FreeCinema

Follow us

Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ 12ΗΣ (2022)

(LA NUIT DU 12)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ντομινίκ Μολ
  • ΚΑΣΤ: Μπαστιάν Μπουγιόν, Μπουλί Λανέρς, Τεό Κολμπί, Ζοάν Ντιονέ, Τιμπό Εβράρ, Ζουλιέν Φριζόν, Πολ Ζανσόν, Πολίν Σεριέζ, Πιερ Λοτάν, Λουλά Κοτόν-Φραπιέ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 115'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: CINOBO

Επιστρέφοντας στο σπίτι της τα ξημερώματα, μετά από μάζωξη με φίλες της, η Κλαρά πυρπολείται από άγνωστο και πεθαίνει. Ομάδα αστυνομικών καταφθάνει στον τόπο του εγκλήματος, μια επαρχιακή πόλη των Γαλλικών Άλπεων, με σκοπό να διαλευκάνει την υπόθεση.

Ο καθένας μπορεί να «πουλάει» μια ταινία όπως θέλει. Ο κριτικός, όμως, οφείλει να αποσαφηνίζει τι είναι πραγματικά αυτή η ταινία. Το πρόσφατο παράδειγμα του «The Fabelmans» του Στίβεν Σπίλμπεργκ (για μένα) ήταν υποδειγματικό. Κι εδώ, λοιπόν, έχουμε μία περίπτωση «αλλοίωσης» του ουσιαστικού περιεχομένου ενός φιλμ, για εμπορικούς σκοπούς. Μπορεί να διαβάσετε (αλλού) ότι η «Νύχτα της 12ης» είναι ένα αστυνομικό θρίλερ μυστηρίου, αλλά υπό αυτόν τον χαρακτηρισμό genre το φιλμικό αποτέλεσμα ενδέχεται να… εξοργίσει μεγάλη μερίδα θεατών! Και είναι κρίμα, διότι η ταινία του Ντομινίκ Μολ είναι καλή. Από μία εντελώς διαφορετική σκοπιά…

Ο Μολ είναι ένα σκηνοθέτης με σπάνια αίσθηση του χιούμορ. Απλά, τα «μπερδεύει» αρκετά στη δοσολογία. Γι’ αυτό και η φιλμογραφία του είναι… των άκρων. Το θαυμάσιο ψυχολογικό θρίλερ χαρακτήρων «Χάρι, Ο Καλύτερος Φίλος του Ανθρώπου» (2000), με το οποίο τον γνώρισε (δυστυχώς περιορισμένα) το ελληνικό κοινό, ανήκει στην θετική πλευρά, η προηγούμενη δουλειά του, το κατά λάθος… κωμικό θρίλερ «Μόνο Αυτοί Είδαν τον Δολοφόνο» (2019), ανήκει στην αρνητική. Τούτο εδώ πιάνει «μέσο όρο» με ανατρεπτικό τρόπο. Αν και το θέμα έχει να κάνει με μια δολοφονία και τις αστυνομικές έρευνες που έπονται, μια εισαγωγική κάρτα μας ενημερώνει πως από τις (περίπου) οκτακόσιες ανθρωποκτονίες που διαπράττονται ετησίως στη Γαλλία, ένα ποσοστό της τάξης του 20% μένει στα αρχεία άνευ διαλεύκανσης. «Η ταινία διηγείται μία από αυτές»! Είναι ένα φοβερό «κλείσιμο του ματιού» προς τον θεατή. Ένα προμήνυμα, ότι δεν πρέπει να ελπίζει για κάποια λύση σ’ αυτή την υπόθεση. Ουσιαστικά, πρόκειται περί μίας «ευνουχιστικής» πληροφορίας. Η οποία, όμως, απελευθερώνει το μυαλό των ανθρώπων που ξεκινούν να παρακολουθούν αυτό το φιλμ. Για να μπουν στη διαδικασία μιας «άλλου» τύπου αφήγησης, πέρα από το τυπικό του αστυνομικού θρίλερ.

Εντελώς αποστασιοποιημένος από τη μεθοδολογία ανάπτυξης ενός έργου αυτού του είδους, ο Μολ εστιάζει στις καθημερινές στιγμές κανονικότητας των αστυνομικών ντετέκτιβ, λες και τους «γδύνει» από ιδιότητες και χαρακτηριστικά. Φυσικά, κρατά για ένα μέρος του φιλμ την όλη διαδικασία των ανακρίσεων και της αγωνίας τούτων των επαγγελματιών, να οδηγήσουν την υπόθεση στην εύρεση κινήτρου και θύτη, όμως, αυτό που τον απασχολεί περισσότερο (και με μία λανθάνουσα διάθεση offbeat αστεϊσμών) είναι η ανθρώπινη πλευρά τους, η ρουτίνα, η ψυχολογία, το πόσο συνηθισμένοι μπορεί να είναι έξω από το πλαίσιο του τρόπου με τον οποίο μας τους έχει «μάθει»… το σινεμά!

