FreeCinema

Follow us

ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΨΑΡΙ (2014)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα Υποκόσμου
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γιάννης Οικονομίδης
  • ΚΑΣΤ: Βαγγέλης Μουρίκης, Βίκυ Παπαδοπούλου, Πέτρος Ζερβός, Γιάννης Τσορτέκης, Γιώργος Γιαννόπουλος, Γιάννης Αναστασάκης
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 137'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD

Πρώην φυλακόβιος που εργάζεται τίμια για τα προς το ζην σε αρτοποιία, κρατάει επαφή με το παρελθόν του εκτελώντας συμβόλαια θανάτου. Για να ξεπληρώσει το χρέος του σε αρχινονό που τον προστάτεψε «μέσα», τώρα ο Στράτος συμμετέχει στην οργάνωση ενός παράτολμου σχεδίου απόδρασης του πρώτου. Τι μπορεί να στραβώσει;

Ο Γιάννης Οικονομίδης πάσχει από το σύνδρομο «Νίκος Νικολαΐδης». Το οποίο είναι ένα μεγάλο κομπλιμέντο από τη μια, αλλά και μια μεγάλη κατάρα από την άλλη. Δε μιλάμε για συγγένειες στη φόρμα ή τη θεματολογία. Μιλάμε για μια εμμονική προσήλωση σε φιλμικούς κόσμους. Για τον Οικονομίδη, το πλαίσιο δράσης των ταινιών του εντοπίζεται σε μια… «εκτός συνόρων» καθημερινότητα για τον μέσο θεατή, έναν «ξένο» και διόλου φιλόξενο τόπο λούμπεν αποχρώσεων, με δική του γλώσσα (που δε διαφοροποιείται τόσο από τη συχνότητα με την οποία υβρεολογούν οι χαρακτήρες αλλά από τις ριπές επαναληπτικότητας των ατακών, μια σχεδόν απεγνωσμένη βιαιότητα στο λόγο) και ροπή προς την εγκληματικότητα. Είναι ένας κόσμος που δε θέλεις να έχεις στη δική σου γειτονιά, αποφεύγεις να γνωρίζεις και την ύπαρξή του ακόμη, αλλά φοβάσαι. Φοβάσαι ότι μπορεί να κυκλοφορεί γύρω σου και «κλείνεσαι» έξω από αυτόν, ενώ εκείνος, παραδόξως, διευρύνεται και θέλει να μπει στα δικά σου λημέρια. Θέλει να κατακτήσει μεγαλύτερο κομμάτι από τη ζωή που κάνεις εσύ. Δε θέλει να είναι πάντα το… «Μικρό Ψάρι».

Είναι σαφές ότι ο Οικονομίδης είναι ένας από τους καλύτερους σκηνοθέτες που έχει η Ελλάδα σήμερα. Και δε χρειάζεται να παίρνει σβάρνα τα ξένα φεστιβάλ για να το διαλαλεί παντού. Το πρώτο μέλημα πρέπει να είναι η εγχώρια αναγνώριση. Γιατί αν δεν κερδίσεις το δικό σου κοινό, πού να τις βάλεις τις «δάφνες»… Στην τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία του, λοιπόν, έρχεται στα μέτρα τής «Ψυχής στο Στόμα» καλλιτεχνικά, όμως, με ένα πολύ πιο γερό σενάριο, φουλαρισμένο από υποπλοκές, ανατροπές και λογαριασμούς που κλείνουν με μπέσα. Είναι ένα κινηματογραφικό σενάριο (ακόμη ένα σπάνιο ή προς εξαφάνιση είδος στην Ελλάδα…). Το απολαμβάνεις να ξετυλίγεται μπροστά σου και έχεις, από την αρχή, τη σιγουριά πως ο σκηνοθέτης που το «εκτελεί» ξέρει τη δουλειά του. Επιτέλους, δηλαδή!

