FreeCinema

Follow us

ΣΚΑΡΛΕΤ (2023)

(L'ENVOL)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Πιέτρο Μαρτσέλο
  • ΚΑΣΤ: Ραφαέλ Τιερί, Ζιλιέτ Ζουάν, Νοεμί Λβοβσκί, Γιολάντ Μορό, Φρανουσά Νεγκρέ, Λουί Γκαρέλ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 100'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: THE FILM GROUP

Η Ζιλιέτ μεγαλώνει πλάι στον πατέρα της, στη φτωχική γαλλική επαρχία του μεσοπολέμου. Και της αρέσει να ονειρεύεται. Πόσα όνειρα χωράνε στην αληθινή ζωή, όμως;

Ξεγελάει στο ξεκίνημά της η πρώτη γαλλόφωνη ταινία στην καριέρα του Ιταλού σκηνοθέτη Πιέτρο Μαρτσέλο. Παρά την νότα επανάληψης που φαίνεται να υπάρχει σε σχέση με το προηγούμενο του έργο, «Μάρτιν Ίντεν» (2019), η εκ νέου «χαλαρή» σεναριακή διασκευή μυθιστορήματος (αντί του Τζακ Λόντον, βάλτε τον Αλεξάντρ Γκριν), καθώς και η επανάληψη κλίματος εποχής, με ξανά μανά ένθεση clip επίκαιρων (ενταγμένων, εν τούτοις, στην πλοκή του φιλμ), λειτουργούν αρχικά με τρόπο τέτοιο που δημιουργούν σοβαρές ελπίδες για κάτι αφηγηματικά στέρεο. Οι επιτηδευμένες «καλλιτεχνικότητες» δείχνουν να μην απασχολούν πια τον Μαρτσέλο, με τον Ιταλό auteur να μοιάζει (όντως;) αποφασισμένος να στρέψει το βλέμμα του προς τον θεατή. Ενώ, όμως, για την πρώτη μισή ώρα το πράγμα βαίνει καλώς, κάπου εκεί, η μικρή Ζιλιέτ ενηλικιώνεται, βυθίζοντας αυτοστιγμεί όλο το εγχείρημα. Το σενάριο γίνεται άξαφνα είδος προς αναζήτηση, οι δε διάλογοι για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο παραχωρούν συχνά-πυκνά τη θέση τους σε μελοποιημένες «ονειρικές» επιθυμίες, με σταθερό φόντο μια «παραμυθένιας» λογικής φωτογραφία, η οποία θαρρείς πως ως μόνη της έννοια έχει να πετύχει το καλύτερο καθρέφτισμα του λυκόφωτος στα νερά της λίμνης! Σε αυτό το τελευταίο, ειλικρινά, τα καταφέρνει μια χαρά. Καλό θα ήταν, πάντως, να είχε μιλήσει κάποιος στον Μαρτσέλο για τα… coffee table books.

Ο Ραφαέλ, εμφανώς ταλαιπωρημένος από τις μάχες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, επιστρέφει στο σπίτι του. Η αγαπημένη του σύζυγος έχει πεθάνει, αφήνοντας το νεογέννητο κοριτσάκι τους στην φροντίδα της ιδιοκτήτριας της φάρμας στην οποία διέμεναν, την μαντάμ Αντελίν. Ξυλουργός στο επάγγελμα, ο Ραφαέλ γρήγορα ξαναπιάνει την τέχνη του, επιθυμώντας να προσφέρει στην κόρη του το καλύτερο δυνατό σε όλα τα επίπεδα, κάτι που (ασφαλώς) μόνο εύκολο δεν είναι. Τα μισόλογα των χωριατών σχετικά με την πατρότητα της Ζιλιέτ, ο δύσκαμπτος χαρακτήρας του Ραφαέλ και η ξεροκεφαλιά της μαντάμ Αντελίν, δημιουργούν ένα κλίμα λανθάνουσας σύγκρουσης στον περίγυρο, κάνοντας το σκηνικό στο μικρό χωριό να μοιάζει με καζάνι που σιγοβράζει. Ένας πνιγμός, που θα μπορούσε ενδεχομένως ν’ αποφευχθεί, ενισχύει τη συνθήκη αυτή, μα καθώς τα χρόνια περνούν το «Σκάρλετ» κάνει σεναριακή στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών, εξελισσόμενο σε κάτι που ουδεμία σχέση έχει με τα όσα προηγήθηκαν.

Η άφιξη ενός γοητευτικού αεροπόρου στο μικρό χωριό της Νορμανδίας, αφενός δημιουργεί στην Ζιλιέτ τα πρώτα της αισθηματικά σκιρτήματα, αφετέρου απομακρύνει το φιλμ από τη «σκοτεινή», ρεαλιστικού τύπου προσέγγιση του ξεκινήματος, κατευθύνοντάς το στον κόσμο του μαγικού ρεαλισμού, των παραμυθιών και του… μιούζικαλ (!), δίχως να έχει κατασταλάξει ποιο απ’ όλα αυτά τα είδη επακριβώς πρεσβεύει. Ως σημείο σύνδεσης με τα προηγούμενα, πετιέται άγαρμπα στο στόρι υποπλοκή βίαιων ερωτικών ενστίκτων νεαρού χωριάτη, ο οποίος βλέπει την Ζιλιέτ ως άπιαστο αντικείμενο του πόθου, κάτι που περισσότερο εντάσσεται στη σχετική «agenda» της εποχής, παρά αφορά επί της ουσίας την όποια πλοκή της ταινίας.

