FreeCinema

Follow us

ΚΥΝΟΔΟΝΤΑΣ (2009)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γιώργος Λάνθιμος
  • ΚΑΣΤ: Χρήστος Στέργιογλου, Αγγελική Παπούλια, Μαίρη Τσώνη, Μισέλ Βάλεϊ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 94’
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD

Ένας πατέρας. Μια μητέρα. Τρία παιδιά. Κι ένας ψηλός φράχτης.

Ξέχνα την έννοια της σύνοψης για ένα έργο. Ξέχνα το χώρο και το χρόνο. Ξέχνα τη μητρική σου γλώσσα. Ξέχνα όσα συμβαίνουν γύρω σου ή έξω από τέσσερις τοίχους. Κράτα την ανάμνηση του πρότυπου επιμόρφωσης για κάθε ρόλο μας σε τούτη την κοινωνία. Λέγεται οικογένεια. Είναι το μοναδικό πράγμα που ισχύει και στον κόσμο του «Κυνόδοντα».

Δε χρειάζεται να περάσει αρκετή ώρα για ν’ αφοσιωθείς σ’ αυτό τον καινούριο κόσμο. Τα πράγματα, αρχικά, δείχνουν ευχάριστα. Τα παιδιά ψυχαγωγούνται ή αθλούνται διαρκώς, η κάθε νέα λέξη που μαθαίνουν για να εμπλουτίσουν τις γνώσεις τους έχει μια εντελώς λάθος επεξήγηση (η οποία ηθελημένα προκαλεί το γέλιο του θεατή), ο γιος έχει το δικό του σεξουαλικό παιχνίδι στο πρόσωπο της Χριστίνας, που δουλεύει security στο εργοστάσιο του πατέρα, ενώ οι δύο αδελφές του εντρυφούν σε διάφορες μορφές τρυφερού… γλειψίματος. Είναι, δηλαδή, προφανές πως κάτι δεν πάει καλά μ’ αυτή την οικογένεια. Καθώς αποκαλύπτονται όλο και περισσότερες αρχές που αφορούν σε συμπεριφορές και συνύπαρξη αποκλειστικά και μόνο εντός της οικίας της, εγκαταλείπουμε τις όποιες προβλέψιμες συγκρίσεις μ’ ένα μπουνιουελικό, σουρεαλιστικό σύμπαν που αστειεύεται στην παραμικρή έμφαση αλληγορίας και αφηνόμαστε στο παρθένο μονοπάτι της κινηματογραφικής εμπειρίας που πλάθει ο Γιώργος Λάνθιμος, αναζητώντας κατά διαστήματα μια συγγένεια με την κοινή λογική, το ανθρώπινα βιωμένο και τα όποια κοινωνικά στερεότυπα. Ανάλογα με την επαφή που θα έχετε με όλα αυτά, έτσι και θα αποκωδικοποιήσετε τον «Κυνόδοντα».

Κανείς δε σκοπεύει να εξουδετερώσει το υποκειμενικό σε τούτο το φιλμ. Οι προοπτικές απλώνονται προς κάθε κατεύθυνση. Ο «Κυνόδοντας» μπορεί να είναι ένα κλινικά ψυχρό έργο για τη φρίκη του θεσμού της οικογένειας, που δεν τολμά ν’ ακουμπήσει το θέμα του με ρεαλιστικό τρόπο για να μην επιτρέψει την ταύτιση, να μην ανοίξει τα δικά σου τραύματα «ιδρυματισμού» από το παρελθόν του εγκλεισμού σου εκεί. Μπορεί να εκφράζει την άρνηση απέναντι στη διαιώνιση των ευθυνών και ρόλων ενός οικογενειάρχη on the making, ο οποίος επιλέγει την οδό ενός ψυχαναγκαστικού θρίλερ. Μπορεί να είναι ένα οριακά μελλοντολογικό σχόλιο πάνω στη φυγή και την απομόνωση από οτιδήποτε κι αν ήταν αυτό που πρώτα δημιουργήσαμε και εξαπλώσαμε σαν τέρας κι ύστερα κρυφτήκαμε μακριά του, σα μοναδική επιλογή σωτηρίας και ασφάλειας. Μπορεί να είναι μια νοσηρή φαντασία, πέρα από το ευκόλως εννοούμενο και ορατό, όπου κανείς δεν είναι μέλος μιας πραγματικής οικογένειας και οι υποτιθέμενοι γονείς απάγουν και μεγαλώνουν υπό τους δικούς τους νόμους και ψυχώσεις αυτιστικά όντα που στα δικά μας μάτια μοιάζουν με εικοσάχρονα, μα, στην πραγματικότητα, πρόκειται για ανήλικα παιδιά. Μπορεί να είναι ένα βουνό από σενάρια πιθανοτήτων, τόσο ανοιχτά όσο και το φινάλε του, που θέλει να σου κλείσει το μάτι με αισιοδοξία ή να τραβήξει από τα ρουθούνια σου όσο οξυγόνο έχεις για να παραμείνεις στη ζωή.

