FreeCinema

Follow us

ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΜΑΣ (2018)

(NOS BATAILLES)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γκιγιόμ Σενέζ
  • ΚΑΣΤ: Ρομέν Ντουρίς, Λετισιά Ντος, Λορ Καλαμί, Σαρά Λε Πικάρ, Λουσί Ντεμπέ, Ντομινίκ Βαλαντιέ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 98'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ONE FROM THE HEART

Στο σπίτι στοργικός πατέρας, στη δουλειά ευσυνείδητος εργαζόμενος. Η γυναίκα του τον παρατάει σύξυλο άνευ διάθεσης επιστροφής. Μόνος, πλέον, μπορεί να τα φέρει βόλτα;

Δεύτερη μεγάλη μήκους ταινία για τον Βέλγο σκηνοθέτη και σεναριογράφο Γκιγιόμ Σενέζ, με την οποία συνεχίζει να κινείται σε παρόμοιου κοινωνικού προβληματισμού πλαίσιο μ’ εκείνο του πολυβραβευμένου στην πατρίδα του (και απρόβλητου στα μέρη μας) ντεμπούτου του «Keeper» (2015). Εκεί ένα ζεύγος εφήβων ανακάλυπτε πως πρόκειται ν’ αποκτήσει παιδί, γεγονός που το έφερνε αντιμέτωπο με πολυποίκιλα οικογενειακά προβλήματα. Ο βέλγικος κοινωνικός ρεαλισμός υπάρχει και στους «Αγώνες Μας», συνεπικουρούμενος εδώ από ένα εργασιακού τύπου δράμα, κοντά στο πνεύμα των αντίστοιχων φιλμ του Κεν Λόουτς. Για όσους έχουν αρχίσει ήδη να… λούζονται με κρύο ιδρώτα από τον προαναφερθέντα συνδυασμό, καθησυχαστικά αναφέρουμε πως ο Σενέζ εξετάζει υπό μια ουμανιστική μεν, φωτεινή κατά το δυνατόν οπτική το στόρι του, παρουσιάζοντας με πειστικό τρόπο το προφίλ ενός καθημερινού ανθρώπου. Σε ό,τι έχει να κάνει, δε, με την πλοκή των γονεϊκών καθηκόντων που αναλαμβάνει από μόνος του πια ο πατέρας, αυτή θυμίζει περισσότερο ένα «Κράμερ Eναντίον Κράμερ» (1979) άνευ δικαστικής διαμάχης, παρά τους έχοντες δέκα ντοκτορά στο θέμα «μελοδραματισμός και οίκτος» συμπατριώτες του αδελφούς Νταρντέν.

Ο Ολιβιέ είναι επικεφαλής τμήματος σε αποθήκη εταιρείας ηλεκτρονικού εμπορίου. Προσπαθεί πάντα να διασφαλίσει τις καλύτερες συνθήκες εργασίας για τους συναδέλφους του, κάτι που τον φέρνει σε συχνή αντιπαράθεση με την προϊσταμένη του. Δουλεύει από το πρωί ώς το βράδυ, κάτι που του επιτρέπει να βλέπει την επίσης εργαζόμενη (σε εμπορικό κατάστημα ρούχων) γυναίκα του ελάχιστα, παρομοίως και τα δύο ηλικίας δημοτικού σχολείου παιδιά τους. Όταν μια μέρα η σύζυγός του εξαφανίζεται χωρίς να δώσει καμία απολύτως εξήγηση, είτε σε αυτόν είτε σε οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο από τον κύκλο τους, ο Ολιβιέ θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια καθόλου εύκολη κατάσταση. Το διάβασμα των παιδιών και τα πηγαινέλα στο σχολείο θα πρέπει να συνδυαστούν με την ολοένα και πιο απαιτητική δουλειά του, μαζί με την προσπάθεια να ανακαλύψει τους λόγους της εγκατάλειψής του από τη γυναίκα του. Η αδελφή του καταφθάνει προσφέροντας (αρχικά) πολύτιμη και καλοδεχούμενη χείρα βοηθείας στον κεραυνόπληκτο πατέρα, όμως το ουδέν μονιμότερον του προσωρινού δεν μπορεί να σταθεί ως λύση για τον ηθικό και δίκαιο Ολιβιέ.

Η αυτοκτονία ενός φίλου συναδέλφου, τον οποίο δεν μπόρεσε να γλυτώσει από την απόλυση, η άγνοιά του για τα ψυχολογικά προβλήματα της συζύγου του (που μεταξύ άλλων στάθηκαν αιτία να τεθεί σε κίνδυνο η υγεία του γιου τους), καθώς και η άρνηση της αστυνομίας να ανοίξει φάκελο για την υπόθεσή της αφού δεν πρόκειται παρά για τυπική περίπτωση οικειοθελούς εγκατάλειψης, υποδεικνύουν στον Ολιβιέ με σαφή τρόπο πως δεν μπορεί συνεχώς να βρίσκει λύσεις σε κάθε πρόβλημα, όσο κι αν οι προθέσεις του είναι πάντα ευγενικές, τόσο σε οικογενειακό όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο. Η εξωστρεφής αδελφή του προσπαθεί να του τονώσει το ηθικό παρακινώντας τον να προχωρήσει μπροστά στη ζωή του, είναι ιδιαίτερα αγαπητή στα ανίψια της, όμως η αληθινή μητέρα τους είναι εκείνη που θ’ αποζητούν πάντα τα παιδιά.

