FreeCinema

Follow us

ΔΙΚΟΣ ΤΗΣ (2013)

(HER)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Σπάικ Τζονζ
  • ΚΑΣΤ: Χοακίν Φίνιξ, Σκάρλετ Τζοχάνσον, Έιμι Άνταμς, Ρούνεϊ Μάρα, Κρις Πρατ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 126’
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: AUDIO VISUAL

Συγγραφέας ευχετηρίων επιστολών, με το διαζύγιο στις τζίφρες, αποκτά εθισμό με θηλυκή φωνή λειτουργικού συστήματος που τον συντροφεύει παντού μέσω κινητού. Γίνεται να ερωτευθούν;

Είχε περάσει σχεδόν ένα τέταρτο από την ώρα που άρχισε η ταινία. Κοίταξα το ρολόι. Έκπληξη. Θα ορκιζόμουν πως είχαν περάσει τρία τέταρτα! Λίγο πριν από το τέλος τού «Δικός της», αισθάνθηκα μια ανακούφιση επειδή δε χρειάστηκε ποτέ στη ζωή μου να καταφύγω στην ψυχανάλυση. Και είναι τόσο ειρωνικό, να προσπαθώ να αναλύσω εδώ ένα φιλμ δίχως ψυχή, το οποίο «καταγγέλλει» την απουσία τού όποιου ψυχισμού από τον σύγχρονο κόσμο. Φαύλος κύκλος…

Στην πραγματικότητα, ο Σπάικ Τζονζ επιχειρεί να κάνει μια μοντέρνα αλληγορία για την ανάγκη, όμως, στο φινάλε, έχει γυρίσει μια ταινία με… «ειδικές ανάγκες». Η σύλληψη τής κριτικής του απέναντι στις νέες τεχνολογίες είναι απόλυτα τετριμμένη, παλαιομοδίτικη και συντηρητική, όπως η στερεοτυπική αντίληψη των πιο γερασμένων μυαλών που κατηγορούν την… «αποξενωτική» χρήση του διαδικτύου ως φορέα κάθε σημερινής κοινωνικής συμφοράς και έκφρασης μοναχικότητας! Η άποψή του για τον αυτοματισμό και την ανάγκη «δικτύωσης» με την τεχνολογία μυρίζει ναφθαλίνη και μπορεί να σε κάνει να κλωτσήσεις από νωρίς στο φιλμ, ενώ κάποιες λεπτομέρειες σε βάζουν στη δυσάρεστη θέση να θέλεις να του προτείνεις να πατήσει και ένα κάποιο update button, μπας και «τρέξει» λίγο καλύτερα η έμπνευση… Παρακολουθούμε ένα φουτουριστικό, κοντινό μέλλον στο οποίο τόσοι υπάλληλοι εργάζονται για τη συγγραφή επιστολών αγάπης, συμπαράστασης ή ευχών (σε δήθεν χειρόγραφη μορφή, κιόλας!), ενώ το τεχνολογικό πλαίσιο της κοινωνίας την οποία απεικονίζει βρίσκεται σε επίπεδο φωνητικής άσκησης εντολών και… έγινε; Please! (Οι θεατές που βγήκαν από σπηλιά μόλις πρόσφατα ίσως διαφωνήσουν…)

Ακόμη και σκηνογραφικά, ο φουτουριστικός κόσμος του Τζονζ πάσχει από ιδέες και περιορίζεται στη μοντερνιά τού προφανούς, μέσω locations που παντρεύουν το Λος Άντζελες με τη Σανγκάη ως μια πιο… pop «κλινική» φούσκα, απλά και μόνο. Ειδικά ο χώρος στον οποίο κατοικεί ο Θίοντορ, απηχεί τον κατασκευασμένο χαρακτήρα τού ήρωα της ταινίας και, επιτέλους, κάποτε θα πρέπει να σχολιάζουμε και το πώς ένας υπαλληλάκος ζει σε ένα τέτοιο διαμέρισμα ή βρίσκεται σε θέση να καταναλώνει κάθε προχώ γκατζετιά της αγοράς (λέγε με και σεναριακή τρύπα…)! Επειδή τρέφω μια συμπάθεια προς τις δουλειές του κυρίου Τζονζ, αν περνούσε από το χέρι μου, θα τον προέτρεπα να δει το «Θείο μου» του Ζακ Τατί, για να καταλάβει τι θα πει έργο δημιουργού με στοχασμό και χιούμορ και ψυχή, που πιάνει το θέμα τού μοντερνισμού και της απομάκρυνσης του είδους μας από την επαφή, το συνάνθρωπο και το χειροπιαστό συναίσθημα, για να υποπέσει σε υποκατάστατα της «εξέλιξης».

