FreeCinema

Follow us

ΑΝ… (2012)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Χριστόφορος Παπακαλιάτης
  • ΚΑΣΤ: Χριστόφορος Παπακαλιάτης, Μαρίνα Καλογήρου, Μάρω Κοντού, Γιώργος Κωνσταντίνου, Μαρία Σολωμού
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 111'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: VILLAGE FILMS

Ο Δημήτρης και η Χριστίνα γνωρίζονται από τύχη. Ερωτεύονται, φτιάχνουν τις ζωές τους από κοινού, γίνονται γονείς, συγκρούονται, συγχωρούν, δεν μπορούν να προχωρήσουν μαζί. Όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά. Ή και ποτέ, αν το timing δεν έφερνε έτσι τα πράγματα!

Στον ελληνικό κινηματογράφο σήμερα υπάρχουν δύο είδη: εκείνο του «καλλιτεχνικού», πιο ανεξάρτητου σινεμά και εκείνο των… εταιρειών διανομής! Το τελευταίο αποτελεί μια μετεξέλιξη του αποκαλούμενου «εμπορικού» κινηματογράφου και παράγεται με προδιαγραφές ανάλογες των «συνταγών» ή των προθέσεων της εκάστοτε εταιρείας. Στην περίπτωση της Village, τολμώ να δηλώσω πως το προϊόν είχε συχνότερα μια πιο «σοφιστικέ», σαλονάτη προοπτική, σε αντίθεση με το πιο… ωμό θέαμα μπαλαφάρας και λαϊκισμού που χαρακτήριζε άλλες εταιρείες διανομής (υπολήψεις και ονόματα δε θίγονται, αλίμονο!)…

Εξαιρώντας τις κωμωδίες με target group… ολόκληρη τη χώρα (σοβαρός παράγων) ή το «φρανκενσταϊνικό» παράδειγμα του «Τανγκό των Χριστουγέννων», οι παραγωγές της Village προσπάθησαν, τις περισσότερες φορές, να προσεγγίσουν ένα απόλυτα σημερινό κοινό, με έμφαση στις νεαρότερες ηλικίες που κυκλοφορούν σαν… αγέλη στα multiplex. Ενίοτε, διέκρινε κανείς και μια λανθάνουσα αναζήτηση σε genre, από το νεανικό, pop romance του «Alter Ego» (που χρεώθηκε άδοξα και σχεδόν ολοκληρωτικά επάνω του ο Σάκης Ρουβάς) μέχρι τη χιουμοριστική crime movie του «Bank Bang» (το πραγματικό διαμάντι της εταιρείας). Άσχετα από την καλλιτεχνική ή κριτική ματιά επάνω σε αυτές τις ταινίες, πολλοί παραγνώρισαν τη σημασία της ύπαρξής τους σε μια αγορά που χρειάζεται να βλέπει και κάτι μοντέρνο ή διαφορετικό, από τα στερεοτυπικά, προσβλητικά δείγματα παραγωγών που παραπέμπουν σε περασμένες δεκαετίες και ακόμη ξεπληρώνουν το κακό που άφησαν πίσω τους τα… φανταριλίκια και το… τηλεοπτικά «ασφαλές» σεξ. Με τον ίδιο τρόπο, πολλοί θα εγκύψουν περισσότερο στα ελαττώματα του «Αν…», παρά στις αρετές ή την αναγκαιότητα του να βλέπουμε να γυρίζονται ταινίες όπως αυτή του Παπακαλιάτη.

Ειλικρινά, δε γνωρίζω απολύτως τίποτα για τις τηλεοπτικές σειρές του Χριστόφορου Παπακαλιάτη, πέραν του εσκεμμένου… κανιβαλισμού των θεατών τους (που, όμως, κατέληγε σε εντυπωσιακά νούμερα τηλεθέασης…), των c(λ)opyright σεναριακών «θεωριών συνωμοσίας» ή της επιδεικτικής χρήσης τραγουδιών, στοιχεία τα οποία ουδέποτε με απασχόλησαν, διότι ουδέποτε κάθισα να δω αυτές τις σειρές. Δε με αφορούσαν ποτέ. Άρα, δε θα μπορέσω να κρίνω το «Αν…» με γνώμονα εκείνες τις σειρές. Που, ειλικρινά, θα ήταν και άδικο, γιατί το φιλμ που είδα ουδεμία σχέση έχει με τηλεόραση. Και αυτό πρέπει να του το αναγνωρίσει κανείς.

