FreeCinema

Follow us

VAMPIRE ACADEMY (2014)

  • ΕΙΔΟΣ: Φαντασίας
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μαρκ Γουότερς
  • ΚΑΣΤ: Ζόι Ντόιτς, Λούσι Φράι, Ντανίλα Κοζλόβσκι, Γκέιμπριελ Μπερν, Ντόμινικ Σέργουντ, Όλγκα Κουριλένκο, Σάρα Χάιλαντ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 104'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD

Έφηβες κολλητές, με μυστήριο ψυχικό δεσμό που περιστασιακά βάζει ακούσια τη μια στο μυαλό τής άλλης, η ημίαιμο, καλό, θνητό βαμπίρ / Ντάμπιρ, Ρόουζ και η καθαρόαιμη καλό, θνητό βαμπίρ / Μορόι, Λίσα, δοκιμάζουν να επιβιώσουν του ειδικού λυκείου τους, των πρώτων ερωτικών σκιρτημάτων, των ξεχωριστών χαρισμάτων τους (ως Φύλακας η μεν, Μάγισσα η δε), μιας υψηλόθεν συνομωσίας εναντίων τους και τις κατά καιρούς επιθέσεις των απέθαντων, κακών βαμπίρ / Στριγκόι.

Κορίτσια προσοχή! Πέφτει διαγώνισμα.

Ερώτηση 1η: Η δια χειρός Ρισέλ Μιντ, best-seller λογοτεχνική εξαλογία για Νεαρούς Ενήλικους, «Vampire Academy», στο πρώτο βιβλίο τής οποίας βασίζεται αυτό το φιλμ, έχει περισσότερη σχέση με:

α) το λογοτεχνικό (και κινηματογραφικό) έπος εφηβικής μαγείας, «Χάρι Πότερ» (της Τζέι Κέι Ρόουλινγκ, ξέρεις);

β) τη λογοτεχνική (και κινηματογραφική) ρομαντική saga του φανταστικού, «Twilight» (της Στέφανι Μάγερ, αυτό κι αν το ξέρεις…);

γ) τη μετα-αποκαλυπτική, λογοτεχνική τετραλογία (και κινηματογραφική πενταλογία) διστακτικού, αντι-ηρωικού girl power, «Αγώνες Πείνας» (της Σουζάν Κόλινς, κάνε κάτι να το μάθεις, επιτέλους!);

δ) το επταετές και κλασικό και cult και σφόδρα επιδραστικό τηλεοπτικό φαινόμενο της pop κουλτούρας / θηλυκό ηρωικό μανιφέστο, «Buffy the Vampire Slayer» (του Τζος Γουίντον, ρώτα μπαμπά ή μαμά);

Σωστή απάντηση: Το δ. Όχι άδικα, το «Vampire Academy» μπορεί να χαρακτηριστεί υβρίδιο του «Χάρι Πότερ» και του «Twilight». Όπως η φαντασία της Ρόουλινγκ, έτσι και αυτή της Μιντ (στην αρχή της, τουλάχιστον) διαδραματίζεται σε ένα σχολείο για ξεχωριστά παιδιά, με ιδιαίτερο ταλέντο στις διάφορες εκφάνσεις μαγείας (οι Μορόι) ή τις πολεμικές τέχνες (οι Ντάμπιρ), και αργεί να αποκτήσει πραγματικό ενδιαφέρον για ένα πιο ευρύ, ενήλικο κοινό (στα 4 τελευταία βιβλία εκείνη της Ρόουλινγκ, στα 3 τελευταία αυτή της Μιντ). Ταυτόχρονα, ομοίως με το πόνημα της Μάγερ, έχει στο επίκεντρό του έναν απαγορευμένο έρωτα – μεταξύ δύο Ντάμπιρ (της Ρόουζ και του Ρώσου εκπαιδευτή της, Ντιμίτρι), που οφείλουν να βάζουν πάντα τα προσωπικά τους στην άκρη, αφού απόλυτη προτεραιότητά τους πρέπει να είναι η σωματική ακεραιότητα των Μορόι που καλούνται να προστατέψουν ως Φύλακες.

