FreeCinema

Follow us

CASABLANCA (1942)

  • ΕΙΔΟΣ: Πολεμικό Ρομάντζο
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μάικλ Κερτίζ
  • ΚΑΣΤ: Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Κλοντ Ρέινς, Πολ Χάνραϊντ, Κόνραντ Βάιντ, Πίτερ Λόρε, Σίντνεϊ Γκρίνστριτ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 102'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ODEON

Πρώην ζεύγος εραστών συναντιέται στην ελεγχόμενη από Γάλλους δοσίλογους Καζαμπλάνκα, διότι εκείνη, από όλα τα καταγώγια σε όλες τις πόλεις του κόσμου, έπρεπε να μπει στο δικό του. Θα έχουν για πάντα το Παρίσι του πρόσφατου παρελθόντος τους, όμως, αυτή οφείλει στο παρόν της να φροντίσει την ασφαλή διαφυγή του αντιστασιακού συζύγου της. Προτού συλληφθούν οι συνήθεις ύποπτοι…

Όταν στις 25 Μαΐου του 1942, έπεφτε για πρώτη φορά στα studios της Warner στο Χόλιγουντ η κλακέτα των γυρισμάτων της «Καζαμπλάνκα», υποθέτω πως ουδείς εκ των εμπλεκόμενων στην παραγωγή του φιλμ μπορούσε να διανοηθεί πως εκείνη την ημέρα ξεκινούσε να γράφεται κινηματογραφική ιστορία. Πιο πιθανό για απαξάπαντες τους συμμετέχοντες στο φιλμ ήταν να αναλογίζονταν πως αποτελούν μέρος ενός project που ήταν… καταδικασμένο εν τη γενέσει του ν’ αποτύχει, παρά να κερδίσει τρία βραβεία Όσκαρ (από οκτώ συνολικά υποψηφιότητες) και (πολύ περισσότερο) μια θέση στην αιωνιότητα του σινεμά μέσω της λατρείας του κοινού γι’ αυτό. Όχι και άδικα, αφού όλα τα σημάδια αυτό έδειχναν.

Το σενάριο ήταν βασισμένο σ’ ένα θεατρικό έργο με τίτλο «Everybody Comes to Rick’s», το οποίο ουδέποτε είχε την τύχη να ανέβει στο Broadway, ελέω… ανυπαρξίας ενδιαφερόμενων παραγωγών. Οι έξι γραφιάδες του εξακολουθούσαν να γράφουν και να ξαναγράφουν το στόρι κατά την διάρκεια των γυρισμάτων, με αποτέλεσμα η πλειονότητα των σκηνών να γυρίζεται κατά σειρά εμφάνισης, μιας και ουδείς γνώριζε τι θα γίνει στη συνέχεια, ώστε να προσαρμόσει τις ανάγκες παραγωγής κατά τα κινηματογραφικά συνήθη. Όλοι οι βασικοί ηθοποιοί του καστ αποτελούσαν δεύτερες ή και τρίτες επιλογές για τους αντίστοιχους ρόλους, με τη Ίνγκριντ Μπέργκμαν να μην βλέπει την ώρα να τελειώνει μ’ αυτή την υποχρέωση, μιας και αυτό που διακαώς επιθυμούσε ήταν να παίξει πλάι στον Γκάρι Κούπερ, στο επόμενο της φιλμ, το «Για Ποιον Χτυπά η Καμπάνα» (1943). Ούτε, όμως, ο σκηνοθέτης ήταν εκείνος που ο παραγωγός Χαλ Γουόλις εξαρχής ήθελε, καθώς η αρχική του επιθυμία ήταν ο Γουίλιαμ Γουάιλερ. Στράφηκε στον καλό του φίλο Μάικλ Κερτίζ μόνο όταν πληροφορήθηκε πως ο πρώτος δεν ήταν διαθέσιμος την περίοδο εκείνη. Ακόμη και ο τίτλος της ταινίας θεωρήθηκε άκομψη προσπάθεια οικειοποίησης προϋπάρχουσας παραγωγής, μιας και «αντέγραφε» το εμπορικά επιτυχημένο φιλμ «Algiers» του 1938 (αμερικάνικο remake του έξοχου γαλλικού «Πεπέ Λε Μοκό»). Όταν, όμως, το φιλμ έκανε πρεμιέρα στα τέλη της χρονιάς του 1942, όλα αυτά πήγαν περίπατο…

