανίζονται δειλά, οι οποίες ελάχιστα φτάνουν στο ζουμί της υπόθεσης, που θεωρητικά θα έπρεπε να καταφέρνει ένα δυνατό χτύπημα ενάντια στα «ανδρικά σωβινιστικά γουρούνια» (ο όρος σεξισμός δεν ήταν διαδεδομένος τότε…).

Πέρα από το τυπικό γυναικείο δίπολο της ρήξης με το κατεστημένο (η χύμα νεαρή που δεν μασάει και η φαινομενικά συνεσταλμένη που βλέπει το φως το αληθινό), το οποίο μοιράζεται κοινές απόψεις περί ισότητας των δύο φύλων (πριν αποφασίσει να συντρίψει το τέρας των καλλιστείων, ακούγοντας το «Respect» της Αρίθα Φράνκλιν, ασφαλώς!), ο τόνος του φιλμ μοιάζει να είναι κάπως ασαφής. Θα ήθελε να είναι σατιρικός ως προς τον χαρακτήρα του Έρικ Μόρλεϊ, καθώς αυτός πασχίζει να οργανώσει την παραμικρή λεπτομέρεια της τελετής των καλλιστείων, περισσότερο όμως σαν ένας ολίγον γραφικός αλλά άκρως λειτουργικός manager καταλήγει να μοιάζει, παρά σαν κάποιος κατάπτυστος εκπρόσωπος της «ανδρικής υπεροχής». Το αυτό (ως προς τη σάτιρα) και για τον Μπομπ Χόουπ (ο Γκρεγκ Κινίαρ σε… beast mode καρικατούρας, που στο τέλος γίνεται συμπαθής!), το όλο subplot του οποίου κινείται σταθερά ξεκομμένο από την ουσία τού φιλμ, tale quale δηλαδή με τη μονίμως «εξορισμένη» σε δωμάτιο ξενοδοχείου σύζυγό του, που μάλλον αποτελεί τον πιο στιβαρό χαρακτήρα που υπάρχει εδώ (και πηγαίνει στράφι…).

Η προσπάθεια για κριτική στο καθεστώς της Νοτίου Αφρικής μέσω της διπλής συμμετοχής της χώρας στον διαγωνισμό (από λευκή και μαύρη «εκπρόσωπο ομορφιάς»), κατόπιν σχετικής κατευναστικής εντολής του Μόρλεϊ, ίσα που ξύνει την επιφάνεια των πραγμάτων, παραδόξως, όμως, φαίνεται να είναι περισσότερο εύστοχη από την αντίστοιχη της φεμινιστικής δράσης, η οποία με «πολύ κακό για το τίποτα» μοιάζει με τον τρόπο που κλιμακώνεται. Η υποτιθέμενη γυναικεία ορμή θα έπρεπε να σαρώνει στο πέρασμά της, αλλά κάτι τέτοιο ουδέποτε υφίσταται, αφού τα διάσπαρτα συντηρητικά σχόλια της παλαιότερης γενιάς των Αγγλίδων μαμάδων προβάλλουν ως κατά πολύ πιο ολοκληρωμένες σκέψεις από τους ανύπαρκτους (εν πολλοίς) σκοπούς των νεότερων κοριτσιών, καταφέρνοντας περισσότερο να… τρολάρουν το εγχείρημα, καταδεικνύοντας παράλληλα το γενικότερο μπέρδεμα στόχων που υπάρχει στο φιλμ. Μένει η τυπικά προσεγμένη βρετανική ποιότητα παραγωγής, με τις σε γενικές γραμμές αντίστοιχες ερμηνείες (αν και στην ιδιαιτέρως ταλαντούχα Τζέσι Μπάκλεϊ έλαχε ένας κακογραμμένος ρόλος), καθώς και η ανάδειξη ενός άγνωστου ή ξεχασμένου πια γεγονότος του πρόσφατου παρελθόντος. Δεν γνωρίζω κατά πόσο τούτο εδώ θεωρείται καθοριστικό ως συμβάν για την πορεία των φεμινιστικών κινημάτων, αλλά όπως παρουσιάζεται αφηγηματικά στην ταινία περισσότερο με… προμήνυμα ήττας μοιάζει παρά με την επιδιωκόμενη νικηφόρο υπερηφάνεια. Πόσω μάλλον όταν η παρθενική στέψη μαύρης κοπέλας (από τη μικροσκοπική Γρενάδα, μάλιστα) ως Μις Κόσμος παρουσιάζεται περίπου ως… νίκη του γυναικείου κινήματος κόντρα στο λευκό κατεστημένο.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Το αναγνωρίσιμο καστ, μαζί με τη γνωστή feel-good διάθεση του αγγλικού κινηματογράφου (γι’ αυτού του είδους τα φιλμ, τουλάχιστον), δεν μπορεί να σηκώσει τη «Miss Απειθαρχία» από την τυπική θερινή μετριότητα. Το ενήλικο και δη γυναικείο κοινό που αρέσκεται σε παραγωγές του BBC, θα το εκτιμήσει ίσως περισσότερο, αν και ουσιαστικές διαφορές στον τομέα της ψυχαγωγίας από εκείνο το ελβετικό «Γυναίκες με τα Όλα τους» (2017) δεν υπάρχουν σε τούτο. Για να μην πιάσουμε το θέμα της υπερπροσφοράς ανάλογων (και κατά κανόνα αδιάφορων) τίτλων τα τελευταία χρόνια, που μάλλον ευτελίζουν τον στρατευμένο σκοπό τους, παρά τον προάγουν.