Το «Μικρό Ψάρι» ανοίγει μέτωπα από παντού για το Στράτο, τον κεντρικό ήρωα του Οικονομίδη, που κουβαλάει πάνω του τα στερεότυπα του μοναχικού, λιγομίλητου τύπου, με τις δικές του αξίες για τη ζωή, δίπλα σε έναν οχετό ανθρώπων που ξοφλάνε το είδος τους. Δεν υπάρχουν «βιτρίνες» εδώ. Η λέρα απεικονίζεται στην πιο ρεαλιστική ηθική κατάπτωσή της και τρομάζει ακόμη κι έναν ήρωα που έχει αποδεχθεί το έγκλημα και το φόνο στην καθημερινότητά του. Κατά βάθος, γνωρίζει πως εκτελεί… εξαγνιστικά. Είναι σίγουρος πως τα θύματά του το άξιζαν και πως έτσι καθαρίζει λιγάκι ο τόπος. Είναι, όμως, ανίκητος αυτός ο κόσμος, οι κακοί δεν τελειώνουν ποτέ, είναι πολύ περισσότεροι, ξέρουν να ελίσσονται μέσα από διπλούς ρόλους, προδίδουν με μεγαλύτερη άνεση, μπορεί να του την έχουν στημένη από παντού. Και αυτό δίνει έναν υπόγειο, ελεγειακό τόνο στο φιλμ. Μια μελβιλική χροιά που σε υποψιάζει για το φινάλε.

Ο Οικονομίδης είναι ένας σκηνοθέτης που ξέρει να δουλεύει με ηθοποιούς. Ξέρει πού θέλει να τους πάει. Σα να τους έχει «γεννήσει». Ακόμη κι όταν δεν έχουν σχεδιαστεί πλήρως ως χαρακτήρες, οι ρόλοι εδώ αποκτούν τη δική τους φιγούρα, που εξυπηρετεί τη δημιουργία αυτού του φιλμικού (ή και αληθινού) κόσμου. Είναι μια πινακοθήκη ανθρώπων που θα μπορούσε να έχει ξεπηδήσει από comic, με κέντρο βάρους το Στράτο, τον οποίο ο Βαγγέλης Μουρίκης ζωντανεύει με μια εντελώς δική του εσωτερικότητα, ένα βρασμό σιγής και μια καθαρότητα λαϊκή, όχι ακριβώς ηττημένη αλλά σίγουρα μπροστά σε έναν ηθικό γκρεμό. Όπισθεν δεν έχει. Εκεί ή βουτάς μόνος ή τους παίρνεις όλους μαζί σου.

Πέραν των ηθοποιών (με μικρές εκπλήξεις μέσω των εμφανίσεων της Σόνιας Θεοδωρίδου και της Πόπης Τσαπανίδου, ειδικά), η αρτιότητα στην παραγωγή φωνάζει. Ο Δημήτρης Κατσαΐτης φωτίζει τα πάντα εξαιρετικά, χωρίς διάθεση να αποτίσει φόρο τιμής στο νουάρ, ενώ ο Γιάννης Χαλκιαδάκης στο μοντάζ υπηρετεί την οικονομία της αφήγησης του Οικονομίδη, ένα χάρισμα γνωστό, πλέον. Φυσικά, πρέπει να υπάρχει και ένας αντίλογος, που θα κάνει κάποιους πιο… παρατηρητικούς να «κλωτσήσουν»: η μανιέρα του διαλόγου και της επανάληψης (χωρίς να στέκομαι στο σήμα κατατεθέν υβρεολόγιο, συντηρητικός δεν είμαι) μπορεί να χρεωθεί και ως αδυναμία στη γραφή, η minimal σύνθεση του Μπάμπη Παπαδόπουλου (από τις Τρύπες) είναι σωστή επιλογή, όμως, «φοριέται» λίγο περισσότερο απ’ όσο πρέπει και το ψυχρό στακάτο των ρυθμών παίρνει στο λαιμό του (και μονταζιακά) το σασπένς που είχαν ανάγκη κάποιες ανατροπές στην πλοκή (η διάρκεια της σκηνής στην ταβέρνα, για παράδειγμα, αποκλιμακώνει την ένταση της ανησυχίας για την εξέλιξη που έχεις φανταστεί από νωρίς).

