FreeCinema

Follow us

ARTE POVERA: THE DOCUMENTARY (2023)

  • ΕΙΔΟΣ: Μουσικό Νοκιμαντέρ
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Φώτης Γεωργιάδης
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 90'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ

O Φώτης Γεωργιάδης (aka Beatz Pliz) είναι ένας hip hop producer από τη Σαλόνικα που αποφασίζει να κάνει το νέο του album μ’ έναν μοναδικό τρόπο, συνδυάζοντας κλασική μουσική (που ο ίδιος έχει συνθέσει) με σύγχρονα hip hop beats, καταγράφοντας το ταξίδι αυτής της δημιουργίας σ’ ένα ασπρόμαυρο ντοκιμαντέρ. «Μικρή» λεπτομέρεια: στο album συμμετέχουν οκτώ από τα πιο καυτά ονόματα της ελληνικής hip hop σκηνής.

Το ντοκιμαντέρ ως είδος γνωρίζει μεγάλη άνθιση και δεν είναι πια μία επιστημονικά «βαρετή» προσέγγιση σε θέματα που απασχολούν το… National Geographic ή το History Channel. Λίγο οι διάφορες πλατφόρμες που ζητούν content, λίγο η ευκολία ύπαρξης κάμερας σε κάθε μας στιγμής και… μπουμ! Το ‘χουμε. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι όλες οι απόπειρες έχουν το ίδιο αισθητικό και ποιοτικό αποτέλεσμα. Το πλεονέκτημα του Φώτη Γεωργιάδη είναι ότι έχει πείρα ως σκηνοθέτης στο χώρο του music video, έχει μερικούς σταθερούς συνεργάτες όλα αυτά τα χρόνια, στα οποία η κοινή αισθητική που τυγχάνει να έχουν τους επιτρέπει να δουλεύουν αρμονικά και, κυρίως, έχει το «όχημα» για να παρουσιάσει κάτι μοναδικό.

Το «Arte Povera» δεν είναι η πρώτη απόπειρα συνδυασμού κλασικής μουσικής και rap, αντίθετα έχουμε πολλά μεμονωμένα επιτυχημένα «πειράματα», όπως το «Rhapsody» του ‘97. Η διαφορά εδώ είναι ότι ο ίδιος ο Γεωργιάδης έχει συνθέσει όλα τα μουσικά μέρη, τα έκανε παρτιτούρες κι έψαξε και βρήκε τον τρόπο να τα ηχογραφήσει με ορχήστρες σε τρεις πόλεις της Ανατολικής Ευρώπης. Σαράντα έγχορδα στην Τσεχία, είκοσι πνευστά στην Ουγγαρία, χορωδία στη Σόφια. Το ντοκιμαντέρ χωρίζεται σε τρία μέρη, από τη σύλληψη της ιδέας μέχρι και την παρουσίασή του στα μάτια των θεατών, την ώρα που το παρακολουθούν. Mε έντονη παρουσία πολλών γνωστών καλλιτεχνών του συγκεκριμένου μουσικού genre, που στην ουσία είναι οι αγαπημένοι rappers του δημιουργού, σε βάζει βαθιά μέσα στο ταξίδι, νιώθεις την ανατριχίλα των μεγάλων στιγμών του, βγαίνουν οι «μυρωδιές» του δρόμου και του studio.

Υπάρχουν τριών ειδών θεατές που θα βιώσουν αυτό το έργο ζωής. Αρχικά οι λάτρεις του hip hop, του rap και όλων των σύγχρονων εκφάνσεών τους. Αυτοί που διψάνε για να δουν στη μεγάλη οθόνη τους ΛΕΞ, Bloody Hawk, Vlospa, Wang, Sadam, Dani Gambino, Μικρό Κλέφτη και Hawk να δουλεύουν στο studio, υπό την έμπειρη καθοδήγηση του Γεωργιάδη, και να «tease-άρουν» την ακρόαση των κομματιών (που σε κανένα σημείο του documentary δεν παρουσιάζονται ολόκληρα, αφού ουσιαστικά το φιλμ λειτουργεί ως προπομπός για την επερχόμενη κυκλοφορία του album). Αυτοί, λοιπόν, οι (νεαροί κυρίως) θεατές θα «γουστάρουν» αρκετά. Υπάρχει μια πιθανότητα να «κουραστούν» στη μακροσκελή καταγραφή της στουντιακής διαδικασίας, όμως, θεωρώ ότι έχουν να κερδίσουν από την κινηματογραφική εμπειρία, την καλαίσθητη προσέγγιση, την ρεαλιστική καταγραφή των προσωπικοτήτων όλων των MC’s που συμμετέχουν. Γι’ αυτούς, το «Arte Povera» είναι μια καλή ευκαιρία να μπούν σε κινηματογραφική αίθουσα και για κάτι… πλην των MCU blockbusters, ν’ αναρωτηθούν τί άλλο παρόμοιο έχει βγει στο παρελθόν και ίσως να το ανακαλύψουν.

