FreeCinema

Follow us

Η ΜΑΓΚΙ ΕΧΕΙ ΣΧΕΔΙΟ (2016)

(MAGGIE’S PLAN)

  • ΕΙΔΟΣ: Αισθηματική Κομεντί
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ρεμπέκα Μίλερ
  • ΚΑΣΤ: Γκρέτα Γκέργουιγκ, Ίθαν Χοκ, Τζουλιάν Μουρ, Μπιλ Χέιντερ, Μάγια Ρούντολφ, Τράβις Φίμελ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 98'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: FEELGOOD

H Μάγκι αποφασίζει να κάνει παιδί και να το μεγαλώσει μόνη της, όμως, ερωτεύεται έναν παντρεμένο συγγραφέα και σύντομα βρίσκονται παντρεμένοι με μια μικρή κορούλα. Όταν η Μάγκι συνειδητοποιεί πως τα πράγματα δεν πάνε καλά, σκαρφίζεται ένα σχέδιο να επανενώσει τον άντρα της με την καταπιεστική πρώην του…

Το νεοϋορκέζικο σκηνικό με το χιούμορ της αστικής τάξης επιστρέφει δριμύτερο με αυτή την απολαυστικότατη κομεντί, με τη Ρεμπέκα Μίλερ (κόρη του λογοτεχνικού γίγαντα Άρθουρ Μίλερ και σύζυγος του Ντάνιελ Ντέι-Λούις) να σκηνοθετεί την πέμπτη και σαφώς καλύτερη ταινία της, υπογράφοντας και το σενάριο, που είναι βασισμένο στην ομώνυμη ιστορία της Κάρεν Ρινάλντι. Η Μίλερ, παρά την ευδιάκριτη και πλήρως δικαιολογημένη εστίασή της στους γυναικείους χαρακτήρες, στο σύνολο της φιλμογραφίας της, διοχετεύει εδώ το πνεύμα του Γούντι Άλεν απολύτως επιτυχημένα, αν και αποφεύγει σωστά τις ερωτικές νευρώσεις του. Αποτέλεσμα, ένα «σοφιστικέ» romcom, με αρκετές σεκάνς όπου θα γελάσεις αβίαστα φωναχτά, κι ένα από τα πιο επιτυχημένα ερωτικά τρίγωνα που έχουμε δει τελευταία στη μεγάλη οθόνη.

Η αδιαφιλονίκητη star της ταινίας είναι η Γκρέτα Γκέργουιγκ, που έχουμε ήδη αγαπήσει από τα υπέροχα (και ιδίου ύφους) «Frances Ha» και «Mistress America», στον ομώνυμο ρόλο. Με αφοπλιστική, κοριτσίστικη αφέλεια και ειλικρινή αποφασιστικότητα να μην πληγώσει κανέναν, η Μάγκι της ερωτεύεται το – τελικά – λάθος άτομο, προκαλεί τη διάλυση ενός γάμου και, κατ’ επέκταση, μιας οικογένειας. Όταν η συνειδητοποίηση του «λάθους» γίνεται προφανής, η ηρωίδα αποφασίζει να αναλάβει δράση, έστω και με τον πιο αδέξιο τρόπο, όχι από ενοχή, αλλά από την ουσιαστική ανάγκη να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, και για το πρώην ζεύγος αλλά και για την ίδια και τη μικρή της κόρη. Γιατί η Μάγκι μπορεί να φαίνεται (ή ομολογουμένως και να είναι) αρκετά αφελής και αποδιοργανωμένη, όμως η θεμελιώδης της αρχή είναι και η κινητήριος δύναμή της: δεν πρέπει να αφήνεις ποτέ τα πράγματα να πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο, γιατί θα είσαι δυστυχισμένος για μια ζωή, και θα αποφέρεις την ίδια μοίρα και στους αγαπημένους σου.

Το μεγάλο ευτύχημα αυτής της ταινίας είναι το καστ. Πέραν της Γκέργουιγκ, που θεμελιώνει πλέον εδώ το status της ως της αγαπημένης – και καλύτερης – American sweetheart του ανεξάρτητου σινεμά, την παράσταση κλέβει στα σημεία η «τεράστια» Τζουλιάν Μουρ που παίρνει τον δευτεραγωνιστικό ρόλο της εργασιομανούς Ζορζέτ, της πρώην συζύγου, του βάζει μια… δανέζικη προφορά κι ένα υπεροπτικά παγερό βλέμμα και τον ανάγει σε έναν απροσδόκητα απολαυστικό χαρακτήρα που, στα χέρια κάποιας άλλης, θα μπορούσε εύκολα να κακοπάθει ως δισδιάστατος και κλισέ. Η Μουρ ισορροπεί εξαίσια ανάμεσα στο κωμικό, της ιδιοφυούς διανοούμενης που υποτιμά τον σύζυγό της γνωρίζοντας πως είναι πνευματικά ανώτερή του, και στο δραματικό, όταν ο χαρακτήρας της αφήνει το σκληρό προσωπείο να ραγίσει και να εμφανιστούν τα σημάδια μιας πληγωμένης γυναίκας.

