FreeCinema

Follow us

GARDEN STATE (2004)

  • ΕΙΔΟΣ: Νεανική Δραμεντί
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ζακ Μπραφ
  • ΚΑΣΤ: Ζακ Μπραφ, Πίτερ Σάρσγκααρντ, Νάταλι Πόρτμαν, Ίαν Χολμ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 102'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ

Φυγάδας από τα suburbs του Νιου Τζέρζι, αλλά σχεδόν άνεργος εδώ και καιρό στο Λος Άντζελες, ο Άντριου επιστρέφει στα λαϊκά πάτρια εδάφη για να παραστεί στην κηδεία της μητέρας του. Θα βρεθεί αντιμέτωπος με την παραίτηση της γενιάς του, όσο και με τα… βέλη του έρωτος!

Μπορεί και να πρόκειται για ταινία – σταθμό! Αλλά κάπου το έχασα… Νομίζω πως έχει να κάνει με την ηλικία. Και το timing. Για μερικά πράγματα, πρέπει να υπάρχει αυτό το timing. Που καθορίζει την αξία κάποιων έργων. Και ίσως σε στιγματίζει κιόλας. Για εκείνους που γεννήθηκαν κάπου στη δεκαετία του ’80, προς τα μέσα και μετά, το «Garden State» μπορεί και να είναι μια ταινία που μιλά για τη ζωή τους σήμερα, ακριβώς όπως είναι αυτή τη στιγμή. Με τις ανασφάλειες, την αβεβαιότητα για το μέλλον, τα όνειρα, το άγχος των επιλογών, τις κρίσεις και την αίσθηση ότι ο θάνατος είναι μία κοντινή πραγματικότητα που (πλέον) αφορά σε δικούς τους ανθρώπους. Ήθελα πολύ να τα δω όλα αυτά στο σκηνοθετικό ντεμπούτο του Ζακ Μπραφ. Να τα αισθανθώ και να «βουλιάξω» μαζί τους. Αλλά δεν τα κατάφερα μέχρι τέλους. Ίσως γιατί υπάρχει αυτό το διαολεμένο timing. Κι εγώ αυτά τα έχω περάσει εδώ και χρόνια. Έχω πάρει «προαγωγή» στη φρίκη της πραγματικότητας…

Το φιλμ είναι σαφώς αυτοβιογραφικό, ο Μπραφ βρίσκεται παντού (σενάριο, σκηνοθεσία, πρώτος ρόλος), αλλά έχει έναν διακριτικό και γήινο τρόπο να σου περνάει κάτι βιωμένο και προσωπικό, δίχως να καταντά ναρκισσιστικό. Και γι’ αυτό χρειάζεται ταλέντο. Το οποίο, προφανέστατα, υπάρχει. Αλλά δεν «πετάει» ακόμη. Η εισαγωγή γίνεται με πλάνα – βινιέτες που σε κάνουν να πιστεύεις πως αν παρακολουθείς τις πιο μικρές λεπτομέρειες της ζωής, όλα γύρω σου δείχνουν ολότελα σουρεαλιστικά. Και όμορφα, ακόμη. Με τον πιο ασυνήθιστο τρόπο. Από τη βιοπάλη του σχεδόν άνεργου ηθοποιού στο Λος Άντζελες, ο Άντριου Λάρτζμαν πετάει προς τα πάτρια εδάφη για να παραστεί στην κηδεία της μητέρας του, στο Νιου Τζέρζι. Για λίγες μέρες θα βρεθεί αντιμέτωπος με το παρελθόν του, την άρνηση διαλόγου με τον πατέρα του, τους μάλλον κατεστραμμένους φίλους του και μία αναπάντεχη ευκαιρία να ερωτευθεί. Και κάποια μέρα θα πρέπει να πάρει την επόμενη πτήση. Προορισμός άγνωστος. Εκτός κι αν διαλέξει τι θέλει πραγματικά. Και καθοριστικά, σ’ ένα terminal αεροδρομίου.

Αν η γενιά αυτή, της δεκαετίας του ’80, χρειαζόταν τον δικό της «Πρωτάρη», μάλλον τον βρήκε. Με ομορφιά και πρωτοτυπία στο καδράρισμα, με ένα φοβερό γούστο στη μουσική επένδυση (που περνάει από τους Coldplay, τους The Shins και τους Iron and Wine μέχρι τους Thievery Corporation και τους Zero 7!), με σενάριο που μιλά όσο πρέπει σε ειλικρίνεια και σιωπά τόσο ρεαλιστικά εκεί που δεν χωράνε λόγια, και με ερμηνείες που σε βγάζουν από ένα σύμπαν κινηματογραφικό. Κερδισμένοι, η Νάταλι Πόρτμαν σε ένα εύθραυστο recital και ο Πίτερ Σάρσγκααρντ που έλκει επάνω του όλη σου την προσοχή με απονευρωμένους τόνους ειρωνείας. Ανάμεσά τους, υποκριτικά απαθής ο Μπραφ, ίσως από το άγχος για το συνολικό αποτέλεσμα ή δικαιολογημένος λόγω της ρολίστικης ανάγκης που τον θέλει μόνιμα «χαπακωμένο»…

