FreeCinema

Follow us

Τζόρνταν Πιλ: Hell yeah!


Η απόλυτα απρόσμενη επιτυχία του «Τρέξε!» πρόσφερε στον Τζόρνταν Πιλ την ελευθερία να τολμήσει ακόμη περισσότερο και να ξεφύγει από τα όρια του mainstream σινεμά, παραμένοντας εντός του πλαισίου των μεγάλων χολιγουντιανών παραγωγών! Το «Ούτε Καν» είναι η πιο… ακραία (μέχρι σήμερα) περίπτωση της σπουδαίας και ανανεωτικής για τα είδη του σινεμά τρόμου και φαντασίας πορείας του. Ο Ηλίας Φραγκούλης μίλησε μαζί του, σε αποκλειστικότητα για την Ελλάδα και το FREE CINEMA.

Λόγω της φύσης των ταινιών του, ο Τζόρνταν Πιλ δεν είναι ένας εύκολος συνομιλητής. Εννοείται ότι πρόκειται για έναν πολύ έξυπνο άνθρωπο. Ο λόγος του, λοιπόν, μπορεί έξαφνα να πάρει μια… λαβυρινθώδη τροπή, που ενίοτε (θα) σε κάνει ν’ αναρωτιέσαι… «Τι είπε;»! Το γεγονός ότι οι περισσότερες συνεντεύξεις που γίνονται για στουντιακές παραγωγές, πια, μας υποχρεώνουν να «επικοινωνούμε» μέσω κλήσεων στο Zoom, δεν κάνει τα πράγματα ευκολότερα. Οι ερωτήσεις «πέφτουν»… εξ αποστάσεως, η δυνατότητα να δημιουργηθεί ένα όποιο ίχνος διαλόγου και αλληλεπίδρασης μ’ έναν άνθρωπο που βρίσκεται στην άλλη άκρη του πλανήτη είναι κάπως ανέφικτη, «weird». Αλλά… μιλάμε για τον Τζόρνταν Πιλ. Δεν υπήρχε περίπτωση να αρνηθώ την εμπειρία αυτή. Αφήστε που μετά την πρώτη παρακολούθηση του «Ούτε Καν» (Nope), είχα διαπιστώσει ότι ο τύπος είχε πετύχει τρία στα τρία! Αλάνθαστος, δημιουργικός, τρελός σε έμπνευση και διάθεση ρίσκου σκηνοθετικά και σεναριακά, ο Πιλ είναι για μένα μία από τις ελάχιστες υπολογίσιμες δυνάμεις στο σημερινό Χόλιγουντ. Και επιβιώνει με όλα αυτά τα χαρακτηριστικά μέσα στο… στόμα του στουντιακού «λύκου»! Hell yeah!

Έχετε μία πολύ ενδιαφέρουσα και καινούργια οπτική για το σινεμά τρόμου, πρωτόγνωρη και τόσο φιλόδοξη, θα έλεγα. Ποιος είναι ο στόχος σας ως δημιουργού, πέρα από το πλαίσιο της αποδοχής, από κοινό ή κριτικούς; Πότε αντιλαμβάνεστε εσείς ότι πετύχατε αυτό το στόχο;

Για μένα, η προσπάθειά μου είναι να δημιουργήσω κάτι που θα προσφέρει μια διέξοδο, τη φυγή μέσω μιας ταινίας, που ο θεατής μπορεί απλά να παρακολουθήσει ή να την επεξεργαστεί στο μυαλό του αργότερα. Η ανταμοιβή είναι να βλέπω το «διάλογο» που ανοίγει μια ταινία, να βλέπω το φάσμα των ιδεών (μου) που παίρνουν οι άνθρωποι από αυτήν. Κάθε φόρμα Τέχνης που καταφέρνει κάτι τέτοιο, για μένα, έχει απίστευτη σημασία, πόσω μάλλον όταν πρόκειται για δουλειά μου.

