FreeCinema

Follow us

ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΣΚΥΛΩΝ (2018)

(ISLE OF DOGS)

  • ΕΙΔΟΣ: Animation
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γουές Άντερσον
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 101'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ODEON

Ο Δήμαρχος της πόλης Μεγκασάκι εξορίζει όλα τα σκυλιά σε ένα κοντινό νησί – χωματερή, καταδικάζοντάς τα στον αργό και μάλλον βέβαιο θάνατο (από πείνα ή από αρρώστιες). Ο 12χρονος Ατάρι, υιοθετημένος γιος του, θα πετάξει κρυφά μέχρι εκεί, αναζητώντας το αγαπημένο του τετράποδο και προστάτη στις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής του.

Μπροστά στο σινεμά του Γουές Άντερσον, θέλοντας και μη, γινόμαστε τουρίστες. Ενός δικού του κόσμου, που μπορεί να έχει αναφορές στην πραγματικότητα, τους γνωστούς πολιτισμούς και την αισθητική τους ταυτότητα. Μέσα από τη δική του ματιά, όμως, όλα αυτά τα στοιχεία σταματούν να κατέχουν τη ρεαλιστική τους υπόσταση και μετατρέπονται σε ένα fictional «παράλληλο σύμπαν». Ειλικρινά. Το έχω ζήσει. Έχω βρεθεί ως… τουρίστας στο Χιούστον του Τέξας, αναζητώντας locations από σκηνές του «Rushmore» (1998). Βρήκα μερικές τοποθεσίες. Έμοιαζαν τόσο με την κινηματογραφική εικόνα, κι όμως… σχεδόν δεν τις αναγνώριζα χωρίς αυτό το «ψεύτικο», φιλμικό φίλτρο. Γι’ αυτό σεβόμαστε (και πρέπει) το σινεμά του Γουές Άντερσον.

Επιστρέφοντας στην τεχνοτροπία του stop motion animation, μετά το «Ο Απίθανος κύριος Φοξ» του 2009, ο Άντερσον δημιουργεί εδώ ένα μεγαλειώδες, θαυμαστό σε λεπτομέρεια και εικαστικότητα… μικρο-σύμπαν φαντασίας με βάσεις που στηρίζονται στην κουλτούρα της Ιαπωνίας, δείχνοντας να το διασκεδάζει με το στοιχείο του εξωτισμού, σχεδόν όπως τα είχε καταφέρει και με το ινδικό background τού «Ταξιδιού στο Darjeeling», το 2007. Απλά, εδώ το μη ρεαλιστικό του μέσου τού επιτρέπει να οργιάσει ακόμη περισσότερο σε έμπνευση και καλλιτεχνικές προκλήσεις, παρουσιάζοντας ένα «fusion» κατασκεύασμα από τα πράγματα που ενδεχομένως τον έλκουν ως… «τουρίστα» (πολιτισμικά) και τον ίδιον. Αρκεί μονάχα να παρατηρήσει κανείς το μείγμα του soundtrack, που «παντρεύει» ηχοχρώματα τοπικού χαρακτήρα με Προκόφιεφ, καλιφορνέζικη psychedelic rock των 60’s (μέσω της εκκεντρικής επιλογής τής The West Coast Pop Art Experimental Band), μέχρι και το score από τους «Επτά Σαμουράι» (1954) του Κουροσάουα, δίπλα σε απροσδόκητα εγκλιματισμένες συνθέσεις του Αλεξάντρ Ντεσπλά!