Δε χωρά αμφιβολία, όμως. Βρισκόμαστε μπροστά στην καλύτερη ελληνική ταινία της σεζόν, σε ό,τι πιο ολοκληρωμένο κινηματογραφικά και σύγχρονο είδαμε από την εγχώρια παραγωγή τον τελευταίο καιρό, που φέρνει ξανά, δυναμικά στο προσκήνιο το σινεμά του Οικονομίδη. Ένα σινεμά το οποίο ξεφεύγει από το ανθυποείδος της φεστιβαλικής «παραξενιάς» που μας έχει φλομώσει από την εποχή τού «Κυνόδοντα» και μετά. Πάει, πέρασε αυτό, παιδιά, κατεβείτε από το τρένο (εκτός κι αν αγαπάτε τον ευρωπαϊκό τουρισμό, πάσο…)! Τώρα, οι «φίλοι» τού Οικονομίδη μπορούν επίσης να τον κατηγορήσουν για στατικότητα. Αλλά υπάρχει κι εκείνο το λαϊκό ρητό με τη βούρτσα και την πούτσα…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Αν έχεις ξαναδεί ταινία τού Γιάννη Οικονομίδη, γνωρίζεις ήδη την απάντηση. Ναι, είναι για σένα και είναι μια επιστροφή στο επίπεδο της «Ψυχής στο Στόμα», με μια πιο πλούσια ιστορία και πλοκή που θα σε κρατήσει (χωρίς να κοιτάς το ρολόι…). Δεν είναι για σένα αν ζεις σε μια «φούσκα» και νομίζεις πως αυτός ο κόσμος δεν είναι ρεαλιστικός. Δεν είναι για σένα αν είσαι του σαλονιού και της ψευτομπουρζουαζίας. Δεν είναι για σένα αν υποτιμάς την αξία της κινηματογραφικής αφήγησης, πόσω μάλλον στο ελληνικό σινεμά (της κακουχίας).


MORE REVIEWS

ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΖΕΥΓΑΡΙΩΝ

Με φόντο τον κόσμο των εκδόσεων βιβλίων στο Παρίσι, δύο άνδρες (ο ένας εκδότης, ο άλλος συγγραφέας) αντιμετωπίζουν την κρίση της μέσης ηλικίας μέσα από αδιέξοδες σχέσεις απιστίας.

ΜΝΗΜΕΣ ΦΟΝΩΝ

Σε μια μικρή πόλη της Νότιας Κορέας, το 1986, δύο ντετέκτιβ αγωνίζονται, δίχως επαρκή στοιχεία ή αυτόπτες μάρτυρες, να εντοπίσουν έναν κατά συρροήν δολοφόνο γυναικών.

ΣΚΥΛΟΣ ΠΟΥ ΓΑΒΓΙΖΕΙ

Σκύλος που γαβγίζει δεν δαγκώνει. Σκύλος που ούτε γαβγίζει, ούτε δαγκώνει; Μπορεί να είναι και γκουρμεδιά, που όμως κάποιους τους... λιγώνει. Ας γίνει της Κορέας!

ΟΙ ΑΤΑΙΡΙΑΣΤΟΙ

Τρόφιμος ψυχιατρικού ιδρύματος ισχυρίζεται πως στην πραγματικότητα είναι ο υπερπράκτορας των πέντε ηπείρων και των επτά θαλασσών, με κωδικό όνομα «Το Λιοντάρι». Όταν η αρραβωνιαστικιά του γιατρού που τον κουράρει πέφτει θύμα απαγωγής, ο απελπισμένος ντόκτορ θα καταφύγει στη βοήθειά του. Θα βρυχηθούν;

ΜΗΤΕΡΑ

Μια μητέρα θα προσπαθήσει ν’ ανακαλύψει τον δολοφόνο ενός κοριτσιού, σε μία απελπισμένη προσπάθεια να αθωωθεί ο γιος της, ο οποίος έχει συλληφθεί ως ο υπ’ αριθμόν ένα ύποπτος του απεχθούς εγκλήματος.