Ο Σενέζ εγκαταλείπει γρήγορα το αρχικό «μυστήριο» της εξαφάνισης (το οποίο φέρνει στον νου το σινεμά του Κλοντ Σαμπρόλ), αφού ο Ολιβιέ σχεδόν άμεσα συνειδητοποιεί το μάταιο των ελπίδων του για μια πιθανή επιστροφή, επικεντρώνοντας έτσι στην κλιμακούμενη προσπάθειά του να γεμίσει το κενό της συζυγικής απουσίας τόσο σε αισθηματικό, όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο (με φίλη από τον χώρο της εργασίας του και την αυξανόμενη συνδικαλιστική του δράση, αντίστοιχα). Τα καταφέρνει καλύτερα στο πρώτο εκ των δύο tableaux, στο οποίο μοιράζει παράλληλα και ισομερώς το στόρι του, παρουσιάζοντας εύστοχα τις ανασφάλειες και τα άγχη που αντιμετωπίζει ένας σαραντάρης πατέρας βλέποντας τον «ασφαλή» κόσμο που μέχρι πρότινος θεωρούσε δεδομένο να γκρεμίζεται μέσα σε μια στιγμή. Οι αφοπλιστικοί tête-à-tête αδελφικοί διάλογοι είναι αρκούντως ενδελεχείς, εξετάζοντας την ιδιοσυγκρασία του Ολιβιέ σε σχέση με το οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο ο ίδιος μεγάλωσε, σε ό,τι αφορά όμως τους εντός δουλειάς αγώνες του το σενάριο αφήνει αναπάντητα ερωτήματα προτάσσοντας παράλληλα μια εύκολη και ενίοτε βολική αντιμετώπιση του σύγχρονου δυσμενούς περιβάλλοντος εργασίας (για παράδειγμα, η τροπή που παίρνει λίγο πριν το φινάλε η σχέση του με την προϊσταμένη του). Είναι δείγμα τούτο μιας σκηνοθετικής προσέγγισης που ίσως αποφεύγει να κρίνει, προτιμώντας περισσότερο να παρατηρεί, κάτι που αφαιρεί αρκετά σε δυναμική από τον χαρακτήρα του Ολιβιέ, τουλάχιστον στο επαγγελματικό πεδίο δράσης του. Ο βαθύς ανθρωπισμός του, όμως, τα ελαττώματά του, αλλά και η αίσθηση δικαιοσύνης σε κάθε πτυχή της καθημερινότητάς του, τον κάνουν να είναι ένας πέρα για πέρα αληθινός χαρακτήρας, που σε ευρύτερο πρίσμα σπάνια συναντάμε πια στο σύγχρονο γαλλόφωνο σινεμά.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Έντιμος συνδυασμός οικογενειακού δράματος και ιστορίας εργατικής αλληλεγγύης, που σε ό,τι αφορά το πιο πετυχημένο πρώτο σκέλος πατά σε αμερικανικά πρότυπα, ενώ το κάπως ανολοκλήρωτο δεύτερο κινείται στο στυλ του Κεν Λόουτς της δεκαετίας του ‘90. Οι ενήλικοι φίλοι του γαλλικού (και όχι μόνο) κινηματογράφου μπορούν να σπεύσουν. Καλοδεχούμενη η επιστροφή του Ρομέν Ντουρίς σε αξιόλογους πρωταγωνιστικούς ρόλους, μετά από μια σειρά ατυχών επιλογών.


MORE REVIEWS

Η ΦΩΛΙΑ

Υπερφιλόδοξος entrepreneur ζητά από την οικογένειά του να μετακομίσουν στην πατρίδα του, την Αγγλία, για να κυνηγήσει μεγάλη επαγγελματική ευκαιρία. Στα ξαφνικά, θα βρεθούν να κατοικούν σε εξοχική έπαυλη και υπεράνω των δυνατοτήτων τους, με την κρίση να τους πλησιάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα…

ΘΑ ΕΡΘΕΙ Η ΦΩΤΙΑ

Έχοντας εκτίσει μεγάλο μέρος της ποινής του, ο Άμαντορ αιφνιδιάζει τους κατοίκους του χωριού του, βγαίνοντας από τη φυλακή πριν από την ώρα του. Επιστρέφοντας στο σπίτι της γηραιάς μητέρας του, θα αντιμετωπίσει μονάχα την ψυχρότητα αυτής της μικρής κοινωνίας που δεν θέλει να σχετίζεται με έναν εμπρηστή.

Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ

Χάνοντας τους γονείς της από επιδημία χολέρας, η δεκάχρονη Μέρι αφήνει την Ινδία της δεκαετίας του ’50, ώστε να ζήσει στην έπαυλη του θείου της, στο Γιόρκσαϊρ της Αγγλίας. Εκεί θ’ ανακαλύψει τα πολλά κρυμμένα μυστικά του σπιτιού και θα δώσει νέα πνοή στο «μαραμένο» περίγυρο της.

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΜΑΣ

Δεκαπέντε χρόνια μετά τις σοβαρότατες απώλειες του Δευτέρου Παγκοσμίου, μια γυναίκα θα έρθει και πάλι αντιμέτωπη με το εφιαλτικό παρελθόν, όταν πιστέψει πως ο γείτονάς της είναι ο αξιωματικός των SS που την είχε κακοποιήσει βάναυσα λίγο πριν το τέλος του μεγάλου πολέμου.

ANTEBELLUM: Η ΕΚΛΕΚΤΗ

Οι ζωές μιας μαύρης σκλάβας σε βαμβακοφυτεία του Νότου στον 19ο αιώνα και μιας μαύρης κοινωνιολόγου και διακεκριμένης συγγραφέως στο παρόν πρόκειται να συναντηθούν με έναν (ελαφρώς) αναπάντεχο τρόπο.