Τώρα, αν στο σενάριό του ο Παπακαλιάτης έχει κατακλέψει στοιχεία από το «Sliding Doors», το «Los Amantes del Círculo Polar» ή το «Lola Rennt», για να αποδώσει στην ιστορία του τη διττή σημασία στις σχέσεις αυτού του φιλμικού ζευγαριού ή τα παιχνίδια της μοίρας και του τυχαίου που επηρεάζουν κάθε βήμα στη ζωή, προσωπικά, κάνω και τα στραβά μάτια, γιατί στο «Αν…» υπηρετούν μια βασική, κινηματογραφική αρχή που λέγεται storytelling και το έργο που είδα την υπακούει λειτουργικά. Αντιθέτως, αυτό που θα έπρεπε να καταλογίζει κανείς στον Παπακαλιάτη είναι το προβλέψιμο και η φλυαρία στη γραφή των διαλόγων, που χαντακώνουν τις σκηνές των δραματικών κορυφώσεων ή το άγχος να χωρέσουν σε μια ταινία οι ανατροπές και οι υποπλοκές πέντε – έξι ταινιών μαζί, λες και αυτή ήταν η πρώτη και μοναδική ευκαιρία του δημιουργού του φιλμ να δει τον εαυτό του σε credits στη μεγάλη οθόνη. Η οικονομία και οι «παύσεις» είναι λέξεις άγνωστες σε τούτο το σενάριο…

Δεν οφείλονται στη μη γνώση του μέσου από τον Παπακαλιάτη όλα αυτά. Σκηνοθετικά το’ χει, φαίνεται ο κόπος της δουλειάς και της προσπάθειας, φαίνεται η υπερ-φιλόδοξη πρόθεσή του να «μεγεθύνει» την τηλεοπτική του πείρα στις ανάλογες, απαιτούμενες διαστάσεις του σινεμά. Και, για πρωτάρης, αξίζει επαίνους. Η αφήγηση κυλάει, τα σκηνοθετικά ευρήματα αποτελούν ένα ευχάριστο κλείσιμο του ματιού, ο τρόπος που «παντρεύονται» μέσα στην πλοκή οι χαρακτήρες του «Η Δε Γυνή να Φοβήται τον Άνδρα» (1965) του Γιώργου Τζαβέλλα είναι θρασύτατα έξυπνος, το ίδιο και η «χημεία» της αίσθησης του παλιού ελληνικού σινεμά (μέσα στο νοσταλγικό περιβάλλον της Πλάκας) με το σήμερα μιας καθημερινότητας κρίσης της κοινωνίας στην οποία ζούμε, ρισκάροντας – με αυτό το τελευταίο – τον πολύτιμο παράγοντα της διασκέδασης του θεατή που βιώνει τόσο άμεσα το πρόβλημα, σε βαθμό… να μην έχει τα χρήματα για να πάει σινεμά και να δει το «Αν…»! Με μια λέξη, το λες και… αφέλεια. Αφέλεια που απογυμνώνει το εύπεπτο και ευχάριστο, για να μιλήσει για το βιωμένο δράμα του μέσου Έλληνα εκεί έξω. Αν ρωτάς κι εμένα, όμως, η ουσιαστική αφέλεια του Παπακαλιάτη είναι η τυφλή υποταγή του στα κινηματογραφικά πρότυπα που αντιγράφει. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα; Το «Αν…» έχει γυριστεί στην Αθήνα. Και, όπως σε κάθε μεγαλούπολη – πρωτεύουσα, ο κινηματογραφικός φακός πρέπει να διαφημίσει, με σχεδόν τουριστικό τρόπο, τα σύμβολα της πόλης στην οποία έγιναν τα γυρίσματα. Όπως σε κάθε μεγάλη παραγωγή του εξωτερικού, που θέλει να κάνει το θεατή μιας άλλης χώρας να «ταξιδέψει». Κι εσύ, ο έρμος, ντόπιος θεατής θα μειδιάσεις μετρώντας τις φορές που θα δεις την Ακρόπολη σε πλάνα. Αντιλαμβάνεσαι την αφέλεια; Όχι, Χριστόφορε Παπακαλιάτη, δεν είμαστε σε θέση να εξαγάγουμε αυτό το σινεμά, ούτε καν να ξεγελάσουμε τους δικούς μας ανθρώπους, ότι έχουμε κινηματογραφική βιομηχανία στην Ελλάδα.

Τι άλλο δεν έχουμε; Πρωταγωνιστές! Με το βάρος ν’ αντέξουν στο πανί, διάβολε. Ο Παπακαλιάτης συντηρεί κι από μόνος του ένα σχεδόν ανύπαρκτο, εγχώριο star system και αυτό πουλάει σωστά στη μεγάλη οθόνη. Το υπόλοιπο καστ, όμως, ή στέκει αδύναμο (Καλογήρου) ή ανακυκλώνει προκάτ φιγούρες που έχει «φορέσει» για να επιζήσει στον κόσμο του πάλαι ποτέ… lifestyle (Σολωμού). Μπροστά στην ερμηνευτική ανεπάρκεια των σημερινών Ελλήνων ηθοποιών, τα σύντομα περάσματα και η πείρα των Κοντού και Κωνσταντίνου, κάνουν με την άνεσή τους τις συγκρίσεις ακόμη πιο δραματικές… Sorry κιόλας, αλλά όταν ένα σκυλί (ονόματι Μοναξιά, πάμε παρακάτω…) κλέβει… υποκριτικά (!) την παράσταση από ολόκληρο το καστ σε μια ταινία, καταλαβαίνεις πως έχουμε σοβαρό πρόβλημα.