Υπό το πρίσμα μιας γενιάς που δεν έχει τίποτα καλύτερο να κάνει από το να… μεγαλώνει, το «Garden State» είναι μία ωδή στην ήττα, με κάποιες στιγμές λανθάνουσας αισιοδοξίας. Το κάπως δειλό γύρισμα προς το καλύτερο του φινάλε, το ένοιωσα εκβιαστικό και πλάνα χαμογελαστό, αν και, με μια δεύτερη σκέψη, μένει να αιωρείται κι αυτό σε μία επικίνδυνη αβεβαιότητα. Γιατί, ακόμη και μέσω της εύρεσης της ευτυχίας, ποτέ δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει αύριο. Για τον Άντριου Λάρτζμαν, το σήμερα του δίνει κάτι που ονειρευόταν. Μετά τους τίτλους τέλους, κανείς μας δεν θα ξέρει ποια ήταν η συνέχεια. Για τα παιδιά εκείνης της γενιάς, το χαμόγελο μπορεί να είναι πιο πειστικό, συνδυασμένο με λίγο δάκρυ αληθινό. Για τους υπόλοιπους, η έξοδος από την αίθουσα θα συνοδεύεται από ένα μειδίαμα σαρκαστικό. Πλειοψηφικά, οι επόμενες μέρες δεν ήταν καλύτερες. Αλλά, εδώ είμαστε ακόμη, που θα μας πάει;

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Το άνωθεν κείμενο είναι η κριτική που έγραψα το 2005, όταν το φιλμ διανεμήθηκε για πρώτη φορά στους ελληνικούς κινηματογράφους. Συναισθήματα, ωραίες εικόνες, δυνατό καστ, καταπληκτικό soundtrack, σκηνοθετική καριέρα που… «έσκασε» σαν πυροτέχνημα και έσβησε. Η τελευταία ταινία που γύρισε ο (κυρίως ηθοποιός) Ζακ Μπραφ ήταν το… «Εκδίκηση με Στυλ» (2017)! Πόσο (δυσάρεστα) ειρωνικό…


MORE REVIEWS

Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, η μεσήλικη Χίλαρι, υπεύθυνη «γενικών καθηκόντων» σε κινηματογράφο της παραλιακής πόλης του Μάργκεϊτ, νιώθει σκιρτήματα πάθους για νεαρό μαύρο που πιάνει δουλειά ως ταξιθέτης.

ΧΤΥΠΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΛΥΒΑ

Ζευγάρι ερωτευμένων ανδρών με υιοθετημένη κορούλα περνά τις χαλαρές διακοπές του σε απομονωμένο σπιτάκι σε δάσος. Ένα χτύπημα στην πόρτα θα τους φέρει αντιμέτωπους με τέσσερις «εισβολείς» που απαιτούν από την οικογένεια να διαπράξει μια κανονική ανθρωποθυσία, επιλέγοντας (και) ποιο από τα μέλη της θα θανατώσει. Διαφορετικά, θα έρθει… η Αποκάλυψη!

ΑΣΤΕΡΙΞ & ΟΒΕΛΙΞ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΙΝΑ

Η μοναχοκόρη της Αυτοκράτειρας της Κίνας βρίσκει καταφύγιο στο γνωστό γαλατικό χωριό και ο Αστερίξ κι ο Οβελίξ προσφέρονται να βοηθήσουν σε επιχείρηση απελευθέρωσης της μητέρας της, ενώ παράλληλα ο Ιούλιος Καίσαρας καταστρώνει επεκτατικά σχέδια για την Ασία, έτσι ώστε να πείσει την Κλεοπάτρα να γυρίσει κοντά του.

ΜΕΡΕΣ ΞΗΡΑΣΙΑΣ

Νεαρός εισαγγελέας αναλαμβάνει υπηρεσία σε μικρή επαρχιακή πόλη που μαστίζεται από πολλαπλά κρούσματα καθίζησης της γης και έρχεται αντιμέτωπος μ' ένα σύστημα διαφθοράς που φτάνει πολύ ψηλά στην τοπική εξουσία.

ΔΥΟ ΦΙΛΟΙ ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΑΣΒΟΥΛΗΣ

Οι δύο θεότρελοι φίλοι Τούτσον και Λούντιγουντ επιστρέφουν και πάλι (από πότε;), προκειμένου να ζήσουν την περιπέτεια της ζωής τους, σε μια προσπάθεια να βρουν και να ζητήσουν βοήθεια από τον παππού του πρώτου, τον διαβόητο πειρατή Κάπτεν Τούτσον!