FreeCinema

Follow us

ΜΑΡΙΟΝΕΤΕΣ (2015)

  • ΕΙΔΟΣ: Θρίλερ Μυστηρίου
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Παντελής Καλατζής
  • ΚΑΣΤ: Αλέξης Γεωργούλης, Γιούλικα Σκαφιδά, Γιώργος Κιμούλης, Γιώργος Χρανιώτης, Άκης Σακελλαρίου, Κλέλια Ρένεση, Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, Τάσος Νούσιας, Μάνος Βακούσης
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 109'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: AUDIO VISUAL

Αποτραβηγμένος στην επαρχία κατόπιν «κρεμάσματός» του από κολλητό συνεργάτη κατά την απόπειρα ξεμπροστιάσματος σκανδάλου μεγαλοεπιχειρηματία χρόνια πριν, ένας δημοσιογράφος επιστρέφει στην Αθήνα κεντρισμένος από ημιτελές τηλεφωνικό μήνυμα του ξαφνικά δολοφονημένου επιστήθιου. Η ζωγράφος κοπέλα τού νεκρού, ο παπάς του ορφανοτροφείου πρώην δάσκαλός της, μια ευεργέτρια του ιδρύματος, ένας Νονός και τα τσιράκια του, μια μοιραία γυναίκα, ο διαπλεκόμενος μεγιστάνας, ένας επιθεωρητής της αστυνομίας σφίγγουν τον κλοιό γύρω του. Κάποιοι τον θέλουν στους κόλπους τους. Πώς και γιατί;

Υπάρχουν καλά και κακά νέα για ένα από τα πιο αναμενόμενα και πολυδιαφημισμένα ελληνικά ντεμπούτα της σεζόν. Τα καλά είναι ότι ο μικρομηκάς, ντοκιμαντερίστας και βοηθός του Νίκου Κούνδουρου, Παντελής Καλατζής, έχει ικανότητες filmmaker κι είναι και δουλευταράς. Τα κακά είναι ότι, αποδεικνύοντάς το καταδιώκοντας με διαθέσεις Μπεσόν το «Black Out» (1998) του Μενέλαου Καραμαγγιώλη (ένα άλλο, τάλε κουάλε από πολλές απόψεις, παρθενικό ντόπιο fiction των 90’s), πέφτει άπειρος ων θύμα τού – απίστευτο – ακόμα στοιχειώνοντος το εγχώριο σινεμά φαντάσματος του… Νίκου Φώσκολου!

Τα «Παίζετε το κεφάλι σας κορώνα γράμματα» και «Είστε όλοι βρώμικοι. Σάπιοι!» (αυτό θυμήσου το: είναι η φράση – κλειδί για την εξιχνίαση του αιματώδους γρίφου από τον ήρωα, αλλά και από σένα), και αυτά είναι μόνο δύο δείγματα του στόμφου στη σκέψη και στην έκφραση της γραφίδας, μαρκάρουν τη σεβαστή πρόθεση του Καλατζή να υπηρετήσει τους genre κώδικες του συνωμοσίας σε ανώτερους ανεπίσημους (είναι Μασονία; Είναι Σαϊεντολογία; Είναι κάτι άλλο; Ιδού όχι η Ρόδος αλλά το… πήδημα) κύκλους crime νεονουάρ puzzle καταγγελτικών ορμών. Τον καρφώνουν, δυστυχώς, η δραματουργία και το plotting δια των στιχομυθιών – κατεβατών, η «πολύ κακό για το τίποτα» εντύπωση που δίνει η του θανατά ανατρεπτική αποκάλυψη, και επιπρόσθετα το συχνά αδέξιο προφιλάρισμα (με το καλημέρα π.χ. η καρικατουρίστικη αντι-νύξη εναντίον της εκκλησιαστικής παιδοφιλίας) αλλά και το μη πάτημα ποδιού τόσο στη διανομή εν πολλοίς μουρών με αντίκρισμα στην πιάτσα της ψυχαγωγίας όσο και στην – άγουρα συρφετώδη ή με το γάντι αλλά σε κάθε περίπτωση – ατελή και με αυτοσχεδιαστικές ελευθερίες διαδασκαλία τους.

Ο Γεωργούλης; Δεν φτάνει το αντρίκειο σφίξιμο της φάτσας, καταρχήν να μάθει κάποτε να αρθρώνει. Η Σκαφιδά; Είναι όργανο ακριβείας στη σκηνή αλλά ψάχνει ακόμα έναν πραγματικό σκηνοθέτη κι έναν πραγματικό ρόλο στο πανί. Ο Κιμούλης; Παίζει με σιγουριά αλλά γράφει ελάχιστα. Ο Σακελλαρίου; Γίνεται το gestus παράδειγμα προς αποφυγήν για κάθε σπουδαστή υποκριτικής. Δεν είναι τυχαίο ότι οι σινεκαρατερίστικα διατετριμμένοι Σκιαδαρέσης και Βακούσης (ο τελευταίος με κάτι από… Χάνιμπαλ στη σεκάνς με τα μανιτάρια σούπα) ξεχωρίζουν, βγαίνοντας σχεδόν αλώβητοι και με θετικό πρόσημο από εδώ.

