FreeCinema

Follow us

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ Η ΜΑΝΤΑΜ ΜΠΟΒΑΡΥ (2016)

(WO BU SHI PAN JIN LIAN)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Σιαογκάνγκ Φενγκ
  • ΚΑΣΤ: Φαν Μπίνγκμπινγκ, Τάο Γκουό, Ζόνγκαν Λι, Χουά Λιου, Γι Ζανγκ, Λισίν Ζάο, Τζια-γι Ζανγκ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 128'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: WEIRD WAVE

Μια νεαρή γυναίκα θα τα βάλει με ολόκληρο το νομικό σύστημα της Κίνας, όταν η αρχική της επιδίωξη για βοήθεια σχετικά με το διαζύγιο ανάμεσα στην ίδια και τον σύζυγό της πέσει στο κενό εξαιτίας της επιδεικτικά κωφεύουσας τοπικής ηγεσίας.

Βασισμένο στο μυθιστόρημα του Κινέζου συγγραφέα Ζενιούν Λιου (εδώ και σε ρόλο σεναριογράφου) με τίτλο «Δεν Σκότωσα τον Άντρα μου», το «Δεν Είμαι η Μαντάμ Μποβαρύ» συνιστά μια κοινωνική σάτιρα με παραβολικές εκφάνσεις και έναν πρωτότυπο αφηγηματικό σκελετό που διακρίνει την ταινία από τα κοινά κινηματογραφικά είδη, παραπέμποντας περισσότερο σε ηθικο-διδακτικό παραμύθι και λιγότερο σε συμβατικά σκηνοθετημένο φιλμ, παρά τη διατήρηση των επιμέρους στοιχείων του δράματος (αλλά και της κωμωδίας).

Με τον τίτλο να δίνει εξαρχής μια πρώτη αίσθηση του χαρακτήρα της κεντρικής ηρωίδας που βρίσκεται σε απόσταση εκ διαμέτρου αντίθετη με την «ανήθικη» πρωταγωνίστρια του φημισμένου έργου του Γκιστάβ Φλομπέρ, ο Σιαογκάνγκ Φενγκ διηγείται τον αγώνα μιας ασήμαντης γυναίκας που αποφάσισε να πάει κόντρα στο γραφειοκρατικό νομικό σύστημα της Κίνας, σκηνοθετώντας με διάθεση αλληγορική και καθ’ όλα κριτική, μια σύγχρονη εκδοχή της ιστορίας των Δαβίδ και Γολιάθ, αν και όχι δίχως προβλήματα σε ό,τι αφορά τη συνοχή και τη διάρκεια.

Η ταινία ξεκινά με μια μικρή ιστορία από την κινεζική λογοτεχνική παράδοση που εξιστορεί τα κατορθώματα της Παν Τζινλιάν, μιας Μαντάμ Μποβαρύ της Ανατολής (η Τζινλιάν αποτελεί έναν από τους πιο διάσημους χαρακτήρες του έργου του Σι Ναϊ’ αν «Μεθόριοι του Νερού», γραμμένου γύρω στο 1500), της οποίας η απόφαση να ζήσει όπως ήθελε, μακριά από ταξικούς περιορισμούς και προκαθορισμένους έρωτες, έμελλε να τη στιγματίσει ως πανούργα μοιχαλίδα και γυναίκα «ελαφρών ηθών», με τη δολοφονία της προ πολλού καθορισμένη. Πίσω στο παρόν, το φιλμ μάς συστήνει τη Λι Σουελιάν (Μπίνκγμπινγκ), μια γυναίκα μουσκεμένη στη βροχή και σε εναγώνια αναζήτηση ενός δικηγόρου για την επίλυση ενός όχι και τόσο απλού προβλήματος. Κάνοντας χρήση του νόμου και σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσουν καλύτερο σπίτι, η Σουελιάν και ο σύζυγός της αποφασίζουν να χωρίσουν (στην πραγματικότητα για τα μάτια του νόμου, πλασματικά όμως για τους δυο τους), μόνο για να ξαναπαντρευτούν λίγο μετά, όταν θα έχουν πια εξασφαλίσει την πολυπόθητη καινούργια στέγη. Όταν η Σουελιάν μαθαίνει πως ο άντρας της, εκμεταλλευόμενος το ισχύον διαζύγιο, παντρεύεται τελικά μια άλλη γυναίκα, θα ξεκινήσει έναν πολύχρονο προσωπικό αγώνα ενάντια στον ψεύτη σύζυγο, αλλά και σε κάθε γραβατωμένο κυβερνητικό υπάλληλο που αρνήθηκε να τη βοηθήσει με τη δικαιολογία πως ένα διαζύγιο «δεν είναι δα και τόσο σοβαρή υπόθεση».

