FreeCinema

Follow us

MUDBOUND: ΔΑΚΡΥΑ ΣΤΟΝ ΜΙΣΙΣΙΠΗ (2017)

(MUDBOUND)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ντι Ρις
  • ΚΑΣΤ: Κάρεϊ Μάλιγκαν, Γκάρετ Χέντλαντ,Τζέισον Κλαρκ, Τζέισον Μίτσελ, Μέρι Τζέι Μπλάιτζ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 134'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD

H ιστορία δύο οικογενειών, των λευκών γαιοκτημόνων και των μαύρων αγροτών σε μια φάρμα στον Μισισιπή στη λήξη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, κατά τη διάρκεια του οποίου γνωρίστηκαν και συμπολέμησαν δύο νέοι από την κάθε οικογένεια.

Αίμα, δάκρυα, ιδρώτας και λάσπη, πολλή λάσπη (όπως άλλωστε περιγράφει και ο αυθεντικός τίτλος), συνθέτουν την ταινία που βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Χίλαρι Τζόρνταν. Οι ιστορίες των δύο οικογενειών στον ξεδιάντροπα ρατσιστικό αμερικανικό Νότο είναι αμφότερες βουτηγμένες στον πόνο και τη λάσπη, και παρ’ όλες τις μεταξύ τους κοινωνικές διακρίσεις, κουβαλούν παράλληλα συνυφασμένες απανωτές τραγωδίες.

Η ταινία ξεκινά με ένα flash-forward της τελικής σκηνής, για να ξετυλίξει την ώς τότε ιστορία αμέσως μετά. Η πλοκή αρχικά επικεντρώνεται στη Λόρα, μια καλλιεργημένη μεσοαστή που παντρεύεται με προξενιό τον Χένρι, έναν απλοϊκό αλλά κατά βάθος καλοκάγαθο άνδρα, ο οποίος (χωρίς να ενημερώσει τη σύζυγό του από πριν) αγοράζει μια φάρμα και μετακομίζει με την οικογένειά τους στην απομονωμένη και σαραβαλιασμένη περιοχή του Δέλτα του Μισισιπή. Την ίδια περίοδο, ο νεότερός του αδελφός, Τζέιμι, γοητευτικός, πιο «καλλιτεχνικής» στόφας και με επικινδύνως πολλά κοινά ενδιαφέροντα με τη Λόρα, επιστρέφει από τον πόλεμο και σύντομα εμφανίζεται κι εκείνος στη φάρμα, ερχόμενος άμεσα σε αντιπαράθεση με τον τυραννικό, καταπιεστικό και γενικώς «σκατόψυχο» πατέρα τους, που μένει κι εκείνος μαζί τους. Ο Τζέιμι, πίσω από το γενναίο προσωπείο που βάζει για την οικογένειά του, κρύβει μια πληγωμένη ψυχή, πάσχοντας από μετατραυματικό stress, απόρροια των πολεμικών του εμπειριών. Εκτός της Λόρα, ο μόνος άλλος που τον κατανοεί είναι ο νεαρός Ρονζέλ, ο μεγαλύτερος γιος του σογιού των μαύρων αγροτών της φάρμας, ο οποίος αναπτύσσει μια ειλικρινή φιλία με τον Τζέιμι, εν μέσω των δογματικά ρατσιστικών κανόνων και συμπεριφορών της περιοχής αλλά και ορισμένων μελών της οικογένειας του δεύτερου. Ο Ρονζέλ ελπίζει (μάταια) πως η υπηρεσία του στον πόλεμο θα τον κάνει ισάξιο στα μάτια των συμπολιτών του (ειδικά εφόσον έχει ζήσει αντιρατσιστικές συμπεριφορές σε άλλα μέρη του κόσμου, όπως μαρτυρούν τα απαραίτητα flashback), όμως επιστρέφει στην πατρίδα του αντιμετωπίζοντας τις ίδιες συνθήκες που άφησε πίσω του. Την ίδια στιγμή, η πολυμελής οικογένειά του αποδέχεται πιο στωικά την κατάσταση των πραγμάτων, προσπαθώντας να καταπολεμήσει τη φτώχεια και να περάσει μια όσο γίνεται πιο ευτυχισμένη ζωή.