Ο κεντρικός ήρωας του Θίοντορ είναι ένας τραυματισμένος από μελαγχολικά… κλισέ χαρακτήρας, ο οποίος και δεν πείθει για το δράμα τού πρόσφατου χωρισμού του (ένας χρόνος, για την ακρίβεια…), αλλά ούτε και για το πόσο νορμάλ είναι. Που πρέπει να είναι, γιατί μονάχα έτσι μπορεί να στηριχθεί σε γερά θεμέλια η εξέλιξη του ρομάντζου με τη Σαμάνθα, το φωνητικά σέξι λειτουργικό σύστημα. Η φήμη του Χοακίν Φίνιξ δεν ταυτίζεται με αυτό που θα αποκαλούσαμε νορμάλ, όμως, ο ηθοποιός κάνει φιλότιμες προσπάθειες για να αποδώσει κάτι το γήινο, έτσι ώστε να λειτουργήσει πιο ουσιαστικά η «κόντρα» της φύσης μεταξύ αυτών των δύο ρόλων. Το λάθος τού Τζονζ είναι ότι φορτώνει με μια (θα το πω κολακευτικά) απάθεια, σχεδόν κατώτερης νοημοσύνης, το Θίοντορ, του οποίου η επιστροφή προς τη ζωντάνια και το… refresh τού έρωτα παίρνει τη μορφή πράξεων που φέρνουν στο νου τον «μπεμπεκισμό». Σε συνδυασμό με τη «στεγνή» γκαρνταρόμπα και τα πάντοτε άχαρα, ψηλοκάβαλα παντελόνια του, ο Θίοντορ της ταινίας ταιριάζει περισσότερο με την εικόνα ενός ανθρώπου που βγήκε για πρώτη φορά στη ζωή του έξω από το… άσυλο. Όσο για τον συναισθηματικό του κόσμο, γνωρίζουμε έναν ήρωα που αποζητά την αγάπη μέσα από τη φωνή (ρεαλιστικά) της Σαμάνθα, όντας ήδη χαρακτηρισμένος… ωτο-αυνανιστής (βλέπε σκηνή «τηλεφωνικού σεξ») από τα πρώτα λεπτά τού φιλμ. Η χροιά της φωνής είναι που καθορίζει την ηδονή και γεμίζει την καρδιά ταυτόχρονα, εμμένοντας, όμως, στο ίδιο πράγμα, τελικά; Τι είδους σεναριακή εξέλιξη είναι αυτή για ένα χαρακτήρα;

Μιλώντας περί… αυτοϊκανοποίησης, ο Τζονζ είχε την εξυπνάδα να βάλει στο ρόλο της Σαμάνθα μια από τις πλέον τυπικές ανδρικές φαντασιώσεις. Και είναι αλήθεια πως η Σκάρλετ Τζοχάνσον πείθει ότι αποκτά τα συναισθήματα μιας απόλυτα γήινης εμπειρίας μονάχα με τους τονισμούς του ηχοχρώματός της. Αν το καλοσκεφτείς, όμως, και πάλι μιλάμε για έναν αυτο-κανιβαλισμό τού σεναρίου, που γίνεται ελαφρά αποδεκτός λόγω χιούμορ – σε κάποιο επίπεδο ανάγνωσης – και μόνο.