Λιγότερο καλογραμμένο στο σύνολό του από τη μεν, αλλά παρασάγγας πιο πολυδιάστατο στη φαντασία του και πιο άμεσα αιχμηρό / προοδευτικό στον περί ουσιαστικής ισότητας των φύλων «ακτιβισμό» του από το δε, φέρει ίχνη και μιας μακρινής συγγένειας με τους (κατά τη γνώμη μου, καλύτερων όλων) «Αγώνες Πείνας» της Κόλινς, αφού, σαν την Κάτνις, η Ρόουζ γίνεται ασυνείδητα Μεσσίας, που σώζει τον κόσμο (της) μόνο ως κατά συνέπεια της προσπάθειάς της να λυτρώσει όσους αγαπά. Ωστόσο, τελικά, το «Vampire Academy» προκύπτει πολύ περισσότερο απευθείας απόγονος της γουιντονικής «Buffy», καθώς η Ρόουζ είναι σαφώς μια ανάλογη – της βαμπιροφόνισσας Μπάφι – ηρωίδα δράσης, που όλα τα σφάζει, όλα τα μαχαιρώνει τα άψυχα βαμπίρ / Στριγκόι, αλλά και τα εν γένει δαιμόνια, με κολλητή μια μάγισσα (τη Λίσα η Ρόουζ, τη Γουίλοου η Μπάφι), σταδιακή απόκτηση έμπιστης ομάδας συνεργατών, και έναν μεγάλο, απροσπέραστο έρωτα.

Ερώτηση 2η: Πόσο, λοιπόν, καλύτερη ή χειρότερη είναι αυτή η κινηματογραφική «Vampire Academy» από την τηλεοπτική προγονή της, «Buffy the Vampire Slayer»;

α) καλύτερη – σαφώς πιο κινηματογραφική στη φύση της, με καλοκαρδισμένες, επιβλητικές τις σκηνές δράσης, υποβλητικό χτίσιμο τόσο των χαρακτήρων, όσο και των μεταξύ τους σχέσεων, και συναρπαστική χημεία μεταξύ – κυρίως – Ρόουζ (Ντόιτς) και Ντιμίτρι (Κοζλόβσκι), Λίσα (Φράι) και Κρίστιαν (Σέργουντ);

β) εξίσου καλή – με επίπεδο παραγωγής ισάξιο (τουλάχιστον) των καλύτερων σειρών τής νέας, γενναίας, μεγάλων διαστάσεων, τηλεοπτικής πραγματικότητας, εύστοχο συνταίριασμα πολλών και διαφόρων ειδών [περιπέτεια φαντασίας, δράμα, θρίλερ τρόμου, ρομαντική κομεντί, κωμωδία, (αυτο)σαρκαστική σάτιρα] και τίγκα στις εύστοχες ατάκες / αναφορές / σχόλια σε ό,τι εμβληματικά συμβαίνει τώρα στην pop κουλτούρα;

γ) χειρότερη – τα Στριγκόι με τα κόκκινα, φωσφορίζονται μάτια και τα ελαφρώς πασαλειμμένα με αίμα χείλη είναι πολύ (κατά λάθος) αστεία και καθόλου απειλητικά ή στοιχειωμένα (όπως τα οραματίστηκε και τα κοινωνεί με την πένα της η Μιντ);

δ) πολύ χειρότερη – με ποιότητα εικόνας και κινηματογράφησης σαν παραλίγο ερασιτεχνικής βιντεοταινίας του ’80, που δεν ξέρει ακριβώς ούτε τι είναι (αυστηρά ανήλικο, ρομαντικό παραμύθι, για την καινούργια γενιά κοριτσιών, που σώζονται μόνες τους καλύτερα, άνευ του πρίγκιπα με τη λαμπερή πανοπλία που τις ερωτεύεται έτσι και αλλιώς σφόδρα, καίρια αλληγορία για την όλο και πιο σκληρή, αδιάντροπα bullying, σχολική πραγματικότητα, ή σάτιρα / αυτοκριτική των πολλών κεφαλαίων και εκδόσεων saga Νεαρών Ενήλικων που μας κατακλύζουν τελευταία;), ούτε τι θέλει να πει;

