FreeCinema

Follow us

ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ ΣΠΙΤΑΚΙ ΜΑΣ (2017)

(HOME AGAIN)

  • ΕΙΔΟΣ: Ρομαντική Κομεντί
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Χάλι Μάγερς-Σάιερ
  • ΚΑΣΤ: Ρις Γουίδερσπουν, Πίκο Αλεξάντερ, Τζον Ραντνίτσκι, Νατ Γουλφ, Λόλα Φλάνερι, Ίντεν Γκρέις Ρέντφιλντ, Μάικλ Σιν, Κάντις Μπέργκεν, Λέικ Μπελ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 97'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD

Σε διάσταση με Νεοϋορκέζο σύζυγο και ξανά στο Λος Άντζελες μαζί με τις δύο κορούλες της, μια επίδοξη décoratrice το ρίχνει έξω ανήμερα των 40ών γενεθλίων της και ξυπνάει με τρόικα πολύ νεαρότερών της βραβευμένων μικρομηκάδων από επαρχία στο τσαρδί, τη βίλα του μακαρίτη πατέρα της, θρύλου της σελιλόζης. Θα φιλοξενήσει τα «αγόρια» (το ένα και στο κρεβάτι της) που ψάχνονται για deal μεγάλου μήκους. Θα τους σταθεί και θα της σταθούν, αλλά μαζί για πόσο μπορούν;

Έχει mommy issues η κοπέλα, πώς να το κάνουμε; Το επανασυνδεσιακό για γονείς και κοράσια-σπίρτα αγκάθι όπως στο «Δίδυμοι Μπελάδες». Ένας μέσα στο θηλυκό μυαλό αρσενικός όπως στο «Αυτό που Θέλουν οι Γυναίκες». Ένας ζιγκουάλας της δισκογραφίας κατσικωμένος και κόντρα σ’ έναν μνηστήρα τζόβενο όπως στο «Κάλλιο Αργά Παρά Αργότερα». Το κλου του τσαρδιού κι η πατρική φιγούρα ενός καλλιτέχνη του Χόλιγουντ όπως στο «The Holiday». Το μεθυσμένο hook-up και η Λέικ Μπελ όπως στο «Είναι Μπερδεμένο». Η επιχειρηματικότητα στην εποχή του Διαδικτύου κι ένα διαγενεακό κονέ όπως στο «Ο Αρχάριος». Συγγνώμη κιόλας, δεν σκόπευα να καταφύγω στη φιλμογραφία της Νάνσι Μάγερς για να περιγράψω το θα ‘θελε auteur ξεπαρθένιασμα της θυγατέρας της, Χάλι, αλλά η μισή ντροπή δική της η μισή ντροπή δική μου, αφού το πράττει ασταμάτητα η ίδια μέσα στην ταινία της. Και, δυστυχώς, με ούτε ένα ολάκερο λεπτό του ντεμπούτου της, εκτός από σκόρπιες ατάκες ευφράδειας, να πλησιάζει όχι τις καλύτερες στιγμές αλλά τον μέσο όρο του πνεύματος του oeuvre τής μαμάς της. Κι ενώ μάλιστα για ξεκάρφωμα, βάσει σεναρίου, υποτίθεται ότι μέσω του alter ego της, της blondie μανταμίτσας, αποτίνει φόρο τιμής στον μπαμπά της, Τσαρλς Σάιερ (δεν ισχύει: ούτε απ’ το «Baby Boom», ούτε απ’ το «I Love Trouble», αφήνοντας απέξω τα remake που έχει σκηνοθετήσει – απ’ το «Ο Πατέρας της Νύφης» ώς το «Alfie» – υπάρχουν επιρροές). Εκκρεμεί, βέβαια, απ’ τη μεριά μου κι ένα ερώτημα, πιο σχετικό με τα της αγοράς, που απευθύνω προσωπικά προς τον διανομέα: απ’ τη στιγμή που όλες οι πρωταγωνιστικές παρουσίες της Ρις Γουίδερσπουν την τελευταία δεκαετία έχουν συντριβεί ταμειακά, η δε μοναδική με πραγματική καλλιτεχνικά αξία χάρη στην οποία προτάθηκε και για Όσκαρ, το «Wild», δεν διανεμήθηκε καν στις εγχώριες αίθουσες, με ποια κριτήρια η… τελευταία της δουλειά αναζητά κοινό;