Οι συνδιαλέξεις τής Σαμάνθα με το Θίοντορ είναι μια γλυκερή εκδοχή τής σχέσης τού Ντέιβ με το HAL 9000 και αυτό έχει την πλάκα του! Το ενδιαφέρον τους κορυφώνεται στην απόπειρα ρεαλιστικής επαφής, με το «βοηθητικό» σώμα τής Ιζαμπέλα (Πόρσια Ντάμπλντεϊ), ίσως της καλύτερης στιγμής τού «Δικός της», εκεί που πάει πραγματικά κάτι να πει. Δυστυχώς, το σεναριακό αδιέξοδο στο οποίο οδηγείται ο Τζονζ «επιλύνεται» με βεβιασμένες δραματικές φυγές, που μετατοπίζουν το κέντρο βάρους τού φιλμ από την καταπολέμηση της μοναξιάς στο αναπόφευκτο… πένθος τής μοναξιάς. «Είμαι δική σου και δεν είμαι», λέει η Σαμάνθα, με μια ευκολία που αναιρεί όλους τους κόπους τού Θίοντορ. Μαζί και τους όποιους δικούς σου.

Ο Τζονζ ολοκληρώνει με μια συγγνώμη (χωρίς να χρειάζεται να ξαπλώσει για το ωριαίο session του, αφού στο σινεμά έχουμε και ηθοποιούς γι’ αυτά…), αφιερώνει την ταινία σε τέσσερις εκλιπόντες συνεργάτες από προηγούμενα projects του και αφήνει τους σημερινούς hipsters να λιώνουν με Arcade Fire. Δεν είμαι σίγουρος ποιο από όλα τα μηνύματα που έμπλεξε στο «Δικός της» μπορεί να πέρασαν σε ένα θεατή που, πλέον, περισσότερο στενοχωριέται επειδή μπορεί να μην πιάνει το wi-fi στην κινηματογραφική αίθουσα. Αν πατάει σε τέτοιες, δηλαδή…

«Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας απλός άνθρωπος που ζούσε σε έναν κόσμο όπου ψηλά κτήρια άγγιζαν τον ουρανό, οι άνθρωποι φορούσαν έντονα πολύχρωμα πουκάμισα και ψηλοκάβαλα παντελόνια, και όλοι είχαν ένα φίλο – λειτουργικό σύστημα, ο οποίος ήταν πρόθυμος να είναι δίπλα τους για πάντα. Ο Θίοντορ, όμως, δεν ήταν σαν τους άλλους. Μπορούσε να καταλαβαίνει τις ανάγκες των συνανθρώπων του και να γράφει γράμματα που μιλούσαν απευθείας στις βαθύτερες ανάγκες τους. Πάντα ήξερε τι να πει για την κατάλληλη περίπτωση και οι λέξεις ήταν η μαγική του δύναμη. Η μεγαλύτερη αδυναμία του, όμως, ήταν η μοναξιά του.»

Το «Δικός της» θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί ένα παραδοσιακό παραμύθι. Ήδη από τα πρώτα λεπτά, ο Σπάικ Τζoνζ ξεκινά να χτίζει με φροντίδα τον φανταστικό του κόσμο, να χρωματίζει την παλέτα του με τα πιο έντονα δυνατά χρώματα και να γεμίζει ρεαλιστικές λεπτομέρειες αυτόν τον μελλοντολογικό κόσμο, όπως οφείλει να κάνει κάθε σωστός παραμυθάς. Γνωρίζει ότι για να πετύχει η αφήγηση, πρέπει αρχικά να δημιουργηθεί ένας πλήρης, πιστευτός κόσμος, ακόμα κι αν, χρονικά, τοποθετείται στο απροσδιόριστο αλλά όχι και τόσο μακρινό μέλλον. Όπως, όμως, σε κάθε σωστό παραμύθι, η ουσία πίσω από την ιστορία πρέπει να είναι επίκαιρη και διαχρονική, ικανή να μεταφράζεται ανεξάρτητα από το χωροχρονικό πλαίσιο της αφήγησης ή/και του αφηγητή και να αφορά τον ίδιο τον αποδέκτη κάθε εποχής.