Σε μια εποχή όπου κυριαρχούν τα franchises, τα prequels, τα sequels, έως και τα… requels, πόσο δύσκολο είναι για έναν οραματιστή δημιουργό, όπως εσείς, να πείσει ένα major studio του Χόλιγουντ να στηρίξει την παραγωγή μιας ταινίας που, στην πραγματικότητα, «δοκιμάζει» τα όρια του mainstream σινεμά;

Λοιπόν, κοιτάξτε, είναι κυρίως η τροχιά των ιστοριών που αφηγούμαι και διερευνώ εκείνη η οποία μου προσφέρει τις δυνατότητες που μπορώ να έχω (και) για την επόμενη. Όταν έκανα το «Τρέξε!», το στοίχημά μου ήταν να πετύχει τόσο ώστε να μου επιτρέψει να κάνω (κι) άλλη μια ταινία. Αν το κατάφερνα, τότε είχα πετύχει. Αυτό ζητούσα. Οπωσδήποτε, ήταν μια αναπάντεχα μεγάλη επιτυχία. Με το «Ούτε Καν», ήξερα πως έπρεπε να δοκιμάσω να σπρώξω τα πράγματα πέρα από τα όρια του τι μου επέτρεπαν να κάνω. Κι έτσι, με κάθε τρόπο νομίζω, προσπάθησα να προσθέσω ένα ακόμη μεγαλύτερο «λιθαράκι», πιο ενδιαφέρον και πιο επικεντρωμένο στο σινεμά που επιθυμώ να κάνω. Και πρέπει να πω ότι η Universal ήταν δίπλα μου σε κάθε βήμα, σε όλη αυτή τη διαδρομή. Mε στήριξε και δεν έπαψε ποτέ να το κάνει, σε όλες τις προκλήσεις της ταινίας.

Η υποπλοκή με το κυνήγι της «αδύνατης» («impossible») λήψης, ήταν κάτι που μου άρεσε πολύ στο φιλμ. Πως προέκυψε στο «Ούτε Καν» αυτό το κυνήγι του αδύνατου;

Λοιπόν, ξέρετε, η ιδέα της «αδύνατης» λήψης βρίσκεται στη σύλληψη της κάθε ταινίας. Θα έπρεπε να είναι σε κάθε ταινία. Διότι κάθε ταινία είναι μια ψευδαίσθηση, σαν να κλείνεις τη μαγεία σ’ ένα μπουκάλι, να δημιουργείς μια σκηνή σ’ έναν κόσμο που δεν υπάρχει.

Πως αποφασίσατε να συνεργαστείτε με τον Χόιτε Bαν Χόιτεμα στο πόστο του διευθυντή φωτογραφίας; Τι τον κάνει τόσο καλό, τόσο ιδιαίτερο;

Είναι ένας πραγματικά ιδιαίτερος διευθυντής φωτογραφίας. Είχα δει διάφορες δουλειές του, το «Άσε το Κακό να Μπει», το «Δικός της», ταινίες στις οποίες μπόρεσε να περάσει τον ρομαντισμό και τη μαγεία. Είχε δουλέψει και με τον Κρίστοφερ Νόλαν στο «Interstellar», στο «Tenet», στη «Δουνκέρκη», με λήψεις τόσο ανοιχτού πεδίου δράσης, αναπτύσσοντας την τεχνολογία σε απίστευτο επίπεδο. Αυτά είναι στοιχεία που χρειαζόμουν και στις δύο πλευρές της ιστορίας μου και, πραγματικά, υπάρχει μόνο ένας Χόιτε. Επιπλέον, έχει εκπληκτική αίσθηση του χιούμορ, που για μένα είναι κάτι πολύ σημαντικό, ήταν κι αυτό ένα «εργαλείο».