Στη συνέχεια, είναι οι βαθιά μυημένοι στο χώρο. Αυτοί, δεν το συζητώ, θα μαγευτούν, θα καθηλωθούν, θα «ζηλέψουν» (καλοπροαίρετα), θα θαυμάσουν, θα απορήσουν πως ένα παιδί από τη Θεσσαλονίκη βρήκε τους πόρους, το σθένος και την υπομονή να το κάνει όλο αυτό. Θα δουν τον εαυτό τους σε κάθε έναν από τους ρόλους, θα σκεφτούν οι ίδιοι τι θα άλλαζαν και θα το συζητάνε για καιρό. Θα δουν το συνδυασμό του έντονου contrast στο ασπρόμαυρο, που παραπέμπει σε mid ‘90s «La Haine» και NY Boom Bap, με τα drill beats και τη lingo του σήμερα, στοιχεία που λειτουργούν μαζί (όλως παραδόξως) έξοχα. Θα «νιώσουν» την εναλλαγή του ημερολογίου με το video clip (που γίνεται συχνά μέσα στο δημιούργημα), θα πουν στους υπόλοιπους της φάσης να «μην το χάσουν» και θα το θυμούνται πραγματικά θετικά.

Η τρίτη κατηγορία είναι ένα μεγάλο κομμάτι των ανθρώπων που δεν έχουν επαφή με τη hip hop κουλτούρα, την ελληνική σκηνή (της) κι όλα αυτά. Να είμαστε ξεκάθαροι. Το «Arte Povera» δεν απευθύνεται σ’ αυτούς. Αλλά θεωρώ πως αν η θέασή του γίνει χωρίς παρωπίδες, χωρίς τα taboo που ακολουθούν την trap και τις mainstream περιπέτειές της, θ’ αλλάξει γενικά η γνώμη που έχουν για τη «φάση». Θα δουν (και θα καταλάβουν από το over-exposition του ντοκιμαντέρ) ότι η rap ξεκινά από το ταξικό στοιχείο (το μαρτυρά και ο τίτλος, η «Φτωχή Τέχνη» ή η «Τέχνη των Φτωχών», όπως προτιμάτε), ειδικά στις μέρες μας έχει να πει πολλά, έχει προικισμένους δημιουργούς κι ανθρώπους με όραμα, αισθητική και άποψη, και ίσως τους μυήσει στο ν’ αντιμετωπίσουν πιο ψύχραιμα και αντικειμενικά μερικούς καλλιτέχνες (του genre) και τη δουλειά τους.