Καθώς ειλικρινής απάντηση (ένα «είμαστε τόσο απεγνωσμένοι να μη μας πάρουν οι ανταγωνιστές τους αιθουσάρχες που τους σπρώχνουμε whatever fresh» ή ένα «έχουμε μείνει στην ‘’Εκδίκηση της Ξανθιάς‘’ και τρέφουμε ευσεβείς πόθους») δεν μπορεί να υπάρξει, ας το θέσω ευθέως: αυτή η ταινία δεν θα είχε γυριστεί ποτέ εάν δεν είχαν βάλει τα χεράκια τους οι οικείοι για να μπάσουν μία του σπιτιού στο σινάφι, σε μια αντίστροφης φοράς περίπτωση νεποτισμού όπως της Έλενορ Κόπολα και του «Το Παρίσι Μπορεί να Περιμένει». Με προϋπηρεσία μόνο ως extra και μουσική επιμελήτρια σε φιλμ των γεννητόρων της, η Μάγερς-Σάιερ αποδεικνύεται ανέτοιμη να ανταποκριθεί επαρκώς στις απαιτήσεις ακόμη κι ενός ημιανεκτού crowd-pleaser, από κάθε άποψη. Θες στόρι; Άσ’ τα να πάνε. Το μοτίβο της συγκατοίκησης των παλικαρακίων με τη βραχύσωμη MILF μικρομάνα… χτυπάει το κουδούνι τραβηγμένο από τα μαλλιά σε παρτάκι-σε-μπαράκι, μπουκάρει όπως να ‘ναι στη σπιταρόνα και πηδάει στον καναπέ της σαλονάρας, βρίσκοντας ομολογουμένως κάτι σαν τον φυσικό του χώρο μιας και μοιάζει να έχει μετακομίσει από sitcom ταμάμ για couch potatoes. Έχει προηγηθεί, εξαρχής εμφανής σε μια σκηνή μέσα σε αυτοκίνητο, στο εναλλάξ μεσαίων και κοντινών λήψεων αντίδρασης, η απειρία τής filmer να υπογράψει εκφραστικά σινεματζίδικα, παρότι ο ίδιος ο dad της έχει αναλάβει το second unit.

Δεν θα ήταν τρομερό (και οι δύο γονείς της κουβαλάνε την κατάρα της μικρηοθονίτιδας), αν διέθετε τη σκιαγραφική ικανότητα ή τη σπίθα της πένας τους. Ο κεντροχαρακτήρας τής ξανά single με κουτσούβελα, όταν δεν φλερτάρει με το ρεντίκολο στα πιο οιστρογόνα απ’ τα σούρτα φέρτα με τον jeune premier των τριών μουσαφιραίων, σχεδόν στέκει χάρη στην απτή εμπειρία τής star από την πραγματική της ζωή (χωρισμένη με παιδιά), αλλά όλοι οι υπόλοιποι είναι στον αέρα, έρμαια των καταστάσεων, ευτραπέλων ή γούτσου γούτσου. Ανίκανη να σαρκώσει τους ενήλικες, η Μάγερς-Σάιερ καταφεύγει σχεδόν ανά τέταρτο σ’ ένα μικρομοντάζ ομήγυρης σε τραπέζι με γελάκια, τον ήχο σβησμένο και κάποιο τραγούδι (το «Misty» είναι το μόνο που αντέχεται) να σε καλοπιάνει στο soundtrack. Για τις τσούπρες, είναι αναγκασμένη να καταφύγει σε χαριτωμενιές και ιδιοτροπίες, τις οποίες ψευτίζει περαιτέρω το ότι ποζάρουν και οι δύο ως τζιμάνια πέραν της ηλικίας τους και εμφανισιακώς αγγελούδια. Το για το είδος δυνητικό αποκούμπι των διαλόγων ρεφάρει αραιά: το επί προσωπικού κουβεντολόι των μαντραχαλάδων στα… επεισόδια εστίας είναι ακόμη πιο αδιάφορο από το πατιρντί των διαπραγματεύσεων που φιλοδοξούν να τους οδηγήσει σε μία καριέρα στον χώρο (ο σαρκασμός του LA ως πόλης της showbiz είναι και χλιαρός και déjà vu) και το τσιτάρισμα περιεχομένου απ’ τον γυναικείο Τύπο δεκαετιών τώρα («οι άνδρες πράττουν, οι γυναίκες σκέφτονται τις συνέπειες») φυσικά δεν λογίζεται ως πρωτοτυπία. Δραματουργία, είπες; Για τη διακοσμητική (μεταφορικά και κυριολεκτικά) υποπλοκή, που μοιάζει να τσοντάρει άνευ λόγου και αιτίας στη μυθοπλασία, το «Νταντά Υψηλής Κοινωνίας» ξεφυλλίζει το «Home and Gardens» και η απορία πού βρίσκουν οι μάγκες τα λεφτά και φέρονται τόσο large στην οικοδέσποινά τους από ένα σημείο και μετά, τη στιγμή που αρχικά είχαν φύγει με κλωτσιές από ξενοδοχείο λόγω χρωστουμένων, με την καμία δεν απαντιέται απ’ το εξτραδάκι που και καλά ξημερώνει στον γραφιά έναν τους.