Όπως κι ο ήρωάς του υποχείριο κλισέ που (δεν) κρατάνε απ’ τα χρόνια τού Τσάντλερ, πριν προδοθεί στις man to man κασκάντες και 3-4 φορές κι από το μοντάζ (πιο χτυπητή η φλυαρία πλάνων στο νυχτέρι ξύλου και θα-τον-φάνε-ή-όχι; διακυβεύματος του παλικαριού μας), πριν κορυφώσει μ’ ένα λογύδριο που βάζει στο σκοτεινό παιχνίδι εις βάρος των ηττημένων ακόμα και τους άστεγους ζητιάνους της Αθήνας της κρίσης, πριν ρίξει φινάλε μ’ ένα… αγκάλιασμα των final cut τύπου old Hollywood, ο Καλατζής τουλάχιστον έχει βρει στόχους σχεδόν στο δόξα πατρί. Έχοντας τολμήσει μια συνεύρεση των «Μάτια Ερμητικά Κλειστά» και «Το Άρωμα» (σ’ ένα slomo όργιο χορογραφημένο από την Αποστολία Παπαδαμάκη). Έχοντας δημιουργήσει οπτικά στο post (με μια σκηνή διπλωπικών εφέ). Έχοντας βάλει κάτω τους φακούς και τα φίλτρα του Βαγγέλη Κατριτζιδάκη (καλός ματάκιας, από το «Ο Εχθρός μου» μέχρι «Το Νησί»). Έχοντας εν πολλοίς δικαιωθεί από την επιλογή τού επίσης νεοφερμένου στο scoring Γιώργου Αλκαίου (ναι, αυτός ο Αλκαίος!). Κι έχοντας τρέξει την Αθήνα (Πάρνηθα, πεζογέφυρες, παλιό Αεροδρόμιο, πισίνες, υπόγειες διαβάσεις, Dream City) σε μια από τις σοβαρότερες ντόπιες εργασίες ρεπεράζ των τελευταίων ετών. Στην τελική, άλλος κινεί τα νήματα εδώ όμως κι αυτός λέγεται «η αδεξιότητα του πρωτάρη». Πιο έξω απ’ τις κλίκες και με βαρύτερο οπλισμό την επόμενη φορά…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Αν είσαι της τηλεόρασης, δεν θα περάσεις άσχημα με την… κινηματογραφικότητα της οπτικής. Αν είσαι στο κατόπι των νέων auteur μας, πέσε του την – θα υποστείς (ατμοσφαιρικά) τις απώλειες. Αν είσαι του Σαμ Σπέιντ, εδώ σου προκύπτει περισσότερο Γιάννης Μαρής, με περισσότερη φατριαστική συνωμοσιολογία, με την κακή έννοια. Namedroppers των multiplex, σας στήνει στον τοίχο με αυτο(ύς) που περιμένετε – αλλά ακόμα κι εσείς θα το βρείτε Ψωροκώσταινα το πράγμα.


MORE REVIEWS

ΚΑΠΟΙΑ ΜΙΛΗΣΕ

Δύο δημοσιογράφοι της εφημερίδας The New York Times αναλαμβάνουν το reportage που αποκάλυψε σωρεία καταγγελιών για σεξουαλική κακοποίηση και παρενόχληση γυναικών από τον κινηματογραφικό παραγωγό Χάρβεϊ Γουάινστιν.

ΣΩΣΕ ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

Μια ομάδα από ξωτικά - προστάτες των δέντρων θα κάνουν ό,τι περνά από τα μικροσκοπικά τους χέρια, προκειμένου να καταφέρουν να σώσουν το πάρκο της πόλης από τα σατανικά σχέδια του Δημάρχου, ο οποίος θέλει να το μετατρέψει σε… τεχνολογικό ανοσιούργημα!

ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ

Κάπου στο βόρειο Δουβλίνο, η μητέρα της Σαρ εξαφανίζεται. Όταν τελικά επιστρέφει στο σπίτι, η Σαρ συνειδητοποιεί πως κάτι πάει… πολύ λάθος μ’ εκείνη.

DEVOTION: ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΩΝ ΑΙΘΕΡΩΝ

Οι πιλότοι του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού προετοιμάζονται ν’ αντιμετωπίσουν τον κόκκινο κίνδυνο, όποτε κι όπου αυτός εμφανιστεί! Το καλοκαίρι του 1950, λοιπόν, οι δυνάμεις της Βόρειας Κορέας περνούν τον 38ο παράλληλο... Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα.

ΛΑΪΛ, Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΟΣ

Νεοαφιχθείσα στη Νέα Υόρκη οικογένεια ανακαλύπτει στο πατάρι του σπιτιού της έναν… ολοζώντανο κροκόδειλο! Ο Λάιλ δεν είναι ένα συνηθισμένο ερπετό, καθώς έχει την ικανότητα να τραγουδά με χάρη που θα ζήλευαν και τα πρώτα αστέρια του πενταγράμμου. Μπορεί, όμως, ένας κροκόδειλος να ζήσει ως κατοικίδιο τη σήμερον ημέρα;