Τα αρχέτυπα του «παραμυθιού», τα οποία ο auteur έχει φροντίσει να συστήσει (ο φτωχός πατέρας, η καλοσυνάτη και όμορφη κόρη του, η στοργική «νονά», ο γοητευτικός μνηστήρας, ο σφοδρός αντίζηλος, το σκληρό αφεντικό, η περιπλανώμενη «φευγάτη»), οδηγούνται σταθερά προς το πουθενά, δίνοντας στον υποτιθέμενο αθώο ρομαντισμό του φιλμ μια αύρα αναγκαστικής συνύπαρξης στερεοτύπων, που με την ανόθευτη, εφηβική αγάπη… ουδεμία σχέση έχει (πόσω μάλλον με το υποχθόνιο κλίμα μίσους του ξεκινήματος). Άπαξ, δε, της ολοκληρωτικής παράδοσης της πρωταγωνιστικής σκυτάλης στην έφηβη (πια) Ζιλιέτ, η μινιμαλιστική προσέγγιση του χαρακτήρα της ένεκα «ψαγμένης» άποψης, κάνει τις επιθυμίες της φυγής «μακριά προς το άγνωστο» να μοιάζουν με εύθραυστες εξομολογήσεις που θα ταίριαζαν γάντι σε σχολικό λεύκωμα (όχι, όμως, με πηγαία όνειρα ενός ταξιδιάρικου μυαλού). Ο φανταστικός τόνος του φιλμ ενισχύεται από το λυρικό score του Γκαμπριέλ Γιαρέντ, αν και το σουρεαλιστικό πνεύμα που ενσκήπτει στα μουσικά μέρη θυμίζει σημαντικά σε ύφος τις… «Δεσποινίδες του Ροσφόρ» (1967). Πέραν όλων των άλλων, η σημαντική διαφορά είναι πως σε αντίθεση με τις αδελφές Ντελφίν και Σολάνζ, η σπουδαία λαχτάρα της καλόκαρδης Ζιλιέτ καθίσταται εξαιρετικά ασαφής. Εκείνα τα πορφυρά πανιά του καραβιού, που της έχουν υποσχεθεί ότι θα την πάρουν σε μέρη μακρινά, κρύβουν τόσο «βαθύ» συμβολισμό, που στο τέλος γίνεται… αόρατος.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Από τις περιπτώσεις εκείνες των ταινιών που διαθέτουν άκρως ευγενικές προθέσεις, πλην όμως αστοχούν χαρακτηριστικά, με αποτέλεσμα να μοιάζουν ακατάλληλες για… το σύνολο του κοινού! Θεωρητικά, απευθύνεται στους κλασικούς φίλους του γαλλόφωνου σινεμά, όμως, η γυριστή που κάνει απαιτεί από αυτούς και φεστιβαλικού, «art-house» τύπου υπόβαθρο, πέραν της επίδειξης υπομονής για το όσα (παντελώς αδιάφορα) διαδραματίζονται επί της οθόνης.


MORE REVIEWS

ΣΤΕΝΕΣ ΕΠΑΦΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑΒΟΛΟ

Στα 1977, ένα βραδινό τηλεοπτικό talk show με θέμα τον εορτασμό του Halloween και καλεσμένους με ειδίκευση στο μεταφυσικό εξελίσσεται με τον εντελώς λάθος και εκτός προγραμματισμού τρόπο σε ζωντανή μετάδοση.

BACK TO BLACK

Η σύντομη πορεία της μουσικής καριέρας της Έιμι Γουάινχαουζ, παράλληλα με προσωπικές στιγμές που την οδήγησαν σε ένα τόσο απότομο και άδοξο τέλος.

GHOSTBUSTERS: Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δαιμονική οντότητα που (πίσω στα 1904) προσπάθησε να κατακτήσει τον κόσμο με στρατιά από φαντάσματα, τρεφόμενη με αρνητικά συναισθήματα ώστε να μειώσει τις θερμοκρασίες στο απόλυτο μηδέν, επιστρέφει στη Νέα Υόρκη του σήμερα για να… το προσπαθήσει ξανά! Who you gonna call?

ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΝΕΟΙ

Οι ελπίδες και τα όνειρα μιας χούφτας επίδοξων ηθοποιών του περίφημου Théâtre des Amandiers στο Παρίσι των μέσων της δεκαετίας του ‘80.

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ

Αμερικανική οικογένεια μετακομίζει σε εξοχική αγγλική έπαυλη, δίχως να λογαριάζει τη φήμη πως το νέο τους σπίτι είναι… στοιχειωμένο εδώ και τρεις αιώνες. Και το φάντασμα του Σερ Σάιμον δεν πολυγουστάρει τους απρόσκλητους επισκέπτες!