Σαν ετυμηγορία, τα ελαττώματα του «Αν…» δεν είναι τόσα ώστε αφενός μεν να μειώσουν το φιλμ αφετέρου δε να αποτρέψουν το θεατή από το να κόψει εισιτήριο και να μπει στην αίθουσα. Το ξαναλέω. Τις έχουμε ανάγκη αυτές τις ταινίες. Ο Παπακαλιάτης γύρισε μια ταινία που σέβεται τους κανόνες αυτού του προϊόντος, σε βαθμό να μιλάμε μέχρι και για… μπούμερανγκ! Το «Αν…» είναι καλύτερο από αυτό που αξίζουν οι μάζες για τις οποίες προορίζεται! Βλέπεται σαν ταινία, όχι για τον κανιβαλισμό που κουβαλάς μέσα σου προς το πρόσωπο του Παπακαλιάτη. Αν πας να σπάσεις πλάκα, θα εκπλαγείς. Δεν ξέρω, όμως, αν αυτό θα σου είναι ευχάριστο ή δυσάρεστο…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Ευπρόσωπο παράδειγμα ελληνικού, εμπορικών προδιαγραφών σινεμά, το οποίο αντιλαμβάνεται το σήμερα που ζεις, αλλά θέλει να κοιτάζει και το κινηματογραφικό μας παρελθόν με ήθος. Τα καλά και τα αρνητικά στοιχεία φέρνουν ισοπαλία που δε θα σου κοστίσει με ήττα και μετά το βραδινό σινεμαδάκι θα έχεις και όρεξη να το κουβεντιάσεις το όλο εγχείρημα. Αν ο κυνισμός είναι η κριτική που σκοπεύεις ν’ ασκήσεις προτού καν το δεις, γιατί να μπεις στον κόπο;


MORE REVIEWS

DUNGEONS & DRAGONS: ΕΝΤΙΜΟΤΗΤΑ ΜΕΤΑΞΥ ΚΛΕΦΤΩΝ

Καταφερτζής κλέφτης, παρέα μ’ ένα μικρό τσούρμο από τυχοδιώκτες συνοδοιπόρους οι οποίοι κατέχουν ουκ ολίγες μαγικές ικανότητες, αναζητά κλεμμένο κειμήλιο που ίσως του επιτρέψει να επαναφέρει στη ζωή την πεθαμένη και πολυαγαπημένη του σύζυγο.

ΤΑ ΟΧΤΩ ΒΟΥΝΑ

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ο Πιέτρο γίνεται φίλος με το μοναδικό παιδί ενός μικρού ορεινού χωριού, καθώς κάνει τις καλοκαιρινές του διακοπές εκεί. Ο Μπρούνο θα χαθεί από τη ζωή του εξαιτίας μικρών παρεξηγήσεων, μα θα επιστρέφει πάντοτε στον ενήλικο βίο του, για να του θυμίζει την παιδική ηλικία και πατρικές στιγμές που έχασε από πείσμα και λάθος επιλογές.

ΖΛΑΤΑΝ

Τα ταραχώδη παιδικά και νεανικά χρόνια του Ζλάταν Ιμπραΐμοβιτς στη Σουηδία, μέχρι την αναγνώριση του ποδοσφαιρικού του ταλέντου, χάρη στις εμφανίσεις του με τη φανέλα του Ajax.

Ο ΑΡΧΟΝΤΑΣ ΤΩΝ ΜΥΡΜΗΓΚΙΩΝ

Στη Ρώμη της δεκαετίας του ’60, ο Άλντο Μπραϊμπάντι, ένας ποιητής και θεατράνθρωπος γύρω στα 40, ζει με τον νεαρό Έτορε, φίλο και σύντροφό του. Όταν ο υπερσυντηρητικός και θρησκευόμενος πατέρας του δεύτερου καταγγέλλει αυτή τη σχέση στην Αστυνομία, ο Άλντο θα βρεθεί κατηγορούμενος και αντιμέτωπος με φυλάκιση, χάρη σ’ έναν ιδιότυπο νόμο με μεσαιωνικές καταβολές.

DEMON SLAYER: KIMETSU NO YAIBA - TO THE SWORDSMITH VILLAGE

Μετά τη δολοφονία της οικογένειάς του από έναν δαίμονα, ο Ταντζίρο Καμάντο εντάσσεται στο Σώμα Φονιάδων Δαιμόνων, έχοντας έναν και μοναδικό σκοπό: να επαναφέρει την αδελφή του (τη μόνη που γλίτωσε τον θάνατο, με τίμημα όμως τη μετατροπή της σε δαίμονα) στην ανθρώπινη μορφή της.