FreeCinema

Follow us

ΑΜΕΛΙ (2001)

(LE FABULEUX DESTIN D’AMELIE POULAIN)

  • ΕΙΔΟΣ: Ρομαντική Κομεντί
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ζαν-Πιερ Ζενέ
  • ΚΑΣΤ: Οντρέ Τοτού, Ματιέ Κασοβίτς, Τζαμέλ Ντεμπούζ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 122'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: WEIRD WAVE

Η νεαρή Αμελί έχει βάλει σκοπό της ζωής της να καλυτερεύσει τη ζωή των γύρω της. Με μικρά πράγματα, ευγένεια και χωρίς να περιμένει ανταπόδοση. Αυτό της αρκεί κι όλα μοιάζουν τακτοποιημένα, μέχρι που ένας αναπάντεχος έρωτας θα τη βγάλει από τη ζώνη ασφαλείας της.

13 χρόνια μετά την πρώτη προβολή της, η θρυλική «Αμελί» του Ζαν-Πιερ Ζενέ επιστρέφει στους ελληνικούς κινηματογράφους για να τους τυλίξει ξανά στη γλύκα της. Πολλά έχουν αλλάξει από τότε. Κυρίως η παγκόσμια κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, που έχει κάνει τους ανθρώπους πιο καχύποπτους, βλοσυρούς, θλιμμένους. Κι αν το μήνυμά της φαινόταν ήδη το 2001, σε ορισμένους κυνικούς, αρκετά απλοϊκό, πώς θα το εισπράξει άραγε το σημερινό κοινό; Αυτό το κοινό που έχει εκπαιδευτεί καλά στην απομυθοποίηση για να μη δέχεται, χωρίς ενστάσεις, το καλοπροαίρετο παραμύθι, ούτε καν στο σινεμά; Ο ανθρωπισμός τής «Αμελί», μετά από λίγα χρόνια, μοιάζει κιόλας παλιομοδίτικος. Αυτό, όμως, δε μειώνει την αξία της, το αντίθετο. Την καθιστά απαραίτητο αντίδοτο σ’ έναν κόσμο που ξέμαθε να ονειρεύεται.

Τεράστια εισπρακτική και καλλιτεχνική επιτυχία, όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και στην Αμερική, σηματοδότησε έναν θρίαμβο του καλλιτεχνικού σινεμά, απ’ αυτούς τους ξαφνικούς που η σπανιότητά τους, τους κάνει ακόμα πιο σημαντικούς. Γιατί παρά την παραπλανητικά γρήγορη απορρόφησή της από το mainstream (που την έκανε αφίσα σε φοιτητικά σπίτια, κεντρικό θέμα στις συζητήσεις wannabe «ψαγμένων» εικοσάρηδων, πολιτιστικό σύμβολο μιας νεολαίας που αναζητούσε ταυτότητα και διαφοροποιημένο λόγο), η «Αμελί» ήταν, κατά κύριο λόγο, μια ταινία που γιόρταζε με εκλεπτυσμένη κουλτούρα. Απλά το έκανε με τρόπο παιχνιδιάρικο και χωρίς σοβαροφάνεια, στοιχείο που την έκανε άμεσα προσφιλή και σε κοινά που πάντα συνέδεαν την καλλιτεχνική προσέγγιση του κινηματογράφου με την πλήξη των αργών ρυθμών και το αφηρημένο των δυσνόητων μηνυμάτων. Ο Ζενέ την ολοκληρωμένη παιδεία του δεν την έτριψε στη μούρη κανενός, ούτε θέλησε να πάρει αποστάσεις απ’ τον μέσο θεατή, χρησιμοποιώντας την σαν άλλοθι. Απλά την ενέταξε επιτυχημένα στο μύθο και παρέδωσε ένα φιλμ, ταυτόχρονα πολύπλοκο και απλό, πολιτισμένο και «λαϊκό», λεπτοδουλεμένο σε κάθε του πτυχή, δίνοντας ωστόσο την αίσθηση του αυθόρμητου. Αυτό ο κόσμος το αισθάνθηκε και το εκτίμησε.