MORE REVIEWS

DIGGER

Ο Νικήτας έχει βγάλει διαζύγιο με την υπόλοιπη κοινωνία και ζει σαν ερημίτης σ’ ένα χαμόσπιτο, στη καρδιά ενός δάσους στη Βόρεια Ελλάδα. Ο ερχομός της «ανάπτυξης» απειλεί τη γη του, μα περισσότερο δύσκολη θα είναι η διαχείριση του ενήλικα (πλέον) γιου του, ο οποίος επιστρέφει μετά από απουσία είκοσι ετών για να ζητήσει το μερίδιό του με δικαιώματα κληρονόμου.

ΤΟ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑ

Ο Στίβεν είναι καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Ζει ευτυχισμένος με τη γυναίκα του και τα παιδιά τους, μέχρι τη στιγμή που γνωρίζει την Άννα, μία μαθήτριά του από την Αυστρία, φίλη ενός αριστοκρατικής καταγωγής σπουδαστή. Ο ευκατάστατος οικονομικά, ευυπόληπτος κοινωνικά και τακτοποιημένος οικογενειακά Στίβεν, αισθάνεται έλξη για τη νεαρή κοπέλα, αλλά δεν έχει ούτε τη φυσική ούτε την ηθική δύναμη ν’ αντιμετωπίσει τις συνέπειες μιας σχέσης μαζί της.

ΑΝΤΕ ΓΕΙΑ ΔΗΜΑΡΧΕ!

Δήμαρχος άσσος της ρεμούλας τοποθετεί στη θέση του τη σύζυγό του, μέχρι τουλάχιστον να περάσει η μπόρα των αποκαλύψεων που μετά βεβαιότητος θα τον φέρουν σε δύσκολη θέση έναντι του Νόμου. Μήπως, όμως, ισχύει και για τους Δημάρχους το ουδέν μονιμότερον του προσωρινού;

ΓΙΑΛΝΤΑ: Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΕΣΗΣ

Νεαρή γυναίκα, καταδικασμένη σε θάνατο για τη δολοφονία του συζύγου της, έχει μια τελευταία ευκαιρία να σώσει το κεφάλι της. Το μόνο που έχει να κάνει είναι να πείσει πως αξίζει τη συγχώρεση… των τηλεθεατών και της κόρης του θύματος σε «δικαστήριο» δημοφιλούς reality show!

ΣΤΗ ΖΑΛΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

O σαιξπηρικός μύθος του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας επιβιβάζεται σε πολύχρωμο roller coaster της Στοκχόλμης, μετατρέποντάς τον σε pop παραμύθι απαγορευμένου έρωτα. Η σκανδιναβική «απάντηση» στον… Μπαζ Λούρμαν;