Όπως κι αν «τη δεις», η ταινία του Γιώργου Λάνθιμου βρίσκει συχνότερα τα σύνορά της με το χώρο του φανταστικού, με ήρωες δίχως ονόματα, χθες, αύριο, τόπο και χρόνο, που με τη μορφή ανθρώπου και σε ρόλους γονέων και παιδιών ξέμειναν σε μια ιδανικά περιφραγμένη no man’s land, έξω από την οποία είσαι έρμαιο φρικτότερων κακών, όπως τα λυσσαλέα νύχια και δόντια του ανθρωποφάγου είδους της… γάτας! Προσωπικά, δε θέλω να πιστέψω σε τίποτε… κανονικό. Απλά, την κάθε φορά που θα παρακολουθώ ξανά τον «Κυνόδοντα», θα επιδιώκω ένα ολοκληρωτικό disconnect με το εγώ κι όσα εκείνο κουβαλάει, μεγαλώνοντας μαζί μ’ αυτή την οικογένεια, σαν δυσλειτουργικό μέλος της κοινωνίας της μεγάλης οθόνης.

Πέρα από την εξαιρετική πρωτοτυπία και τα ευρήματα του σεναρίου που υπογράφει ο Λάνθιμος μαζί με τον Ευθύμη Φιλίππου, τις γεωμετρικές συμφωνίες και τις late seventies αισθητικές εμμονές του σκηνοθέτη, τις καλοκουρδισμένες, σχεδόν στεγνές από συναίσθημα ερμηνείες από το σύνολο του καστ, μια παράξενα εκτυφλωτική γύμνια στο φως και τα χρώματα του Θύμιου Μπακατάκη (respect!) και τη σοφή μη χρήση score επικάλυψης, ο «Κυνόδοντας», ουσιαστικά, είναι αυτό που θα βρεις μέσα στο κεφάλι σου. Είναι αυτό που θα αναπνεύσει, θα σε απελευθερώσει ή θ’ απλώσει μέσα σου τη μαυρίλα ενός καρκίνου που θα σε κάνει να εύχεσαι να φύγεις όσο το δυνατόν γρηγορότερα από τούτη τη ζωή. Μαζί, όμως, είναι και η καλύτερη ελληνική ταινία των τελευταίων είκοσι χρόνων. Που μπορεί ν’ αντέξει ακόμη και χωρίς την ταυτότητά της. Γιατί είναι σινεμά.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Ναι, αν θέλεις να δεις ότι πιο μοντέρνο και ολοκληρωμένο έβγαλε αυτή η χώρα εδώ και δεκαετίες. Όχι, εάν το ελληνικό σινεμά είναι για σένα μονάχα μια ιστορία στρωτής αφήγησης, όπου στο τέλος όλοι καταλήγουν… στην ακρογιαλιά.


MORE REVIEWS

ΜΑΝΤΕΨΕ ΠΟΙΟΣ ΗΡΘΕ ΓΙΑ ΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΣΟΥ;

Η οικογενειακή μάζωξη για τον εορτασμό των εβδομηκοστών γενεθλίων της μαμάς παίρνει άβολη τροπή, όταν σε αυτήν καταφθάνει η ψυχολογικά ασταθής και εξαφανισμένη τα τελευταία χρόνια κόρη της.

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΤΡΥΠΙΑΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

Πρώην φίρμα του λαϊκού τραγουδιού, που τα πήρε κρανίο και τα γάμησε όλα στην Αθήνα, πλέον ζει στην επαρχία με καταχρεωμένο σκυλάδικο, γκρίνια μανούλας και παντρεμένη γκόμενα την οποία θέλει να «κλέψει». Εκείνη θα διαπράξει το τελευταίο κυριολεκτικά, αδειάζοντας 1.000.000 ευρώ από το χρηματοκιβώτιο του συζύγου της. Ο τελευταίος αναζητά το σκαστό ζευγάρι και ζητά τη βοήθεια της δικής του μανούλας…

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ

Ακόμα πληγωμένος από τον χωρισμό του με τη σύζυγό του, ο οξύθυμος και εθισμένος στο αλκοόλ Τζακ Κάνινγκχαμ δέχεται την πρόσκληση να γίνει ο προπονητής της ομάδας basketball του παλιού του σχολείου, στο οποίο ο ίδιος είχε διαπρέψει ως αθλητής και παίκτης. Θα βρει έτσι τον δρόμο για τη σωτηρία του;

ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΝΕΡΑ

Ένας μεγαλοδικηγόρος τα βάζει με μία από τις μεγαλύτερες αμερικανικές εταιρείες χημικών όταν συνειδητοποιεί το μέγεθος και την έκταση της περιβαλλοντικής ζημιάς που αυτή έχει προκαλέσει επί δεκαετίες.

ΦΥΓΑΜΕ

Σε ένα φανταστικό σύμπαν που θυμίζει αρκετά τη δική μας καθημερινότητα, δύο έφηβα αδέλφια… ξωτικά έχουν λιγότερο από 24 ώρες ώστε να ολοκληρώσουν ένα ξόρκι και να δουν τον νεκρό τους πατέρα για μια τελευταία φορά.