Το φιλμ του Φενγκ δεν αποτελεί κλασική περίπτωση ηθικοπλαστικού δράματος, ούτε και εμπεριέχει το στοιχείο της τυφλής εκδικητικής βίας που συναντάς σωρηδόν στα ασιατικά φιλμ των τελευταίων δεκαετιών, αλλά διαφοροποιείται (από την αρχή ακόμη) με την παράθεση του λογοτεχνικού αποσπάσματος που αφορά τον φανταστικό χαρακτήρα της Παν Τζινλιάν να λειτουργεί ως ειρωνική κινητήριος δύναμη της πλοκής και ταυτόχρονα ως στοχευμένη ανταπάντηση στον ίδιο τον τίτλο της ταινίας. Αν κάτι έχει επιτύχει εγγυημένα ο Φενγκ εδώ, είναι η μετουσίωση των ηθών και των εθίμων της χώρας του σε μια κινηματογραφική εμπειρία που παραμένει μέχρι τέλους πιστή στην εικόνα της Κίνας, ιδωμένης κυρίως υπό το πρίσμα της ζωγραφικής της κληρονομιάς. Με μια εκκεντρική εικαστική επιλογή που άλλοτε εγκλωβίζει την πλοκή σε κυκλικά κάδρα και άλλοτε σε κατακόρυφα παραλληλόγραμμα, ο Φενγκ έχει κάνει εξαιρετική δουλειά στην οπτικοποίηση της παράδοσης, με το κάθε πλάνο να μοιάζει με πρόσκαιρο ζωγραφικό πίνακα, ενισχυμένο από την όμορφη φωτογραφία και τις pastel αποχρώσεις του συχνού συνεργάτη του, Παν Λουό.

Ως κοινωνική σάτιρα, η ταινία του Φενγκ λειτουργεί ανά διαστήματα, αν και η εξαντλητική της διάρκεια μειώνει προοδευτικά το ενδιαφέρον του θεατή για την τύχη της Σουελιάν, η οποία από ένα σημείο και μετά μοιάζει απλά με κακομαθημένο παιδί και όχι με μια γυναίκα που επιμένει να αγωνίζεται σταθερά κατά του συστήματος που (δεν) την εκπροσωπεί. Η «μπάλα» ουσιαστικά χάνεται όταν στο δεύτερο μισό του το φιλμ κάνει ένα χρονικό άλμα δέκα ετών, προκειμένου να ακολουθήσει εκ νέου τη δικαστική πορεία της ηρωίδας, αποχαιρετώντας έτσι οριστικά την όποια σεναριακή δικαιολογία για κάτι τέτοιο, εξαντλώντας την υπολειπόμενη μια ώρα σε ένα παιχνίδι γάτας – ποντικού μεταξύ της Σουελιάν και της κυβερνητικών εκπροσώπων που μάταια προσπαθούν να τη μεταπείσουν από το να καταφύγει εναντίον τους για μια ακόμη φορά. Υπάρχουν στιγμές που το φαρσικό στοιχείο κυριαρχεί, με την ταινία να αναγνωρίζει την κωμικοτραγική φύση της πρωταγωνίστριας, εντούτοις η όποια απόπειρα ανάδειξης της διαρκούς πάλης του «μικρού» ατόμου ενάντια στη «μεγάλη» και αδιάφορη Κυβέρνηση γρήγορα ξεφτίζει, μιας και το φιλμ καταλήγει να ανακυκλώνει το ίδιο «επαναστατικό» μοτίβο μέχρι τέλους. Η ιδέα του Λιου, για την ανάδειξη ενός ταπεινού κεντρικού προβλήματος (κανένα πρόβλημα δεν είναι στην πραγματικότητα ταπεινό) που από προσωπική καταλήγει σε εθνική υπόθεση, είναι έξυπνη. Παρ’ όλα αυτά, ο Φενγκ μοιάζει να παγιδεύεται κάπου ανάμεσα στη δική του σκηνοθετική φιλοδοξία και την ανάγκη του ιδίου και των συνεργατών του για ένα «quirky» παραμύθι συμβολικών προεκτάσεων (και στιγμών στομφώδους voice-over), με το φιλμ να μην δικαιολογεί ποτέ ούτε τη διάρκειά του, ούτε και το αχρείαστο «τέντωμα» της βασικής του πλοκής. Σε πιο μικρό μέγεθος δεν έβγαινε;