Η πλοκή αντλούσε έμπνευση από την απαραίτητη για την εποχή πατριωτική προπαγάνδα περί Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, μπολιάζοντας στο κλασικής μορφής ερωτικό της τρίγωνο, περίπλοκες πολιτικές παραμέτρους της πολεμικής σύγκρουσης, ώστε να κάνει το στόρι κομματάκι πιο ιντριγκαδόρικο. Η άφιξη της Ίλσα στο bar του Ρικ, προς αναζήτηση visa ώστε να διαφύγει μαζί με τον ηγέτη της Αντίστασης (και σύζυγό της) προς Λισαβόνα και από εκεί για Αμερική, λειτουργεί ως το έναυσμα του δράματος, καθώς οι μυστήριοι θαμώνες του μαγαζιού, ο διεφθαρμένος Γάλλος αρχηγός της τοπικής (δοσίλογης) Αστυνομίας και ο Ταγματάρχης της Γκεστάπο που εδρεύει στην περιοχή, μπλέκουν με τους… πρώην και νυν εραστές σ’ έναν κύκλο δοκιμασίας της πίστης, του αλτρουισμού και της ηθικής τους. Μπορούν, όμως, αυτές οι έννοιες να σταθούν ως αξίες εν καιρώ πολέμου ή μήπως σε καταστάσεις σαν και τούτη η προδοσία είναι που διατηρεί το πάνω χέρι;

Ως καθαρόαιμη ιστορία πάθους και έρωτα λογίζεται η «Καζαμπλάνκα», αλλά ο σκοτεινός, πεσιμιστικός της τόνος τη φέρνει αρκετά κοντά στο νουάρ. Ο Ρικ του Μπόγκαρτ, άλλωστε, συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά ενός τυπικού ήρωα του genre. Άνθρωπος της πιάτσας με παρελθόν αρκούντως σκοτεινό, φιλόσοφος της ζωής με κυνικές ατάκες που τσακίζουν, αλλά και πληγωμένος από τη ζωή, αφού αναγκάστηκε να φύγει άρον-άρον από το Παρίσι, όταν σε αυτό έμπαιναν οι Ναζί, δίχως την μεγάλη του αγάπη Ίλσα. Εύλογα ίσως, και εξαιτίας αυτών που του έχουν συμβεί, έχει εξελιχθεί από φιλεύσπλαχνο οραματιστή σε ψυχρό πραγματιστή, κάτι που εξηγεί κατά κάποιον τρόπο τη φιλία του με τον αμφιβόλου ηθικής αρχηγό της Αστυνομίας της Καζαμπλάνκα, Λουί Ρενό. Αμφότεροι φαίνονται να συμφωνούν στην ματαιότητα που κρύβει η ανθρώπινη φύση, αλλά και ν’ αναγνωρίζουν την ανυπαρξία της εντιμότητας στις προθέσεις του οποιουδήποτε. Αν και δείχνουν μίζεροι και σκωπτικοί, κατά βάθος διατηρούν κάποιες αδιαπραγμάτευτες αρχές στον χαρακτήρα τους. Ειδικά ο Ρικ, που χωρίς να το επιδιώκει μπλέκει σε μια περιπέτεια από την οποία είναι μαθηματικά βέβαιο πως ουδέν όφελος δύναται να αποκομίσει.

