FreeCinema

Follow us

CAKE (2014)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ντάνιελ Μπαρνζ
  • ΚΑΣΤ: Τζένιφερ Άνιστον, Αντριάνα Μπαράσα, Σαμ Γουέρθινγκτον, Άννα Κέντρικ, Μέιμι Γκάμερ, Φελίσιτι Χάφμαν, Γουίλιαμ Μέισι, Κρις Μεσίνα, Λούσι Παντς
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 102’
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ODEON

Μετά από αυτοκινητικό ατύχημα που κόστισε τη ζωή στον μικρό της γιο, η Κλερ υποφέρει από χρόνιους πόνους. Εθισμένη στα παυσίπονα και οπλισμένη με οξύ, αδίστακτα ωμό χιούμορ, δεν αντέχεται πλέον ούτε από την ομάδα υποστήριξής της. Χάρη, όμως, στην επιμονή τής – ολύμπιας υπομονής – παραδουλεύτρας της, την καλή καρδιά του πρώην συζύγου της και τη γνωριμία της με τον άνδρα της γυναίκας, με την αυτοκτονία της οποίας έχει αποκτήσει εμμονή, δοκιμάζει να επιστρέψει στη ζωή.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η «δική μας» Τζένιφερ αποποιείται τόσο δραματικά τη λαμπερή χολιγουντιανή περσόνα της, για να δώσει υπόσταση σε έναν τσακισμένο, αφτιασίδωτο χαρακτήρα, ο οποίος δυσκολεύεται να διαχειριστεί «υγιώς» το χαρτί που του μοίρασε η μοίρα. Στο «The Good Girl» (2002), όμως, όπου ενσάρκωνε μια σχεδόν αντιπαθητική ταμία πολυκαταστήματος, που δοκιμάζει να αντιμετωπίσει την πληκτική καθημερινότητά της με τον πιο λάθος τρόπο, μπορούσες να διακρίνεις ακόμα, έστω και ελάχιστα, ίχνη από την όψη, τις εκφράσεις και τους μανιερισμούς τής Ρέιτσελ του τηλεοπτικού – και κλασικού πλέον – «Friends» που την έκανε διάσημη. Αυτή τη φορά, 13 χρόνια αργότερα, η Ρέιτσελ δεν αναπνέει ούτε σε μια σπιθαμή των εικόνων αυτής της ταινίας.

Χωρίς καλλωπιστικό μακιγιάζ (παρά μόνο κινηματογραφικό: εκείνο που της προσδίδει πειστικά τις πανταχού παρούσες, αλλά όχι παραμορφωτικές ουλές από το δυστύχημα) και το καλλίγραμμο σώμα της εξαφανισμένο κάτω από φαρδιά, κάθε άλλο παρά κολακευτικά ρούχα, φαινομενικά αφημένο, πλαδαρό και ασύλληπτα, οδυνηρά δυσκίνητο. Άνευ αβανταδόρικων, οσκαρικών ξεσπασμάτων (πλην ενός, αχρείαστου – βλέπε παρακάτω), πολλών φτωχών λογιών και ταχτοποιημένων εξηγήσεων, επεξηγήσεων, λύσεων, συγγνώμης και φινάλε. Απογυμνωμένη από τη λάμψη της, λιτή, άφοβη και αθόρυβη, η Τζένιφερ μας προσφέρει, έτσι, την καλύτερη δραματική ερμηνεία της καριέρας της, αλλά και μια από τις πιο ειλικρινείς και ουσιαστικές… ποιήσεις ήθους τής χρονιάς (και όχι μόνο). Τι κρίμα, λοιπόν, που το κάνει σε μια κατά τα άλλα ελάχιστα αξιόλογη ταινία.