Έτσι, οι αστυνομικοί του Μολ μεταμορφώνονται σε ένα κράμα θλίψης και γέλιου, που κουβαλάνε τις νευρώσεις της προσωπικής τους (συνήθως κατεστραμμένης) ζωής, για να εισχωρήσουν με αμφίβολα δικαιώματα (ακόμη και) στα πιο απόκρυφα κομμάτια του βίου των άλλων: νεκρών, πενθούντων συγγενών και φίλων, ύποπτων ή μη, τυχαίων μαρτύρων. Οι λεπτομέρειες της όλης διερευνητικής διαδικασίας είναι ικανές να τους «χαλάσουν» και να τους στοιχειώσουν, με το παλαντζάρισμα ανάμεσα στο «έξω» της δουλειάς και το «μέσα» του ψυχισμού του όποιου off duty περιβάλλοντος, είναι ο πραγματικός προβληματισμός του Μολ, ο οποίος βλέπει τους ήρωές του να συνθλίβονται όταν η επαγγελματική ήττα κάνει καλύτερη παρέα με τα αδιέξοδα των προσωπικών σχέσεων.

Σταδιακά, κάπου παγιδεύεται από το άγχος ν’ ακολουθήσει και την εξέλιξη των ερευνών των αστυνομικών ο Μολ, πόσω μάλλον και από την απουσία ενός λυτρωτικού φινάλε (από όποια πλευρά και να το κοιτάξεις), με τη «Νύχτα της 12ης» να ολοκληρώνεται κάπως «ανισόρροπα» κι αμήχανα. Δεν παύει, όμως, να παρουσιάζει μια εύστοχα διαφορετική και πρωτότυπη πρόταση, που αν και σοβαρότατη, αφήνει χώρο και για ένα ψυχαγωγικό μειδίαμα. Για εκείνους που θα επεξεργαστούν το περιεχόμενο του φιλμ εσωτερικά.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Μία από εκείνες τις ταινίες που… «δεν τους το ‘χες», αλλά κάνουν την έκπληξη (και τη διαφορά), αν και… καταδικασμένες να χαθούν (αδίκως) στην αφάνεια, διότι δεν πρόκειται ούτε ν’ ακουστούν, ούτε και να ξεχωρίσουν μέσα από τον ισοπεδωτικό αχταρμά της ντόπιας κριτικής που «τσουβαλιάζει» κάθε φιλμ το οποίο διανέμεται με την κλασική (πια) τακτική του «όλα καλά είναι, μωρέ». Προσωπικά, εντόπισα εξυπνάδα, χωρίς «αρτίστικο» ψώνισμα. Δηλαδή, ένα σινεμά που υποστηρίζω. Όχι για θεατές που αναζητούν αστυνομικό έργο μυστηρίου με «συνταγή» αφήγησης και δράσης.


MORE REVIEWS

ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΗΣ ΚΑΡΜΕΝ

Ο Δημοσθένης και ο Νικήτας λιάζονται και κολυμπούν στα Λιμανάκια, αναπολούν γεγονότα από το περσινό καλοκαίρι χωρισμού του πρώτου και φαντασιώνουν το σενάριο μιας ταινίας που ο δεύτερος ελπίζει να σκηνοθετήσει και να στείλει στο Φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν.

ΠΑΡΙΖΙΑΝΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Να ζεις και να (μην) πεθαίνεις στο Παρίσι. Αυτό το βάσανο!

ΤΑ ΜΥΑΛΑ ΠΟΥ ΚΟΥΒΑΛΑΣ 2

Η Ράιλι έγινε 13ων ετών, εξελίσσει την αγάπη της για το άθλημα του ice hockey και ο ερχομός της εφηβείας φανερώνει… στο μυαλό της καινούργια συναισθήματα και νευρώσεις που η Χαρά, η Λύπη, ο Φόβος, ο Θυμός και η Αηδία δύσκολα θα παλέψουν στην προσπάθειά τους να συνυπάρξουν.

Ο ΚΑΚΟΣ ΗΘΟΠΟΙΟΣ

Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων ταινίας με θέμα τον παράνομο έρωτα ενός άνδρα και της νέας γυναίκας του πατέρα του, η πρωταγωνίστρια κατηγορεί τον συμπρωταγωνιστή της πως τη βίασε ενόσω «έτρεχε» η ερωτική σκηνή μεταξύ τους. Με τον τελευταίο να εξανίσταται πως εκείνη λέει ψέματα, το συνεργείο όσο και οι δικηγόροι τους προσπαθούν να διαχειριστούν την κρίση.

ΦΡΙΜΟΝΤ

Αφγανή μετανάστρια που εργάζεται ως κειμενογράφος μηνυμάτων σε εργοστάσιο παραγωγής fortune cookies στο μικρό Φρίμοντ της Καλιφόρνια, δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στη μοναξιά της Αμερικής. Ένας ασυνήθιστος ψυχοθεραπευτής και μία αυθόρμητη ιδέα δίνουν ένα κάποιο νόημα στη βαρετή καθημερινότητά της.