Ανάμεσα στις δυο γυναίκες, ο ΄Ιθαν Χοκ, ανέκαθεν ανεξήγητα «άνοστος» ως ηθοποιός – ωστόσο η παρουσία του εδώ δικαιολογείται επιτυχημένα. Χωρίς, φυσικά, να πλησιάζει ποτέ στο ερμηνευτικό επίπεδο των συμπρωταγωνιστριών του, ο Χοκ καταφέρνει να κάνει την παρουσία του αισθητή, κυρίως αν δει κανείς τον ρόλο του ως μια μορφή αυτο-σάτιρας. Γιατί και ο χαρακτήρας του, ο μεσήλικας συγγραφέας με την έλλειψη αυτοπεποίθησης και την ανάγκη τού να έχει συνεχώς την επιβεβαίωση της αξίας του από τις γυναίκες της ζωής του, χωρίς αληθινά να αξίζει όλο αυτό το «δράμα» που συμβαίνει εξαιτίας του, έχει σαφώς αναλογίες με τη ζωή του ηθοποιού που τον υποδύεται, ενώ η ερμηνεία του «απογειώνεται» μόνο στις σκηνές όπου στηρίζεται από τις παρουσίες της Γκέργουιγκ ή/και της Μουρ.

Δυο από τους πιο λατρεμένους ηθοποιούς του «Saturday Night Live», η Μάγια Ρούντολφ και ο Μπιλ Χέιντερ, αναλαμβάνουν τους «απαραίτητους» ρόλους στις ταινίες του είδους, αυτούς των καλύτερων και λίγο εκκεντρικών φίλων της πρωταγωνίστριας, κι ενώ δεν ξεφεύγουν σεναριακά ποτέ από αυτή την αναμενόμενη βήτα ταμπέλα, καταφέρνουν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους με μερικές αληθινά αστείες σκηνές. Επίσης, μια σύντομη μνεία στον Τράβις Φίμελ, τον «μπρατσαρά» πρωταγωνιστή του «Warcraft» αλλά και του τηλεοπτικού «Vikings», που εδώ δίνει μια αναπάντεχα συμπαθητική και χαμηλότονη ερμηνεία ως ο καλόκαρδος hipster ο οποίος τρέφει συναισθήματα για την κεντρική ηρωίδα.

Η εξέλιξη της ιστορίας μπορεί να καταλήγει βεβιασμένη και κάπως ρομαντικά απλοϊκή (μακάρι όλες οι ιστορίες να λύνονταν τόσο εύκολα, πολιτισμένα κι «αναίμακτα» στην αληθινή ζωή). Μοιάζει, όμως, στη Μάγκι: κατά καιρούς αφελής και εξωπραγματικά ρομαντική, με την καρδιά της στο σωστό σημείο – και πρόκειται για μια πολύ μεγάλη (και πραγματικά αστεία) καρδιά.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Κωμωδία που δεν περιέχει σκατολογικό χιούμορ. Romcom που δεν στάζει μέλια και σιρόπια. Έξυπνοι, ρεαλιστικοί διάλογοι χωρίς μεγαλόστομες ατάκες. Καστ που δεν καταφεύγει στην υπερβολή για να γίνει αστείο. Εάν οι παραπάνω προϋποθέσεις είναι του στιλ σας, τότε αυτή είναι άνετα η ταινία σας.


MORE REVIEWS

ΑΓΡΙΑ ΝΥΧΤΑ

Παραμονή Χριστουγέννων, έπαυλη ζάμπλουτης κληρονόμου με «φορτωμένο» θησαυροφυλάκιο δέχεται οργανωμένη επίθεση συμμορίας διαρρηκτών που εξολοθρεύει το προσωπικό ασφαλείας (και όχι μόνο) και απειλεί ν’ αρχίσει να σκοτώνει τα μέλη της οικογένειας αν δεν καταφέρει να φύγει με το παραδάκι. Και κάπου εκεί εμφανίζεται ο Άι Βασίλης. Ο πραγματικός Άι Βασίλης!

Η ΠΗΓΗ ΤΩΝ ΠΑΡΘΕΝΩΝ

Μεσαίωνα στη Σουηδία, κοπέλα αγνή πέφτει θύμα κακοποίησης από κακούς αδελφούς βοσκούς. Οι φονιάδες στους γονείς της τα λιλιά της ανεπίγνωστα θα πάνε να πουλήσουν, φιλοξενία και τροφή αφού ζητήσουν. Από τα χέρια του πατέρα θα βρουν την εκδίκηση ή θα προλάβουν να ξεγλιστρήσουν; Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας και, παραδόξως, η... πηγή έμπνευσης για το «Last House on the Left» (1972) του Γουές Κρέιβεν!

R.M.N.

Ρουμάνος εμιγκρές στη Γερμανία, υπό τον φόβο μπλεξίματος με τον Νόμο, επιστρέφει άρον-άρον πίσω στην πατρίδα, ξαναβρίσκοντας πατέρα, γιο, σύζυγο κι ερωμένη. Η πρόσληψη αλλοδαπών εργατών από το τοπικό αρτοποιείο κάνει την ατμόσφαιρα στο χωριό του να μυρίζει μπαρούτι.

ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΔΙΑΒΟΛΟΙ

Η Ζοάν ζει αρκετά συνηθισμένα με την κόρη της Βικί και το σύζυγό της Τζίμι σε μια μικρή κοινότητα των Γαλλικών Άλπεων, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που ο ερχομός της αδελφής εκείνου ανατρέψει τις εύθραυστες οικογενειακές ισορροπίες.

ΠΙΟ ΠΟΛΥ ΑΠΟ ΠΟΤΕ

Η Ελέν πάσχει από σπάνια ανίατη ασθένεια, αλλά δεν θέλει να την λυπούνται. Ταξιδεύει σε κουκίδα του χάρτη της Νορβηγίας, προκειμένου να ζήσει έστω για λίγο ελεύθερη. Ή μήπως για να πεθάνει μόνη;