Συνολικά, πέρα από τις προφανείς αδυναμίες που σίγουρα έχει ένα τέτοιο εγχείρημα, πέρα από τα «κλισέ» (προσωπικά δε με ενοχλούν καθόλου) που έχει η hip hop epic (αυτοαναφερόμενα) προσέγγιση, το «Arte Povera» θ’ αποτελέσει ορόσημο τόσο για το είδος (του ντοκιμαντέρ) όσο και για τη σκηνή (του hip hop και rap). Ίσως θα περίμενα να δω περισσότερες διαφωνίες ανάμεσα στους συντελεστές, που από προσωπική πείρα ξέρω πως είναι συνηθισμένες, αλλά ίσως μπορεί και να μην υπήρχαν. Γενικά, η αίσθηση της αντιξοότητας απουσιάζει από την αφήγηση, ενώ είμαι σίγουρος πως ένα τέτοιο εγχείρημα σίγουρα θα μπορούσε να (την) είχε. Η τελική εικόνα είναι το ακριβώς αντίθετο από τη «γκλαμουριά», την αντικειμενοποίηση της γυναίκας, τη χλιδή, τη βία, το ψέμα και τον υλικό ευδαιμονισμό της ναρκωκουλτούρας. Όλα αυτά, δηλαδή, που κάποιος τρίτος ή και κάποιος της «φάσης» μπορεί να νομίζει πως θα δει, ακούγοντας για «rap μουσικό ντοκιμαντέρ». Πάνω από όλα, όμως, υπάρχει η μουσική. Και, ευτυχώς, όλο αυτό έχει γίνει για τη μουσική.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Κάτι παραπάνω από ντοκιμαντέρ, ένα ευχάριστο ξύπνημα, ένα «Επιτέλους!», μια έμπνευση και (κυρίως) ένα «ξελάσπωμα» της ταλαίπωρης ελληνικής rap, που μάλλον το είχε ανάγκη. Εκτός από τα wow moments, έχει προσεγμένο ήχο, αντίθετα με ότι βγαίνει από τα ελληνικά studios, και θα μιλάμε γι’ αυτό και στο μέλλον. Ιδανικά, θα ήθελα να δω στην αίθουσα (κι) έναν πατέρα με το παιδί του σε εφηβική ηλικία, που και οι δύο έχουν εικόνα για τη σημερινή rap σκηνή μόνο μέσα από τα music videos των «τάσεων», τα Insta των #1 trapperz και τα «reportage» του Λιάγκα. Και να μιλήσουν (μαζί) γι’ αυτό που παρακολούθησαν, μόλις βγουν από το σινεμά. (Αποκλειστική προβολή στα VILLAGE CINEMAS.)

Η ταινία διανεμήθηκε και σε γενική προβολή, από τις 9 Νοεμβρίου του 2013.


MORE REVIEWS

ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΗΣ ΚΑΡΜΕΝ

Ο Δημοσθένης και ο Νικήτας λιάζονται και κολυμπούν στα Λιμανάκια, αναπολούν γεγονότα από το περσινό καλοκαίρι χωρισμού του πρώτου και φαντασιώνουν το σενάριο μιας ταινίας που ο δεύτερος ελπίζει να σκηνοθετήσει και να στείλει στο Φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν.

ΠΑΡΙΖΙΑΝΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Να ζεις και να (μην) πεθαίνεις στο Παρίσι. Αυτό το βάσανο!

ΤΑ ΜΥΑΛΑ ΠΟΥ ΚΟΥΒΑΛΑΣ 2

Η Ράιλι έγινε 13ων ετών, εξελίσσει την αγάπη της για το άθλημα του ice hockey και ο ερχομός της εφηβείας φανερώνει… στο μυαλό της καινούργια συναισθήματα και νευρώσεις που η Χαρά, η Λύπη, ο Φόβος, ο Θυμός και η Αηδία δύσκολα θα παλέψουν στην προσπάθειά τους να συνυπάρξουν.

Ο ΚΑΚΟΣ ΗΘΟΠΟΙΟΣ

Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων ταινίας με θέμα τον παράνομο έρωτα ενός άνδρα και της νέας γυναίκας του πατέρα του, η πρωταγωνίστρια κατηγορεί τον συμπρωταγωνιστή της πως τη βίασε ενόσω «έτρεχε» η ερωτική σκηνή μεταξύ τους. Με τον τελευταίο να εξανίσταται πως εκείνη λέει ψέματα, το συνεργείο όσο και οι δικηγόροι τους προσπαθούν να διαχειριστούν την κρίση.

ΦΡΙΜΟΝΤ

Αφγανή μετανάστρια που εργάζεται ως κειμενογράφος μηνυμάτων σε εργοστάσιο παραγωγής fortune cookies στο μικρό Φρίμοντ της Καλιφόρνια, δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στη μοναξιά της Αμερικής. Ένας ασυνήθιστος ψυχοθεραπευτής και μία αυθόρμητη ιδέα δίνουν ένα κάποιο νόημα στη βαρετή καθημερινότητά της.