Η σκηνοθέτης Ντι Ρις διασκευάζει σεναριακά το βιβλίο της Τζόρνταν σε συνεργασία με τον Βέρτζιλ Γουίλιαμς, φιλοδοξώντας σε μια επική ταινία για ιστορίες του παρελθόντος που όμως δυστυχώς αντηχούν και στη σημερινή εποχή, σχεδόν 75 έτη μετά τη χρονιά στην οποία εκτυλίσσονται (το βιβλίο της Τζόρνταν πρωτοεκδόθηκε το 2008). Σκηνοθετικά, η Ρις κάνει μια αξιοπρόσεκτη, στιβαρή δουλειά, μοιράζοντας τον αφηγηματικό χρόνο ισότιμα μεταξύ των δύο οικογενειών, ενώ η Ρέιτσελ Μόρισον έγινε πλέον η πρώτη γυναίκα διευθύντρια φωτογραφίας η οποία διεκδικεί Όσκαρ στην ιστορία του θεσμού – κι ενώ είναι σοκαριστικά καθυστερημένη ως τιμή από την πλευρά της Αμερικανικής Ακαδημίας, η Μόρισον είναι επάξια της υποψηφιότητάς της, κινηματογραφώντας υπέροχα, με επική μελαγχολία και σχεδόν ελεγειακούς τόνους, τα απέραντα, μουντά τοπία της φάρμας και τα σκοτεινά εσωτερικά πλάνα των σπιτιών των οικογενειών, που αντικατοπτρίζουν και προοιωνίζονται (πολλές φορές) το σκοτάδι της ίδιας τους της ύπαρξης.

Η Ρις, μια από τις ελάχιστες ώς τώρα επιτυχημένες μαύρες σκηνοθέτιδες (ακόμα πιο σπάνιος συνδυασμός!), προσπαθεί να παραδώσει ένα σκληρό αλλά ειλικρινές μάθημα αμερικάνικης Ιστορίας και ενώ γενικώς κρατά καλά τις ισορροπίες μεταξύ των δύο οικογενειών, είναι στιγμές που μετατρέπει τη σκιαγράφηση της μαύρης εξ αυτών σε αγιογραφία, την ίδια στιγμή που ο ηλικιωμένος λευκός πατέρας γίνεται προσωποποίηση του διαβόλου, μια καρικατούρα που μαζεύει πάνω της ό,τι σκάρτο υπάρχει στην ανθρώπινη φύση. Όχι πως αυτοί οι χαρακτήρες δεν υπάρχουν αμφότεροι στην πραγματική ζωή και σε παρόμοιες αληθινές ιστορίες, όμως ειδικά αυτή η σχετική αγιοποίηση των έγχρωμων χαρακτήρων, σε αντίθεση με το γκρίζο των υπολοίπων κεντρικών λευκών, μοιάζει να γίνεται εκούσια, ως σκιτσάρισμα των συμβόλων καταπίεσης, αδικίας και βίας απέναντι σε μια μερίδα ανθρώπων που εξακολουθούν να αισθάνονται πολίτες δεύτερης κατηγορίας στην ίδια τους τη χώρα, κάτι που ενώ είναι αξιέπαινο και δικαιολογημένο ως σκηνοθετική ματιά, στην προκειμένη καταλήγει να πλήττει την αφηγηματική ισορροπία της ταινίας.

Εκεί που το «Mudbound» χωλαίνει σημαντικά, όμως, είναι στην ίδια την ιστορία και τον συνωστισμό χαρακτήρων και καταστάσεων. Εμπειρίες του πολέμου, ένα πιθανό ερωτικό τρίγωνο, ο ρατσισμός του αμερικανικού Νότου και η εποχή που η Ku Klux Klan αποτελούσε μέρος της νόρμας ειδικά σε τέτοιες περιοχές, ρομαντικά διαφυλετικά ειδύλλια σε flashback, οικογενειακές συγκρούσεις και προσωπικές τραγωδίες, εγκλήματα φτώχειας, εγκλήματα ρατσισμού και μια έγχρωμη φαμίλια η οποία αποδέχεται στωικά τη μοίρα της, μπουκώνουν μαζί σε μια απόπειρα να προλάβουν να ξεπεταχτούν στην επιφάνεια, στα ήδη υπεραρκετά 134 λεπτά μιας έτσι κι αλλιώς αργόσυρτης ταινίας που ακόμα και στις πιο «αισιόδοξες» σκηνές (ιδίως εκείνες όπου οι δύο οικογένειες ζουν αρμονικά και συνεργατικά) σε χτυπά ανελέητα είτε με την απειλή είτε με την κυριολεκτική απελπισία της ζωής απέναντι σε σχεδόν όλα τα πρόσωπα, για να καταλήξει (δυστυχώς) σε ένα αναπόφευκτο κρεσέντο τραγωδίας, όπου στόχος είναι να σοκάρει με το πόσο κοινότοπο ήταν τότε (και ανέκαθεν, μάλλον) να συμβαίνουν τέτοιες ακραίες εξάρσεις κοινωνικής βίας και φυλετικού μίσους. Η προσθήκη διαφόρων αφηγηματικών φωνών κάνει την ιστορία ακόμα πιο βαριά και αποπροσανατολίζει εκούσια την απορία του «ποιος ζει, ποιος πεθαίνει στο τέλος;», την οποία θα εκφράσει ο θεατής.