Σε τι βαθμό επηρέασε η εμπειρία της πανδημίας τις επιλογές σου όσον αφορά στην αφήγηση, τη διάθεση και την ατμόσφαιρα του «Ούτε Καν»;

Ξεκίνησα αυτή την ταινία το 2020, υπό συνθήκες πανδημίας, νοιώθοντας αβοήθητος, όπως όλοι μας, βλέποντας τους εαυτούς μας να καταφέρνουμε να προχωράμε, για να βγούμε μέσα από αυτή τη φρίκη σαν από θαύμα, με τα τηλέφωνά μας στα χέρια. Με απορρόφησε η ιδέα αυτής της ανημποριάς, που «ρουφάει» τους αγαπημένους μας μακριά από εμάς, αβοήθητους. Ένιωθα ότι το μόνο μου «καταφύγιο» ήταν να σχεδιάσω ένα θέαμα, να δημιουργήσω μια ταινία στην οποία η ευθύνη μου ήταν να «υιοθετήσω» αυτό που συνέβαινε γύρω μου και να το μεταμορφώσω σε κάτι μαγικό. Και δεν είναι τυχαίο ότι η ενέργεια, η ελπίδα, η περιπέτεια, η χαρά και η αγάπη διαπερνούν αυτή την ταινία μ’ έναν αποφασιστικό τρόπο, γιατί στο τέλος αυτής της διαδικασίας ένιωσα ότι αυτό είναι που χρειαζόμασταν. Και το χρειαζόμουν κι εγώ.

Έχω δει μια δήλωσή σας, στην οποία λέτε ότι κάνετε ταινίες για τα πράγματα που σας τρομάζουν περισσότερο. Τώρα, αφού κάνατε το «Ούτε Καν», πως αισθάνεστε; Άλλαξε κάτι σε σχέση με τις φοβίες σας; Υπάρχουν κι άλλα πράγματα που σας τρομάζουν και μάλλον σας εμπνέουν κινηματογραφικά;

Είναι πολλά αυτά που με τρομάζουν αυτό το διάστημα. Ξέρετε, θα σας έλεγα το θέμα της επόμενης ταινίας μου, αλλά μετά θα έπρεπε να σας σκοτώσω, κάτι που θα ήταν αδύνατον, αφού εσείς βρίσκεστε στο γραφείο σας, στη χώρα σας. Αλλά, ξέρετε, αυτό που ψάχνω πάντα, αυτό που με τρομάζει κατάβαθα, είναι αυτό που δεν έχω δει, δεν έχει καταγραφεί σε κάποια ταινία, και πιστεύω ότι, στο τέλος της ημέρας, καταλήγει να είναι κάτι ανθρώπινο, με την έννοια ότι στις ταινίες αυτό που (με) τρομάζει είναι η αντίδρασή μας στα πράγματα, η βεβαιότητα ότι οι άνθρωποι… τα γαμάνε όλα! Έχουμε πολλές τέτοιες καταστάσεις σε εξέλιξη τώρα, οπότε δεν είμαι σε θέση αυτή τη στιγμή να σας πω ποιο θα είναι το θέμα της επόμενης ταινίας μου…

Το «Ούτε Καν» μπορεί να κάνει αρκετούς θεατές ν’ αναρωτηθούν: είναι ταινία επιστημονικής φαντασίας ή πρόκειται για ένα φιλμ τρόμου; Θεωρείτε ότι υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στα δύο είδη; Μπορείτε να διακρίνετε ποια είναι τα σημεία στα οποία συναντιούνται και γίνονται ένα;

Πολύ καλή ερώτηση. Η διαφορά για μένα είναι αυτή η ιδέα της μαγείας. Στις ταινίες τρόμου υπάρχει μια τάση ταύτισης με το ανεξήγητο, είναι η ιδέα, η νοοτροπία που δεν μπορείς να εξηγήσεις, δεν υπάρχει λογική εξήγηση για πράγματα που συμβαίνουν. Η επιστημονική φαντασία είναι πιο λογική, προσγειωμένη, με την έννοια πως για οτιδήποτε συμβαίνει σ’ ένα φιλμ, υπάρχει μια πολύ συμπαγής επιστημονική εξήγηση. Το σημείο όπου αυτά τα δύο είδη ξεπερνούν τα όριά τους, είναι ο χώρος στον οποίο μου αρέσει να παίζω. Γιατί μου αρέσει να υπάρχει αυτή η αναζήτηση για κάποιου είδους απάντηση στο ερώτημα «Είμαστε μόνοι στο σύμπαν;», υπάρχει το υπαρξιακό ερώτημα της σύμπνοιας, το πόσο μακριά μπορούμε να φτάσουμε… Αυτά είναι ερωτήματα που ακουμπούν στους βαθύτερους φόβους μου. Οπότε, ναι, αγαπώ αυτά τα δύο είδη και αγαπώ περισσότερο τις ταινίες όπου μπλέκονται αυτά τα όρια, τα φιλμ του «Frankenstein», η «Μύγα»