Το χνάρι που άφησε η «Αμελί» στο σύγχρονο σινεμά είναι ευδιάκριτο. Το διαπιστώνει κανείς στις πρόσφατες, εξαιρετικές δουλειές του Γουές Άντερσον για παράδειγμα, που δε θυσιάζουν ούτε στάλα ποιότητας, περφεξιονισμού ή «αριστοκρατικότητας» και γίνονται εμπορικές επιτυχίες, πετυχαίνοντας μια θαυμάσια ισορροπία ανάμεσα στην καλλιέπεια και το διασκεδαστικό θέαμα. Ουσιαστικά απενοχοποιήθηκε για τη μάζα, το καλό γούστο κι η εναλλακτική αισθητική μ’ αυτό το έργο (πόσα του χρωστούν οι σημερινοί hipsters, ας πούμε). Ο Ζενέ θέλησε την έβδομη τέχνη σφιχταγκαλιασμένη με τη λογοτεχνία (προσέξτε την εκπληκτική εισαγωγή όπου ο αόρατος αφηγητής επιδίδεται σε μια μπαλζακική περιγραφή παράξενων, μυθιστορηματικών χαρακτήρων και συμπεριφορών – ενώ παράλληλα ο Ζενέ την οπτικοποιεί με χίλιους δυο ευφάνταστους τρόπους – που πλαισιώνουν την ενηλικίωση της Αμελί), τη ζωγραφική (ο καλύτερος φίλος τής ηρωίδας είναι ένας ασθενικός, απομονωμένος στο διαμέρισμά του, ηλικιωμένος ζωγράφος που έχει αφιερώσει τη ζωή του στην πιστή αντιγραφή ενός πίνακα του Ρενουάρ), τη μουσική (εντελώς ταυτισμένη με τον κεντρικό χαρακτήρα η κλασική, πια, μελωδία του Γιαν Τιρσέν που μπορούν κι οι πέτρες να αναγνωρίσουν). Η σκηνοθετική του βιρτουοζιτέ, με τους στιλιστικούς ακροβατισμούς της, τους συνεχόμενους πειραματισμούς στη φόρμα και το διαρκές flirt με το σουρεαλισμό, μαρτυρά πρώτα απ’ όλα ποιητικό οίστρο, φαντασία αλλά και μια – τόσο γαλλική – προτίμηση στα μικρά γεγονότα, τα ασήμαντα περιστατικά, αυτά που αν σταθείς λίγο να τα παρατηρήσεις, αποκαλύπτουν μπροστά στα θαμπωμένα μάτια σου, αυτόνομα σύμπαντα με δικούς τους νόμους. Αυτό που μετράει είναι η ματιά που διαπερνάει το ταπεινό περίβλημα του καθημερινού, για να ανακαλύψει από πίσω ένα ακατάπαυστο «βουητό» από λεπτομέρειες: αναπάντεχες προτιμήσεις, αλλόκοτες συμπεριφορές, κωμικές νευρώσεις, τον απροσμέτρητο πλούτο του ελάχιστου που προσδίδει στην ανθρώπινη κατάσταση τη μη αναγώγιμη ιδιαιτερότητά της. Κι η αλαφροΐσκιωτη αυτή πιτσιρίκα (που η Οντρέ Τοτού, με την υπέροχη ερμηνεία της, ενέγραψε στη – γεμάτη αξιολάτρευτους παλαβούς – ιστορία του παγκόσμιου σινεμά), το διαθέτει αυτό το βλέμμα. Αξιοποιώντας το, μας μαθαίνει κι εμάς να βλέπουμε αλλιώς.