Το φιλμ υπόσχεται σε σημεία αχτίδες ελπίδας και τελικής κάθαρσης που, όμως, όπως και οι σχέσεις των δύο οικογενειών και οι υποσχέσεις του κράτους και της κοινωνίας για αρμονική συνύπαρξη, δεν είναι παρά «παγίδες» τις οποίες βάζει στον θεατή καθώς οδεύει προς το μελαγχολικά απαισιόδοξο φινάλε, όπου το «happy end» δεν είναι παρά ένας ρομαντικός ευσεβής πόθος ο οποίος αναδύεται μέσα από τη λάσπη της ισοπεδωτικής πραγματικότητας.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Συναισθηματικά δυνατή ταινία με εξαιρετική φωτογραφία, από μια πολλά υποσχόμενη, ανερχόμενη σκηνοθέτιδα. Αλλά αν δεν σας έπιασε ήδη κατάθλιψη διαβάζοντας το παραπάνω κείμενο, τότε πιθανώς να είστε πολύ πιο δυνατοί από ό,τι περιμέναμε, καθώς θα είναι δύσκολο να βρεθεί πιο «βαριά», ψυχοπλακωτική ταινία στις αίθουσες μέσα σε τούτη τη σεζόν (και αν βρεθεί, να μας την πείτε, να προετοιμαστούμε αναλόγως)!


MORE REVIEWS

Η ΦΩΛΙΑ

Υπερφιλόδοξος entrepreneur ζητά από την οικογένειά του να μετακομίσουν στην πατρίδα του, την Αγγλία, για να κυνηγήσει μεγάλη επαγγελματική ευκαιρία. Στα ξαφνικά, θα βρεθούν να κατοικούν σε εξοχική έπαυλη και υπεράνω των δυνατοτήτων τους, με την κρίση να τους πλησιάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα…

ΘΑ ΕΡΘΕΙ Η ΦΩΤΙΑ

Έχοντας εκτίσει μεγάλο μέρος της ποινής του, ο Άμαντορ αιφνιδιάζει τους κατοίκους του χωριού του, βγαίνοντας από τη φυλακή πριν από την ώρα του. Επιστρέφοντας στο σπίτι της γηραιάς μητέρας του, θα αντιμετωπίσει μονάχα την ψυχρότητα αυτής της μικρής κοινωνίας που δεν θέλει να σχετίζεται με έναν εμπρηστή.

Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ

Χάνοντας τους γονείς της από επιδημία χολέρας, η δεκάχρονη Μέρι αφήνει την Ινδία της δεκαετίας του ’50, ώστε να ζήσει στην έπαυλη του θείου της, στο Γιόρκσαϊρ της Αγγλίας. Εκεί θ’ ανακαλύψει τα πολλά κρυμμένα μυστικά του σπιτιού και θα δώσει νέα πνοή στο «μαραμένο» περίγυρο της.

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΜΑΣ

Δεκαπέντε χρόνια μετά τις σοβαρότατες απώλειες του Δευτέρου Παγκοσμίου, μια γυναίκα θα έρθει και πάλι αντιμέτωπη με το εφιαλτικό παρελθόν, όταν πιστέψει πως ο γείτονάς της είναι ο αξιωματικός των SS που την είχε κακοποιήσει βάναυσα λίγο πριν το τέλος του μεγάλου πολέμου.

ANTEBELLUM: Η ΕΚΛΕΚΤΗ

Οι ζωές μιας μαύρης σκλάβας σε βαμβακοφυτεία του Νότου στον 19ο αιώνα και μιας μαύρης κοινωνιολόγου και διακεκριμένης συγγραφέως στο παρόν πρόκειται να συναντηθούν με έναν (ελαφρώς) αναπάντεχο τρόπο.