Οι ταινίες σας έχουν πάντα πολύ μικρούς, σχεδόν μονολεκτικούς τίτλους. Πως προέκυψε αυτό και τι χαρακτηρίζει έναν καλό τίτλο για εσάς;

Σαν επιχειρηματίας μιλώντας, ένας καλός τίτλος είναι κάτι που λέει στον άλλον περί τίνος πρόκειται (η κάθε ταινία). Προφανώς θέλεις κάτι που είναι εύκολο να το θυμηθεί κάποιος, αλλά πιστεύω ότι οι τίτλοι μου είναι συμπεριληπτικοί. Και με αυτό εννοώ ότι είναι τίτλοι που λαμβάνουν υπόψιν (και) τον θεατή. Το «Get Out», το «Nope», είναι «πράγματα» που το κοινό νιώθει όταν βλέπει την ταινία. Ακόμα και το «Us» είναι συμπεριληπτικό. Δεν ξέρω, ένα μέρος της διαδικασίας επιλογής του τίτλου είναι να προσπαθεί να χτίσει μια σχέση με τον θεατή πριν καν αρχίσει η ταινία.

Γιατί επιλέξατε οι βασικοί ήρωες του «Ούτε Καν» να είναι δυο αδέλφια και όχι μια πλήρης, παραδοσιακή οικογένεια; Πως καταλήξατε σ’ αυτή την επιλογή;

Πρόκειται για ακόμη ένα παράδειγμα σχέσης που ένιωσα ότι δεν έχει εκπροσωπηθεί αρκετά στο σινεμά και ήταν ευκαιρία να το κάνω. Υπάρχουν πολλά αδέλφια εκεί έξω, που δεν έχει ειπωθεί η ιστορία τους, και για μένα που είμαι μοναχοπαίδι, με μεγάλωσαν σαν ένα τέτοιο, γνώρισα έναν «αδελφό» πολύ αργότερα στη ζωή μου, ένιωσα σαστισμένος από τη μαγική σύνδεση που έχουν τ’ αδέλφια, από τη βαθιά τους (αλληλο)κατανόηση. Ένιωσα σαν να μην είχαν γυριστεί ακόμη όλες οι σπουδαίες ταινίες που θα μπορούσαν να έχουν για κύριους πρωταγωνιστές αδέλφια!

Δεν είχαμε ξαναδεί, ούτε καν φανταστεί ποτέ κάτι σαν την εξωγήινη οντότητα τούτου του φιλμ. Πώς συλλάβατε την ιδέα για την εμφάνισή του και τον τρόπο που κινείται;

Μιλώντας αποκλειστικά για τον ιπτάμενο δίσκο, σκεφτόμουν πολύ τον Μάικλ Μάγερς (από τη «Νύχτα με τις Μάσκες»), τον τρόμο αυτής της απλής, μινιμαλιστικής μάσκας και το πως είναι ένας ιπτάμενος δίσκος από μόνος του, χωρίς να είναι επιβαρυμένος με πολλές λεπτομέρειες οπτικών εφέ, επιτρέποντάς μας να του δώσουμε μια απλή και minimal εμφάνιση. Έτσι, προσεγγίζεται καλύτερα το μυστήριο που βρίσκεται πίσω από τη μάσκα, πως μπορεί να είναι εσωτερικά. Καθώς ανακαλύπτουμε σταδιακά στη διάρκεια του φιλμ τι συμβαίνει στο εσωτερικό του, ήταν πολύ σημαντικό η αποκάλυψη να λειτουργεί φυσικά, να είναι ελεγχόμενος και να πετά, αλλά να είναι (και) αρκετά εντυπωσιακός, ώστε να μην μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω του. Το πιο επικίνδυνο πράγμα που να μπορείς να κάνεις μαζί του ήταν, απλά, το να τον κοιτάς! Ήθελα να δημιουργήσω κάτι που θα σε προκαλούσε να το κοιτάς.