Θα μπορούσε, βέβαια, να ισχυριστεί κανείς, ότι ο «αγγελικά πλασμένος» κόσμος τής Αμελί δεν είναι ο δικός μας. Μα, φυσικά, δεν είναι! Εκεί βρίσκεται και η μαγεία του. Βρέθηκαν και τότε επικριτές και θα βρεθούν, σίγουρα, και σήμερα αρκετοί να το υπενθυμίσουν με χαιρεκακία. Θα πουν: ποιον μπορεί να αφορούν αυτές οι «ζαχαρωμένες» επικλήσεις στην, καλά κρυμμένη, ανθρωπιά τού διπλανού, η νοοτροπία «κάνε το καλό και ριξ’ το στο γιαλό»; Ποιον μπορούν να αλλάξουν; Όποιος εκβιάζει με τέτοιες ερωτήσεις, δεν αξίζει να πάρει απαντήσεις. Στο φινάλε ο Ζενέ, για όποιον μπορεί να διακρίνει πέρα από το προφανές, δεν προτείνει τη ρομαντική αφέλεια της Αμελί ως λύση για τα πολυσύνθετα προβλήματα της ανθρωπότητας. Ανάμεσα στους υπόλοιπους χαριτωμένους ημίτρελους της πινακοθήκης του την τοποθετεί, και μας αφήνει ελεύθερους να τη χειροκροτήσουμε ή να την απορρίψουμε. Προβληματική είναι κι αυτή, όπως όλοι, δε χωράει αμφιβολία. Και οι αγκυλώσεις που μεταμφιέζει σε προτερήματα (η νοσηρή συστολή της, ο αδιέξοδος ιδεαλισμός της, η παράλογη δειλία της, η εμμονή της να ξεφεύγει απ’ την πραγματικότητα με χίλια δυο στρατηγήματα), της δυσκολεύουν τη ζωή στο ίδιο μέτρο που διευκολύνουν τη ζωή ορισμένων άλλων. Σε ένα μόνο πράγμα επιμένει ως δημιουργός (και του αξίζουν συγχαρητήρια γι’ αυτή την, ουσιωδώς ηθική – αλλά και αισθητική -, επιλογή του): στον υπερθεματισμό της καθημερινής προσπάθειας υπέρβασης του εγωισμού προς μια κατεύθυνση που να εμπεριέχει μια, έστω και απειροελάχιστη, διάθεση συνάντησης του άλλου. Στην ατομικότητά του, την περιοχή των ονείρων του, το κωμικοτραγικό τής μικρούλας ύπαρξής του. Δεν είναι τίποτα κοσμοϊστορικό, απλά η παλιά, καλή, δοκιμασμένη συνταγή της συνύπαρξης. Κι αυτό, στους σκοτεινούς καιρούς που διανύουμε, έχουμε ανάγκη να το θυμόμαστε και να το συναντάμε. Έστω στα παραμύθια.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Αν δεν ήταν τότε, δεν είναι και τώρα αφού όσο μεγαλώνει κανείς, γίνεται πιο κυνικός. Για τους αιώνια νέους, όμως, η «Αμελί» παραμένει ένα πολύτιμο κινηματογραφικό δώρο, αμπαλαρισμένο με αξεπέραστη εικαστική ομορφιά, γλυκόπικρο χιούμορ και υποδόρια μελαγχολία. Ακόμα κι αυτοί που δεν «ψήνονται» με την καλόκαρδη αθωότητά της όμως, μπορούν πάντα να ευχαριστηθούν στη μεγάλη οθόνη το σκηνοθετικό όργιο του Ζενέ που, πάνω από μια δεκαετία αργότερα, παραμένει το ίδιο απολαυστικό.


MORE REVIEWS

ANTEBELLUM: Η ΕΚΛΕΚΤΗ

Οι ζωές μιας μαύρης σκλάβας σε βαμβακοφυτεία του Νότου στον 19ο αιώνα και μιας μαύρης κοινωνιολόγου και διακεκριμένης συγγραφέως στο παρόν πρόκειται να συναντηθούν με έναν (ελαφρώς) αναπάντεχο τρόπο.

ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ ΔΕΝ ΦΟΡΑΝΕ ΠΑΝΤΕΛΟΝΙΑ

Χρόνια μετά τον πνιγμό της γυναίκας του, ο Γιούχα παραμένει βυθισμένος στη θλίψη, ανήμπορος να ξεπεράσει τον τραγικό χαμό της. Η απρόσμενη γνωριμία του με μια dominatrix θα τον φέρει μια και καλή αντιμέτωπο με το βαθύ τραύμα της αμετάκλητης απώλειας.

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΓΑΪΔΑΡΟΣ

Ένας γάιδαρος θα διαδεχθεί στον θρόνο της ζούγκλας το λιοντάρι, δίχως να γνωρίζει το παραμικρό για την απαιτητική θέση του βασιλιά. Όταν, όμως, μια δολοπλόκος αλεπού αποφασίσει να εκμεταλλευτεί την κατάσταση προς δικό της όφελος, ο γάιδαρος Μανγκού θα πρέπει ν’ αναλάβει δράση.

ΕΚΡΗΞΗ ΘΥΜΟΥ

Χωρισμένη μητέρα σε κακή μέρα κορνάρει με τ’ αμάξι της στον λάθος άνθρωπο, ο οποίος αρχίζει να την καταδιώκει ανελέητα με φονική ζοχάδα!

ΓΙΑΚΑΡΙ: Η ΤΑΙΝΙΑ

Επιθυμώντας διακαώς να δαμάσει άγριο άλογο, Ινδιανάκι της φυλής των Σιου χάνεται μακριά από το χωριό του. Η εποχή των ανεμοστρόβιλων πλησιάζει. Θα μπορέσει να γυρίσει έγκαιρα πίσω στους δικούς του;