Ξεκινώντας με ένα εισαγωγικό ιστορικής αναδρομής που οπτικά μαγεύει, ο Άντερσον μας μεταφέρει σε ένα μυθοπλαστικό μέλλον το οποίο τοποθετεί 20 χρόνια αργότερα από… ένα κάποιο σήμερα (;), με τα σκυλιά να έχουν ξεπεράσει τα όρια της ανεκτής αναπαραγωγής τους και να αποτελούν (ειδικά τα αδέσποτα) φορείς ιών που (κατόπιν σχετικής κινδυνολογίας) απειλούν μέχρι και την υγεία των ανθρώπων. Ο (με το παρουσιαστικό του Τοσίρο Μιφούνε!) Δήμαρχος της πόλης Μεγκασάκι εξαπολύει πόλεμο ενάντια στα τετράποδα και αφού βάζει στην άκρη τους επιστήμονες οι οποίοι υπόσχονται να βρουν τα σωστά εμβόλια που θα επιφέρουν την ειρηνική και υγιή συνύπαρξη όλων, εξορίζει όλα τα σκυλάκια του τόπου του σε γειτονική νήσο χρήσης… σκουπιδότοπου, αφήνοντάς τα να παλέψουν με τις όποιες αρρώστιες τους και την απόλυτη πείνα μέχρι τελικής πτώσης. Ο υιοθετημένος γιος (και μακρινός συγγενής) του, που επέζησε από οικογενειακή τραγωδία, θα επαναστατήσει και θα πετάξει μέχρι το νησί, σε αναζήτηση του Spots, του σκύλου – προστάτη που είχε κοντά του ενώ παρέμενε σε κλινική μετά το ατύχημά του, για να καταλήξει να γίνει ο καλύτερός του φίλος. Εκεί, ανάμεσα σε βουνά από συμπιεσμένα ή μη σκουπίδια, ο μικρός Ατάρι θα γνωρίσει μια ομάδα από σκυλιά που έχουν δημιουργήσει ένα είδος μικρής αγέλης για να παλεύουν και να διεκδικούν ίχνη τροφής από άλλα τετράποδα του είδους τους. Αυτά τα σκυλιά θα γίνουν οι καινούργιοι προστάτες τού Ατάρι στο νησί, που δεν θα το βάλει ποτέ κάτω μέχρι να βρει τον Spots.

Όσο και να θέλεις να βρεις επίπεδα ανάγνωσης πέραν του ορατού και προφανούς, το «Νησί των Σκύλων» δεν δείχνει να προσανατολίζεται προς τέτοια μονοπάτια, προτιμώντας να παραμένει ένα φιλμ δέσμιο των εικόνων του, οι οποίες συχνά μπλοκάρουν και το συναίσθημα που (ίσως) θα ήθελε να μεταφέρει στον θεατή ο Άντερσον. Με λίγα λόγια, δεν είναι μια υπαρξιακή σπαζοκεφαλιά αλληγοριών όλο αυτό το οποίο θα παρακολουθήσεις. Είναι όμορφο. Απλά. Και έχει καρδιά, έχει τη γνώριμη μελαγχολία του δημιουργού του, περιέχει στερεοτυπικά στοιχεία από τη φιλμογραφία του Άντερσον όπως οι τάσεις φυγής ή η διάσωση, θυμίζοντας ίσως περισσότερο το καταστασιακό του «Έρωτα του Φεγγαριού» (2012). Αλλά σε αφήνει να θαυμάζεις τον κόσμο του ακριβώς όπως θα έκανε ένας Δυτικός… τουρίστας, μιας και μιλάμε για ιαπωνικό territory. Φυσικά, η ερωτική ιστορία (μεταξύ σκύλων!) υπάρχει (και) εδώ, με τα χαρακτηριστικά του αταίριαστου, του ίσως «καταραμένου» στην πραγματικότητα που μονάχα στο σινεμά μπορεί να βρει την ολοκλήρωσή του και να επουλώσει μια κάποια τραυματισμένη ψυχή (ενδεχομένως του ίδιου του Άντερσον).