Οι κριτικές που έχετε λάβει για τα έργα σας μέχρι σήμερα, επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο γράφετε;

Ναι, είπα νωρίτερα πως ο σκοπός μου (εδώ) ήταν να δημιουργήσω ένα θέαμα, γιατί ήθελα ο κόσμος να έρθει να δει την ταινία και να δει την (όποια) αλήθεια ήθελα να βγάλω από μέσα μου. Κατά τη διαδικασία της γραφής του σεναρίου, προσπάθησα να βγάλω αυτή την αλήθεια, το θέαμα που είχα δηλώσει ότι θα κάνω, έναν δικό μου εθισμό στο να πετύχω το αδύνατο και να (με) ρωτήσω τι είναι αυτό, γιατί είμαι εθισμένος στο θέαμα, όπως και ο υπόλοιπος κόσμος. Το νόημα της ταινίας μου έγινε ξεκάθαρο κατά τη διάρκεια του γραψίματος του σεναρίου.

Έχουν υπάρξει στιγμές σε κάποιο set στις οποίες μπορεί να δακρύσατε γιατί τα συναισθήματα της σκηνής ήταν τόσο έντονα;

Αυτό έχει συμβεί σε μερικές από τις ταινίες μου, όταν μιλώντας με κάποιον από τους ηθοποιούς, προσπαθώντας να εκμαιεύσω συγκεκριμένα συναισθήματα. Υποθέτω ότι σε κάποιες περιπτώσεις πρέπει να βιώσεις (κι εσύ) ο ίδιος το συναίσθημα, αυτό που περιγράφεις, αυτό για το οποίο μιλάς, ώστε… Ναι, υπήρξαν κάποιες φορές που προσπαθώντας να οδηγήσω κάποιον σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο, συνέπασχα με τον χαρακτήρα, καταλήγοντας ν’ απελευθερώνω (και) κάτι κρυμμένο από μέσα μου. Αυτό είναι ένα είδος ψυχοθεραπείας που κοστίζει πολύ ακριβά! Συμβαίνει γυρίζοντας ταινίες.

Ένα από τα κακά στις ταινίες τρόμου είναι ότι οι χαρακτήρες συρρικνώνονται από το φόβο και τις κακουχίες τους, και μετατρέπονται σε αβοήθητα θύματα που το βάζουν στα πόδια. Ήταν σημαντικό να το αντιστρέψεις αυτό στο «Ούτε Καν» και να προσφέρεις στους Χέιγουντ μια περιπέτεια, με όλα όσα αυτό συνεπάγεται;

Ήξερα από καιρό ότι στο μέλλον θα έκανα μια ταινία με ιπτάμενο δίσκο, από καιρό ήθελα να κάνω μια ταινία που οι άνθρωποι θα εγκλωβίζονταν σ’ ένα σπίτι από έναν ιπτάμενο δίσκο που «χορεύει» γύρω του. Αλλά η επινόηση του να προσπαθήσεις να το καταγράψεις αυτό με μια κάμερα, την ενέργεια και τη χαρά που μπορεί να το κάνει πραγματικότητα, ήταν στοιχεία που έδωσαν μια συναρπαστική ώθηση στην ταινία. Δούλευα πάνω σε κάτι διαφορετικό όταν συνέβη η δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ και ξεκίνησαν όλες αυτές οι συγκεντρώσεις διαμαρτυρίες. Εγώ, οι Αφροαμερικανοί συνολικά, και πολλοί άνθρωποι σε ολόκληρο τον κόσμο, ένιωθαν αυτή την αγωνία και νομίζω ότι η αβεβαιότητα αν αυτή η ταινία θα ήταν «σωστή», με κάποιο τρόπο έγινε επιθυμία. Η απόρριψη του πόνου και του τρόμου μ’ έκανε να νιώσω ότι είχε φτάσει η στιγμή γι’ αυτή την ταινία.