Το «Cake» βλέπεις, δεν ξέρει ακριβώς τι είναιι και τι θέλει να πει. Αδέκαστο δράμα ολκής σαν την «Απώλεια» (2010), που ιχνηλατεί χωρίς φόβο ή πάθος τον ιδιόρρυθμο τρόπο με τον οποίο μια γυναίκα επιλέγει να αντιμετωπίσει τον – κυριολεκτικό και μη – πόνο του χαμού του παιδιού της, παρόλο που σταδιακά απομονώνεται από οικείους και αγαπημένους; Ιδιότροπη dramedy σαν τους «Αταίριαστους Εραστές» (1988), που γίνεται μάρτυρας της γένεσης μέσα από την εμφάνιση ενός αναπάντεχου έρωτα; Ή διαπεραστική, εναλλακτική ρομαντική κομεντί, που σε κάνει και να γελάς και να κλαις τρανταχτά, λυτρωτικά, με το παράλογο και το άδικο της ανθρώπινης ζωής, όπως είναι το πρωτότυπο, στο χαρτί, και όπως όφειλε να είναι και στην οθόνη «Το Λάθος Αστέρι» (2014); Το «Cake» προκύπτει λίγο απ’ όλα αυτά μαζί, αλλά… και τίποτα από όλα αυτά, καθώς αφήνει αβαθή, ακατέργαστα και εν τέλει εκκρεμή τα περισσότερα από τα αφηγηματικά του νήματα.

Η εμμονή της Κλερ με την αυτοκτονία της Νίνα, με την οποία βρισκόντουσαν στην ίδια ομάδα υποστήριξης (και αυτό είναι το μόνο πράγμα που μαθαίνουμε για τη σχέση τους!), ούτε επαρκώς εξηγείται ως εκκεντρική συνέπεια του πένθους της, ούτε πουθενά οδηγεί. Αντίθετα, έτσι γρήγορα, αποσπασματικά και βιαστικά (μέσα από δύο μόνο σκηνές, στη γέφυρα, λίγο μετά την αρχή, και στις γραμμές του τρένου, λίγο πριν το τέλος) που σκιαγραφείται, και άστοχα, άσκοπα, επιτηδευμένα και ακατάληπτα χρίζει τα οράματα που έχει η Κλερ με τη Νίνα (της εντελώς ανεκμετάλλευτης Κέντρικ), και μόνο ως αφορμή της συνάντησης της Κλερ με τον σύζυγο της τελευταίας, Ρόι (άλλος ανεκμετάλλευτος, ο Γουέρθινγκτον), φαντάζει. Με τη σειρά του, το ρομάντζο που αρχίζει διστακτικά, αχνά να αναπνέει μεταξύ του Ρόι και της Κλερ, αν και έχει εύλογη και στιβαρή βάση την απώλεια καθενός τους, ούτε επαρκώς εξελίσσεται, ούτε όμως και εντελώς μετέωρο μένει, καθώς το μέλλον του παραμένει ανοιχτό, με ελπίδα, σε μια από τις καλύτερες σκηνές της ταινίας: σιωπηλή η Κλερ στήνει την τούρτα και το δώρο που ετοίμασε ως έκπληξη για τον γιο τού Ρόι στο τραπέζι. Προηγουμένως, βέβαια, το εν λόγω ρομάντζο έχει φρενάρει απότομα, άτσαλα και αδικαιολόγητα, όταν το γεύμα της Κλερ και του Ρόι διακόπτεται από την αιφνιδιαστική επίσκεψη του άνδρα που προκάλεσε το ατύχημα τής μεν, στην πιο άστοχη, θορυβώδη, εκβιαστική και αχρείαστη σκηνή τού φιλμ, που υποχρεώνει την Άνιστον στο ένα και μοναδικό, καταχρηστικό, αβανταδόρικο και «οσκαρικό», ερμηνευτικό της ξέσπασμα.