Όπως και με κάθε ταξίδι ενός τουρίστα, η ταινία αυτή δεν κλείνει με μια κορύφωση ουσιαστικά απογειωτική (πέραν της… αναχώρησης στον «έξω» κόσμο), για μερικά λεπτά της διάρκειας του «Νησιού των Σκύλων» μπορεί και να πάσχει από εκείνη την επαναληπτικότητα των εικόνων που έχεις αρχίσει να συνηθίζεις στον τόπο που επισκέφτηκες και όπου ευελπιστείς και σε κάτι συναρπαστικά… νέο. Δεν συμβαίνει. Αλλά δεν σε ενοχλεί. Έχεις να θυμάσαι την εμπειρία από κάτι το πανέμορφο, που ο αληθινός σου περίγυρος δεν μπορεί να σου προσφέρει. Πολλές φορές ούτε καν το σινεμά, πια. Είναι μια αγαλλίαση σε τούτο το σήμερα αυτή. Γι’ αυτό και θα είμαστε πάντοτε υπόχρεοι μπροστά στη μοναδικότητα της μαστοριάς του Γουές Άντερσον.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Ή σου αρέσει ή δεν σου αρέσει ο Γουές Άντερσον. Δεν υπάρχει κάτι παραπάνω να πούμε. Χάρμα οφθαλμών σε συγκινητικό βαθμό για τους πρώτους, εξεζητημένα καδραρίσματα και (μονάχα) αισθητική για τους δεύτερους. Το ίδιο πεδίο αντιθέσεων και… τσακωμών. Όπως τα ξέρατε. Με έναν μικρό extra βαθμό «δυσκολίας» λόγω της φύσης του stop motion animation και του μη ανθρώπινου (αλλά διόλου παιδικού) στοιχείου.


MORE REVIEWS

DIGGER

Ο Νικήτας έχει βγάλει διαζύγιο με την υπόλοιπη κοινωνία και ζει σαν ερημίτης σ’ ένα χαμόσπιτο, στη καρδιά ενός δάσους στη Βόρεια Ελλάδα. Ο ερχομός της «ανάπτυξης» απειλεί τη γη του, μα περισσότερο δύσκολη θα είναι η διαχείριση του ενήλικα (πλέον) γιου του, ο οποίος επιστρέφει μετά από απουσία είκοσι ετών για να ζητήσει το μερίδιό του με δικαιώματα κληρονόμου.

ΤΟ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑ

Ο Στίβεν είναι καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Ζει ευτυχισμένος με τη γυναίκα του και τα παιδιά τους, μέχρι τη στιγμή που γνωρίζει την Άννα, μία μαθήτριά του από την Αυστρία, φίλη ενός αριστοκρατικής καταγωγής σπουδαστή. Ο ευκατάστατος οικονομικά, ευυπόληπτος κοινωνικά και τακτοποιημένος οικογενειακά Στίβεν, αισθάνεται έλξη για τη νεαρή κοπέλα, αλλά δεν έχει ούτε τη φυσική ούτε την ηθική δύναμη ν’ αντιμετωπίσει τις συνέπειες μιας σχέσης μαζί της.

ΑΝΤΕ ΓΕΙΑ ΔΗΜΑΡΧΕ!

Δήμαρχος άσσος της ρεμούλας τοποθετεί στη θέση του τη σύζυγό του, μέχρι τουλάχιστον να περάσει η μπόρα των αποκαλύψεων που μετά βεβαιότητος θα τον φέρουν σε δύσκολη θέση έναντι του Νόμου. Μήπως, όμως, ισχύει και για τους Δημάρχους το ουδέν μονιμότερον του προσωρινού;

ΓΙΑΛΝΤΑ: Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΕΣΗΣ

Νεαρή γυναίκα, καταδικασμένη σε θάνατο για τη δολοφονία του συζύγου της, έχει μια τελευταία ευκαιρία να σώσει το κεφάλι της. Το μόνο που έχει να κάνει είναι να πείσει πως αξίζει τη συγχώρεση… των τηλεθεατών και της κόρης του θύματος σε «δικαστήριο» δημοφιλούς reality show!

ΣΤΗ ΖΑΛΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

O σαιξπηρικός μύθος του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας επιβιβάζεται σε πολύχρωμο roller coaster της Στοκχόλμης, μετατρέποντάς τον σε pop παραμύθι απαγορευμένου έρωτα. Η σκανδιναβική «απάντηση» στον… Μπαζ Λούρμαν;