Θεωρώ ότι υπάρχει μια πολύ σατιρική σκοπιά σχετικά με την «ιδεολογία» της (παλιάς) Άγριας Δύσης εδώ. Για παράδειγμα, ένας Κορεάτης διευθύνει ένα theme park – ράντσο κι ένας Αφροαμερικανός παρουσιάζεται σαν ο καουμπόης που έρχεται να σώσει το ανθρώπινο είδος! Πρόκειται για την εκδίκηση μιας νέας, πιο απελευθερωμένης Αμερικής ενάντια στον ρατσισμό της παλιάς;

Όχι, το στοιχείο του γουέστερν σε αυτή την ταινία βρίσκεται κάτω από το πρίσμα της μυθολογίας της αμερικανικής Άγριας Δύσης. Ξέρετε, με το πρότυπο του λευκού καουμπόη να το παίζει κυρίαρχος και να κορδώνεται γι’ αυτό, ενώ στην πραγματικότητα οι αληθινοί καουμπόηδες διέφεραν τόσο από αυτή την αντίληψη. Ξέρετε, πολλοί Αφροαμερικανοί ήταν καουμπόηδες! Αλλά το θέμα της εξάλειψης κι εκείνο του θεάματος αντικατοπτρίζουν δύο διαφορετικές όψεις του exploitation στο Χόλιγουντ. Η «θεαματικοποίηση» από τη μια πλευρά, σχετίζεται και με το clip δευτερολέπτων του μαύρου αναβάτη, που ήταν ο πρώτος ο οποίος καταγράφηκε σε «φιλμ», και δεν ξέρουμε καν ποιος είναι. Το «Ούτε Καν», λοιπόν, είναι κάτι σαν συνέχεια, το «sequel» εκείνης της έννοιας. Η αυθεντική έννοια της «θεαματικοποίσης» ενός μαύρου ανθρώπου, της μειονότητας, ενός περιθωριακού, έως την μεταγενέστερη διαγραφή αυτής της συνθήκης.

Τι πιστεύετε για τους εξωγήινους; Είμαστε μόνοι ή πρόκειται για μία αλαζονική σκέψη;

Θα έλεγα ότι είναι απολύτως τρελό να είμαστε μόνοι στο σύμπαν και, παρεμπιπτόντως, το να είμαστε μόνοι είναι μία ακόμα πιο τρομακτική σκέψη για μένα. Η σκέψη ότι δεν είναι πιο πολύπλοκο απ’ όσα μπορούμε να δούμε μπροστά από τα μάτια μας, ότι αυτό είναι όλο… Πραγματικά πιστεύω ότι εξωγήινοι και εξωγήινοι πολιτισμοί, πράγματα που δεν μπορούμε να φανταστούμε, φυσικά και υπάρχουν.

Τι σας τραβά στο να παίρνετε γνωστά, pop τραγούδια και να τα χρησιμοποιείτε όσο πιο «παράξενα» γίνεται; Μετά το «I Got 5 on It» από το «Εμείς», εδώ έχουμε μια αρκετά εκκεντρική χρήση του «Sunglasses at Night» του Κόρεϊ Χαρτ!

Μου αρέσει να παίρνω τραγούδια, υπέροχα τραγούδια, και να τα τοποθετώ σ’ ένα πλαίσιο το οποίο αλλάζει το περιεχόμενό τους για πάντα. Ένα από τα αγαπημένα μου παραδείγματα ήταν στα «Gremlins», τα χριστουγεννιάτικο κλασικό τραγούδι «Do You Hear What I Hear?» που ακουγόταν στη σκηνή στις σκάλες, είχε κολλήσει στο μυαλό μου και… Ναι, πιστεύω τελικά πως είναι ένας καλός τρόπος να δημιουργήσεις μία iconic στιγμή, αν φυσικά υπάρχει ένας πραγματικά καλός λόγος για να χρησιμοποιήσεις τραγούδι σ’ εκείνη τη στιγμή.

Αλήθεια, ποια είναι η αγαπημένη σας ταινία τρόμου και γιατί;

Κάθε φορά που μου κάνουν αυτή την ερώτηση… δίνω και διαφορετική απάντηση! Αν θα πρέπει να σας απαντήσω τώρα, θα έλεγα ότι είναι το «Alien». Είναι, πιστεύω, μια ξεχωριστή ταινία, που μας φέρνει σ’ επαφή μ’ έναν κόσμο απόλυτης συνοχής κι ένα τέρας που τον κάνει τόσο αληθινό.