Το άκρως εντυπωσιακό είναι πως όλα όσα θεωρούνταν αρχικά ως προβλήματα, τα οποία θα λειτουργούσαν (υποτίθεται) ως τροχοπέδη στην ταινία, τελικά κατέληξαν να ενισχύσουν τον μύθο της. Η ικανότητα των δίδυμων αδελφών σεναριογράφων Τζούλιους και Φίλιπ Επστάιν στη συγγραφή μιας σειράς από μυθικές ατάκες, αποτελούν όχι μόνο βασικότατη παρακαταθήκη της «Καζαμπλάνκα» προς την pop κουλτούρα, αλλά ισχυρό δέλεαρ παρακολούθησής της. Το αυτό ισχύει για σύσσωμο το πρωταγωνιστικό καστ, το οποίο αν και εν πολλοίς βρέθηκε κατά λάθος να παίζει στο φιλμ, σε κάνει ν’ απορείς πως διάολο η πρώτη επιλογή για τον ρόλο του Ρικ ήταν ο… Ρόναλντ Ρέιγκαν και όχι ο Μπόγκαρτ με την καμπαρντίνα και το απαράμιλλο στυλ του. Οι δεύτεροι ρόλοι των Λόρε και Γκρίνστριτ (οι οποίοι επιλέχθηκαν βάση της προϋπηρεσίας τους πλάι στον Μπόγκι στο «Γεράκι της Μάλτας» του 1941), προσδίδουν την απαραίτητη αύρα μυστηρίου ως συμπλήρωμα στο βαρύ ρομάντζο του φιλμ, ενώ το «As Time Goes By» που ο Σαμ παίζει στο piano του κατά παραγγελία της Ίλσα, θα αντηχεί για πάντα ως σημάδι αγιάτρευτης ερωτικής πληγής. Το δε φινάλε είναι φτιαγμένο για την αιωνιότητα, με μόνο την τελευταία ατάκα του «Μερικοί το Προτιμούν Καυτό» (1959) να μπορεί να συναγωνιστεί σε διαχρονικότητα τούτη την επιθυμία περί αρχής μιας υπέροχης φιλίας. Από την άλλη, τα flashback του Παρισιού αποπνέουν έντονη μυρωδιά από b-movie, καθώς η τεχνική του back projection είναι κάκιστη, ακόμα και για την εποχή εκείνη. Ποιος νοιάζεται, όμως; «Here‘s looking at you, kid», όπως θα έλεγε και ο Ρικ.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Δεν πρόκειται για την κορυφαία ταινία όλων των εποχών, όπως πολύ μεγάλη μερίδα κοινού και κριτικής θεωρεί, όμως, οι μύθοι καμιά φορά δεν έχουν ανάγκη από τέτοιους ανούσιους τίτλους. Η αγάπη του κόσμου είναι αυτή που έχει κάνει την «Καζαμπλάνκα» ν’ αντιμετωπίζεται με διαχρονικό θαυμασμό, μαζί φυσικά με τη μαγεία που κουβαλά γύρω της και την οποία πρεσβεύει όσο λίγες ταινίες της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ. Από τα φιλμ εκείνα που οφείλεις να έχεις δει έστω μία φορά στη ζωή σου στο σινεμά. Ή να ξαναδείς, μιας και είναι γεγονός ότι… κάθε τόσο επανέρχεται στους (θερινούς ειδικά) κινηματογράφους.


MORE REVIEWS

ΤΟ ΚΕΝΤΡΙ

Μικροαπατεώνας ο οποίος επιθυμεί να εκδικηθεί το θάνατο φίλου του, συνεργάζεται με άσσο των μεγάλων σαλονιών της απάτης, υφαίνοντας από κοινού περίτεχνο σχέδιο εξαπάτησης διαβόητου αρχιμαφιόζου.

Η ΝΥΧΤΑ ΤΩΝ ΒΡΙΚΟΛΑΚΩΝ

Στην καρδιά της Τρανσυλβανίας των μέσων του 19ου αιώνα, ο καθηγητής Αμπρόνσιους και ο αφελής βοηθός του Άλφρεντ περιοδεύουν με σκοπό την αναζήτηση και εξολόθρευση βρικολάκων. Χρησιμοποιώντας σαν ίχνη πορείας τα θύματα που αφήνουν πίσω τους τα βαμπίρ σε διάφορα μικρά χωριά, θα καταλήξουν στο κάστρο του μυστηριώδη Κόμη φον Κρόλοκ.

Η ΝΟΝΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

Διερμηνέας του τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών της Αστυνομίας οικειοποιείται μεγάλη παρτίδα «χόρτου», το οποίο εν συνεχεία διοχετεύει στην παριζιάνικη αγορά, καταφέρνοντας να λύσει κατ’ αυτόν τον τρόπο το οικονομικό της πρόβλημα. Το εμπόριο ναρκωτικών, όμως, δεν είναι παίξε-γέλασε. Ή μήπως είναι;

ΚΑΤΙ ΤΡΕΧΕΙ ΣΤΟ ΣΕΝ ΤΡΟΠΕ

Στο Σαν Τροπέ, φεγγάρια και νύχτες τρελές, και μ’ ένα τουίστ ανάβω στην πίστα φωτιές, το ξενύχτι το αντέχω όσο στο πλευρό μου σ’ έχω, ναι, στο Σαν Τροπέ!

ΛΑΣΙ ΓΥΡΝΑ ΣΠΙΤΙ

Η σπιτονοικοκυρά θέλει να τους διώξει εξαιτίας του σκυλιού, μόλις που έχουν μετακομίσει γιατί έχασαν το σπίτι τους, η σύζυγος είναι έγκυος, ο σύζυγος μένει ξαφνικά άνεργος και το αγοράκι τους δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τη Λάσι του.