Όσον αφορά το flirt του με το κωμωδράμα, το κωμικοτραγικό και την εναλλακτική κομεντί, το «Cake» προκύπτει, ευτυχώς, ανακουφιστικά, καλοδεχούμενα, πιο εύστοχο. Και αυτό γιατί τόσο στις σκηνές κατά τις οποίες η Κλερ εξαπολύει αλογόκριτο το αδίσταχτο χιούμορ της απέναντι τόσο στην επικεφαλής του group υποστήριξης (της καταλυτικής Χάφμαν), όσο και στη Μεξικανή, καλοπροαίρετη παραδουλεύτρα της (της αξιολάτρευτης Μπαράσα, ειδικά στη σκηνή στο μεξικάνικο φαρμακείο), όσο και σε εκείνες όπου η Κλερ, μόνη, εκφράζει επιτέλους τον – σωματικό και ψυχικό – πόνο της, το βράδυ, στο κρεβάτι ή μέσα στην πισίνα, και μπροστά στη φωτογραφία του γιού, βουβά αλλά σπαρακτικά, η επιτήδευση παύει. Η απόσταση μεταξύ θεάματος και θεατή εξαφανίζεται. Και η συγκίνηση, αν και φευγαλέα, είναι αληθινή.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Αν αγαπάς την Τζένιφερ Άνιστον, μην αντιστέκεσαι! Αν δηλώνεις… οσκαρολόγος αξιώσεων, ομοίως, καθώς οφείλεις να δεις μια ερμηνεία που άξιζε την υποψηφιότητα, αλλά τελικά δεν χώρεσε στην πεντάδα του πρώτου γυναικείου ρόλου. Αν για οποιονδήποτε λόγο βρίσκεσαι στο κρεβάτι του πόνου, άσ’ το καλύτερα. Ομοίως αν γνωρίζεις ότι μια καλή ερμηνεία δεν σημαίνει απαραίτητα και καλή ταινία…


MORE REVIEWS

ΑΓΡΙΑ ΝΥΧΤΑ

Παραμονή Χριστουγέννων, έπαυλη ζάμπλουτης κληρονόμου με «φορτωμένο» θησαυροφυλάκιο δέχεται οργανωμένη επίθεση συμμορίας διαρρηκτών που εξολοθρεύει το προσωπικό ασφαλείας (και όχι μόνο) και απειλεί ν’ αρχίσει να σκοτώνει τα μέλη της οικογένειας αν δεν καταφέρει να φύγει με το παραδάκι. Και κάπου εκεί εμφανίζεται ο Άι Βασίλης. Ο πραγματικός Άι Βασίλης!

Η ΠΗΓΗ ΤΩΝ ΠΑΡΘΕΝΩΝ

Μεσαίωνα στη Σουηδία, κοπέλα αγνή πέφτει θύμα κακοποίησης από κακούς αδελφούς βοσκούς. Οι φονιάδες στους γονείς της τα λιλιά της ανεπίγνωστα θα πάνε να πουλήσουν, φιλοξενία και τροφή αφού ζητήσουν. Από τα χέρια του πατέρα θα βρουν την εκδίκηση ή θα προλάβουν να ξεγλιστρήσουν; Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας και, παραδόξως, η... πηγή έμπνευσης για το «Last House on the Left» (1972) του Γουές Κρέιβεν!

R.M.N.

Ρουμάνος εμιγκρές στη Γερμανία, υπό τον φόβο μπλεξίματος με τον Νόμο, επιστρέφει άρον-άρον πίσω στην πατρίδα, ξαναβρίσκοντας πατέρα, γιο, σύζυγο κι ερωμένη. Η πρόσληψη αλλοδαπών εργατών από το τοπικό αρτοποιείο κάνει την ατμόσφαιρα στο χωριό του να μυρίζει μπαρούτι.

ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΔΙΑΒΟΛΟΙ

Η Ζοάν ζει αρκετά συνηθισμένα με την κόρη της Βικί και το σύζυγό της Τζίμι σε μια μικρή κοινότητα των Γαλλικών Άλπεων, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που ο ερχομός της αδελφής εκείνου ανατρέψει τις εύθραυστες οικογενειακές ισορροπίες.

ΠΙΟ ΠΟΛΥ ΑΠΟ ΠΟΤΕ

Η Ελέν πάσχει από σπάνια ανίατη ασθένεια, αλλά δεν θέλει να την λυπούνται. Ταξιδεύει σε κουκίδα του χάρτη της Νορβηγίας, προκειμένου να ζήσει έστω για λίγο ελεύθερη. Ή μήπως για να πεθάνει μόνη;