Η ταινία «Ούτε Καν» έχει ξεκινήσει την προβολή της στους ελληνικούς κινηματογράφους, σε διανομή της εταιρείας Tulip.


MORE INTERVIEWS

ΓΟΥΙΛΙΑΜ ΧΕΡΤ. ΑΠΑΓΓΕΛΙΕΣ ΦΟΒΟΥ.

Συναντηθήκαμε το καλοκαίρι του 2004 στη Νέα Υόρκη, με αφορμή την έξοδο του «Σκοτεινού Χωριού» του Μ. Νάιτ Σιάμαλαν. Ήταν ενθουσιασμένος με την εμπειρία της συνεργασίας τους. Θαυμάσιος ηθοποιός, ίσως ακόμα πιο ωραίος άνθρωπος στην καθημερινότητά του. Ο θάνατός του, σε ηλικία 71 ετών, από φυσικά αίτια, ξάφνιασε τους πάντες χθες το βράδυ και με έκανε να θυμηθώ αυτή τη συνέντευξη από τότε…

Ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος για το «Monday».

Δεν είχε τύχει να το κάνουμε ξανά έτσι, να μιλάμε μόνοι μας, μπροστά από κάμερες. Μας αρέσει να μιλάμε εκεί έξω, γενικά. Το «Monday», η νέα ταινία του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου, στάθηκε η καλύτερη αφορμή για να βρεθούμε… κι έτσι. Όπως συμβαίνει συνήθως, με ανθρώπους του (ελληνικού) σινεμά που εκτιμώ καλλιτεχνικά, δεν προέκυψε μία «συνέντευξη», αλλά μια μεγάλη σε διάρκεια κουβέντα. Που θα μπορούσε να συνεχίζεται για ώρες…

«Trainspotting»: The Cannes interview.

Το Μάιο του 1996, το Φεστιβάλ των Καννών υποδέχθηκε ένα βρετανικό φιλμ που είχε προκαλέσει σάλο στην πατρίδα του από τα τέλη Φεβρουαρίου εκείνης της χρονιάς. Ο υπόλοιπος πλανήτης περίμενε να δει με τα ίδια του τα μάτια εάν όλο αυτό το hype για το «Trainspotting» ήταν αληθινό. Η πρεμιέρα της ταινίας έσκασε σαν βόμβα molotov στην Κρουαζέτ. Ακολούθησε το μεγαλύτερο και πιο rock party όλων των εποχών! Κι εγώ, μαζί μ’ αυτά, έχω να θυμάμαι μια συνέντευξη με τους τρεις ανθρώπους που δημιούργησαν… το μύθο.

ΟΥΜΑ ΘΕΡΜΑΝ: ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΓΡΙΕΜΕΝΟ ΠΛΗΘΟΣ.

Το 1994 βρέθηκα στο Φεστιβάλ των Καννών και είχα την ευκαιρία να συναντήσω την Ούμα Θέρμαν, με αφορμή την πρεμιέρα του «Pulp Fiction» του Κουέντιν Ταραντίνο. The rest is history. Κυριολεκτικά, από τα πράγματα που (αξίζει να) θυμάσαι για πάντα.

Γκιγέρμο ντελ Τόρο: Η φαντασία είναι το παν.

Το 2006 είχα τη χαρά να συναντήσω τον Γκιγέρμο ντελ Τόρο στο Φεστιβάλ των Καννών, όπου παρουσίασε για πρώτη φορά στον κόσμο το φιλμ το οποίο απογείωσε την καριέρα του, όσο και τη σημασία του ονόματός του καλλιτεχνικά. Φυσικά, ήταν ο «Λαβύρινθος του Πάνα». Εννοείται πως η εμπειρία ήταν αξέχαστη. Γιατί ο άνθρωπος αυτός αγαπάει απίστευτα πολύ αυτό που κάνει. Μαζί και την κινηματογραφική Τέχνη. Και τι υπέροχο μυαλό, διάβολε!