Αν προσδοκάς να πιαστείς απ’ την ακτινοβολία της διανομής, ατύχησες επίσης: η Γουίδερσπουν φιλότιμα αλλά απρόσφορα υπερπαίζει για να στηρίξει το υπολειπόμενο υλικό, ο πάντα τραβηχτικός αλλά εδώ κόντρα Σιν δεν ενσωματώνεται ποτέ στην περσόνα του ή στη δράση (μια πάλη με τον αντίζηλό του είναι κορυφαίο εκτός τόπου και χρόνου σούργελο), η Μπέργκεν είναι ευπρόσδεκτα περαστική αλλά ως γηραλέο αξιοθέατο, και η κομπαρσίλα των λεβεντονιών ο μοιραίος καταλύτης για το εν γένει αντι-γκελ, το οποίο σφραγίζει η έλλειψη εμπειρίας της Μάγερς-Σάιερ στην καθοδήγηση αλλά και στο στήσιμο πολλών σκηνών που στην καλύτερη αποπνέουν τηλεταινία και στη χειρότερη θα έπρεπε να έχουν ξαναγυριστεί. Αφής στιγμής οι κομβικότερες απ’ αυτές, το δίλημμα μιας δεύτερης ευκαιρίας στον αχαΐρευτο συμβίο και το ραντεβού για pitching σ’ έναν μεγαλοπαραγωγό, δεν πείθουν κατ’ ελάχιστο, το να ανεχθείς μια τρις λεκτική διαφήμιση του μενού του Nobu γίνεται ακόμα πιο αβάσταχτο, σετάκι με κείνο το Κλαρκ Γκέιμπελ (sic), απ’ τα μεταφραστικά Άγραφα της σεζόν. Αν λάβω υπόψη τις απατηλές υποσχέσεις της φωτογραφικής εισαγωγής, όπου η πρωτάρα κινηματογραφιτζού μέσω της ηρωίδας της παραλλάσσει γλυκούλικα την ιστορία της φαμίλιας της υπό τα φώτα της Έβδομης Τέχνης, καθώς τα κυρίως γραφιστικά σποραδικά σχετικά pastiche που ακολουθούν δεν φτουράνε, μπορώ να μιλήσω για μια από τις, τηρουμένων των αναλογιών, μεγαλύτερες προσωπικές μου απογοητεύσεις για φέτος. Ούτε λογοπαίγνιο με το μικρό όνομα της κοπέλας δεν έχω διάθεση να κάνω, λέμε. Τέρμα η στέγη σε όποιον κι όποιον…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Μόνο αν πας πολύ τη Ρις Γουίδερσπουν, αλλά α) θα κλάψεις τα λεφτά σου ή β) αν την έμαθες απ’ το «Big Little Lies» και περιμένεις κάτι δυνατό, κούνια που σε κούναγε. Προς αποφυγή απ’ όλους τους υπόλοιπους, (πληκτικά μεν αλλά) κλείνει σπίτια.


MORE REVIEWS

ΣΤΕΝΕΣ ΕΠΑΦΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑΒΟΛΟ

Στα 1977, ένα βραδινό τηλεοπτικό talk show με θέμα τον εορτασμό του Halloween και καλεσμένους με ειδίκευση στο μεταφυσικό εξελίσσεται με τον εντελώς λάθος και εκτός προγραμματισμού τρόπο σε ζωντανή μετάδοση.

BACK TO BLACK

Η σύντομη πορεία της μουσικής καριέρας της Έιμι Γουάινχαουζ, παράλληλα με προσωπικές στιγμές που την οδήγησαν σε ένα τόσο απότομο και άδοξο τέλος.

GHOSTBUSTERS: Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δαιμονική οντότητα που (πίσω στα 1904) προσπάθησε να κατακτήσει τον κόσμο με στρατιά από φαντάσματα, τρεφόμενη με αρνητικά συναισθήματα ώστε να μειώσει τις θερμοκρασίες στο απόλυτο μηδέν, επιστρέφει στη Νέα Υόρκη του σήμερα για να… το προσπαθήσει ξανά! Who you gonna call?

ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΝΕΟΙ

Οι ελπίδες και τα όνειρα μιας χούφτας επίδοξων ηθοποιών του περίφημου Théâtre des Amandiers στο Παρίσι των μέσων της δεκαετίας του ‘80.

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ

Αμερικανική οικογένεια μετακομίζει σε εξοχική αγγλική έπαυλη, δίχως να λογαριάζει τη φήμη πως το νέο τους σπίτι είναι… στοιχειωμένο εδώ και τρεις αιώνες. Και το φάντασμα του Σερ Σάιμον δεν πολυγουστάρει τους απρόσκλητους επισκέπτες!