Σωστή απάντηση: Το δ (με ολίγο από το γ). Κρίμα και άδικο. Γιατί το α λα Μιντ πρωτόλειο διαθέτει πολλές και εξαιρετικές δυνατότητες, για να γίνει αν όχι η αφετηρία μιας καλύτερης του «Twilight», ίσως και του «Χάρι Πότερ», σειράς ταινιών, τότε σίγουρα μια εξαιρετική, εθιστική, τέλεια ταιριασμένη στην εποχή της τηλεοπτική σειρά, δυνάμει ικανή να αφήσει τα «Vampire Diaries» να φάνε τη σκόνη της. Γιατί αν και ο τρόμος, το δράμα και η ασύλληπτα άτσαλα, άτεχνα, αναποτελεσματικά σκηνοθετημένη δράση (προφανώς, ο σκηνοθέτης των «Απίστευτη Παρασκευή», «Τα Κακά Κορίτσια» και «Ο Κύριος Πόπερ και οι Πιγκουίνοι του», δεν τη σκαμπάζει μία) καθόλου δε λειτουργούν, οι εύστροφοι χιουμοριστικοί διάλογοι βρίσκουν κάπου-κάπου διασκεδαστικά το στόχο τους, όπως και (σπανιότερα) η απολαυστική χημεία μεταξύ Ρόουζ και Ντιμίτρι, ή η αλληγορία περί σχολικού bullying. Γιατί οι Ντόιτς και Φράι δε χάνονται μέσα στη γενική, αποπροσανατολισμένη αναμπουμπούλα, βρίσκουν τον πυρήνα των χαρακτήρων τους και τους γειώνουν με σιγουριά και στο δράμα και στην κωμωδία. Καταφέρνουν έτσι, αν μη τι άλλο, να πλάσουν μια υποδειγματικά αληθινή (σπάνια ιχνηλατημένη στη μεγάλη ή στη μικρή οθόνη) γυναικεία φιλία ζωής.

Ερώτηση 3η: Τελικά ποιοι ή, πιο σωστά, ποιες θα περάσουν πραγματικά καλά με αυτή την ταινία;

α) οι 15χρονες (πάνω-κάτω) κορασίδες;

β) οι 15χρονες (πάνω-κάτω) κορασίδες, που έχουν ξεκοκαλίσει τα βιβλία της Μιντ;

γ) οι ανεξαρτήτως ηλικίας κορασίδες, που έχουν ξεκοκαλίσει τα βιβλία της Μιντ;

δ) οι γιαγιάδες, μαμάδες ή 40αρες κυρίες, που αναζητούν ένοχες, «παλιμπαιδίστικες» απολαύσεις;

Σωστή απάντηση: Το β. Αποκλειστικά και μόνο.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Όπως είπε ο συνάδελφος του Entertainment Weekly, Όουεν Γκλάιμπερμαν, «αν δε βρίσκεσαι στο απόλυτο κέντρο τού στοχευόμενου κοινού, μια ταινία σαν αυτή μπορεί να ρουφήξει τη ζωή από μέσα σου».


MORE REVIEWS

INCEPTION

Ένας «ονειρο-κλέφτης», που αντλεί πληροφορίες από τα θύματά του ενώ κοιμούνται και κατόπιν τις πουλά στους πελάτες του έναντι αδράς αμοιβής, δέχεται την πρόκληση να αντιστρέψει τη συνήθη διαδικασία και να «φυτεύσει» μία ιδέα στο υποσυνείδητο ενός πολυεκατομμυριούχου CEO.

ΤΟ ΤΡΕΝΟ ΘΑ ΣΦΥΡΙΞΕΙ ΤΡΕΙΣ ΦΟΡΕΣ

Ένας σερίφης θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια παλιά του Νέμεση, όταν ένας κακοποιός θελήσει να τον εκδικηθεί για όλα τα χρόνια που πέρασε στη φυλακή εξαιτίας του.

ΟΙ ΕΥΧΟΥΛΗΔΕΣ 2: ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑ

Η μόνιμα αισιόδοξη πριγκίπισσα Πόπι, ο ορθολογιστής Μπραντς και οι υπόλοιποι Ευχούληδες επιστρέφουν για ακόμη μία περιπέτεια που θα καθορίσει την ύπαρξή τους. Αυτή τη φορά, ο κίνδυνος έρχεται από μια άλλη φυλή... Ευχούληδων!

ΓΑΤΑ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ

Σε εργατική πολυκατοικία του νότιου Λονδίνου αρχιτεκτόνισσα εκ Βουλγαρίας με μικρό παιδί και άνεργο αδελφό, η οποία έτσι κι αλλιώς τα φέρνει δύσκολα βόλτα, έχει ν’ αντιμετωπίσει μία αναγκαστική όσο και πανάκριβη κτηριακή ανακαίνιση, αλλά κυρίως την οργή των γειτόνων της για έναν γάτο που χάθηκε.

Η ΠΑΡΘΕΝΟΣ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Στον παραδοσιακά «πύρινο» ισπανικό Αύγουστο, η σχεδόν 33χρονη Εύα αποφασίζει να μείνει στο σπίτι ενός γνωστού της στη Μαδρίτη, ο οποίος της το αφήνει για όλο το διάστημα αυτού του καλοκαιρινού μήνα. Μέσα σε τούτη την ιδιότυπη περίοδο τριάντα ημερών, θα πετύχει παλιούς φίλους, σχέσεις που είχε αφήσει στη λήθη του παρελθόντος, αλλά και νέα πρόσωπα.