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Είναι σίγουρο πως η σκηνοθεσία του Φενγκ θα προκαλέσει μικτά συναισθήματα στους θεατές, ακριβώς όπως και το σενάριο που πάσχει από έλλειψη δυναμικής και ουσιαστικές (έστω συναισθηματικές) αλλαγές. Η πολυπόθητη αποφόρτιση της ηρωίδας αργεί πολύ, πάρα πολύ (αν έρχεται και ποτέ…), ενώ το ηθικό δίδαγμα τούτου του ρεαλιστικά καμωμένου παραμυθιού έχει ήδη κοινωνηθεί μέσα στην πρώτη ώρα της ταινίας: άρα, προς τι όλη αυτή η τραγελαφική αυτοθυσία; Το «Δεν Είμαι η Μαντάμ Μποβαρύ» είναι ένα art-house φιλμ που διαθέτει πολύ περισσότερη ώρα για χάσιμο από όση απομένει σε εσένα καθημερινά.


MORE REVIEWS

MADAME WEB

Η ορφανή Κασάντρα Γουέμπ (έξυπνο, ε;) πρέπει να φτάσει μέχρι το Περού για να μάθει τα μυστικά της ύπαρξής της, τι αράχνη είχε τσιμπήσει τη μακαρίτισσα τη μάνα της και πως, πίσω στο Αμέρικα, μπορεί να προστατεύσει τρεις μέλλουσες… αραχνο-teens από τον κακό που έχει φαντασιωθεί ότι κάποτε θα τον σκοτώσουν!

ΝΕΑ ΗΠΕΙΡΟΣ

Ο Φάνης και η Μαρία ονειρεύονται ένα καλύτερο μέλλον, με φήμη και λεφτά. Εκείνος διακινεί κλοπιμαία, εκείνη μοιράζει βιογραφικά για casting οπουδήποτε, ακόμη κι αν προκύψει κάνα κομπαρσιλίκι σε escape room. Ανάμεσά τους, μια casting agent που θέλει να κάνει δικό της τον Φάνη και να τον σπρώξει στη μπίζνα του πορνό για ν’ αποφύγει τη χρεωκοπία.

ΓΑΜΗΛΙΑ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

«Μαζί με τα εξαψήφια κέρδη poker της Άμπι και τους δύο καλύτερους φίλους τους, τον Σέπλεϊ και την Αμέρικα, οι νεόνυμφοι ταξιδεύουν στο Μεξικό για να απολαύσουν έναν χορταστικό μήνα του μέλιτος. Μόλις, όμως, φτάνουν σε ένα πολυτελές παραθαλάσσιο θέρετρο, ξεσπά το χάος. Όπως και η σχέση του ζευγαριού, έτσι και το ταξίδι γίνεται πιο τρελό σε κάθε στροφή, με πολλούς σαγηνευτικούς αγνώστους / άγνωστες, επανασυνδέσεις - έκπληξη, θυμωμένα κοκόρια (!), αγώνες και ποτά (και αυτό πριν καν ξεκινήσουν τα bachelor parties!)», μας πληροφορεί το δελτίο Τύπου.

ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΜΕΤΑΞΥ ΜΑΣ

Ο Άνταμ είναι μόνος.

Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ

Επιχειρηματικός όμιλος του Τόκιο σχεδιάζει την κατασκευή και λειτουργία πολυτελούς camping σε παρθένα περιοχή της ιαπωνικής επαρχίας, δίχως να έχει λάβει σοβαρά υπόψη στα πλάνα του την εναντίωση της τοπικής κοινότητας.