Αυτός είναι και ο λόγος που το «Δικός της» χτυπάει διάνα. Παρά το sci-fi περιτύλιγμα, η ταινία του Σπάικ Τζoνζ δεν είναι ποτέ τίποτα παραπάνω από μία προσωπική ιστορία επιβίωσης. Μέσα στο ακραία τεχνολογικό περιβάλλον τής πραγματικότητας του φιλμ και την εποχή τής αποξένωσης και της συναισθηματικής απομάκρυνσης στην οποία εκτυλίσσεται η ιστορία, ο Θίοντορ δεν κάνει τίποτα παραπάνω από το να προσπαθεί να βρει νέες διεξόδους και μέσα επικοινωνίας, να αποδεχθεί τον εαυτό του ανεξάρτητα από αυτό που οι άλλοι επιθυμούν από τον ίδιο και να ανακαλύψει τον καθρέφτη του, με όποιον τρόπο τού επιτρέπει η σύγχρονή του κοινωνία.

Υπό αυτή, λοιπόν, την προσέγγιση, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι, όπως η πλειοψηφία των παραμυθένιων ηρώων, ο Θίοντορ είναι μοναχικός, παρεξηγημένος και (συνήθως) απομονωμένος από τους υπόλοιπους. Ούτε φαίνεται παράταιρη η υπερβολή των περιφερειακών χαρακτήρων, που κυρίως σκοπό έχουν να καθοδηγήσουν τη συναισθηματική διαδρομή τού ήρωα. Η geek φιλία τής Έιμι (Άνταμς), το αποτυχημένο τυφλό ραντεβού (Ολίβια Γουάιλντ), η επιθετική και προσβλητική πρώην σύζυγος Κάθριν (Μάρα), όλες καλύπτουν λεπτά τής υπόθεσης μόνο και μόνο για να περιγράψουν τον ίδιο το Θίοντορ και να αναδείξουν την ιδανικότητα της Σαμάνθα. Εξάλλου, το φιλμ ανήκει μόνο σε εκείνον και εκείνη.

Οι σκηνές μεταξύ τους είναι τόσο αυθεντικές που τίποτα άλλο στην ταινία δε μοιάζει να έχει πλέον σημασία. Από τη στιγμή της «γνωριμίας» και τα χαζολογήματα το βράδυ λίγο πριν απ’ τον ύπνο μέχρι τη στιγμή του… παρένθετου σεξ και του κοινού τους (υποψήφιου για Όσκαρ τραγουδιού) «Moon Song», η σχέση τού Θίοντορ και της Σαμάνθα μοιάζει τόσο αληθινή που γίνεται επίπονη. Όταν η αστοχία ενός λογισμικού μεταδίδει τον ίδιο πόνο όσο ένας χωρισμός και η συνειδητοποίηση της πραγματικής λειτουργίας ενός προγράμματος ισοδυναμεί με μια έντονη στιγμή συναισθηματικής έκρηξης, τότε καταλαβαίνεις ότι ο Τζονζ κάτι έχει κάνει πολύ καλά.

Το διεισδυτικό σενάριο μπορεί να φαίνεται «high concept», όμως, ουσιαστικά αδικείται αν εκλαμβάνεται έτσι. Η ιστορία τού «Δικός της» είναι μια βασική, οικουμενική, ανθρώπινη αφήγηση, με τις ιδιαίτερες λεπτομέρειες απλά να αποτελούν το κερασάκι στην τούρτα. Η πολυπλοκότητα δεν είναι αυτοσκοπός και οι ιδιαίτερες λεπτομέρειες τής αφήγησης υπάρχουν απλά για να υπογραμμιστεί η αλήθεια της ταινίας. Ο Τζονζ δε στέκεται στην παράδοξη σχέση μεταξύ ανθρώπου και λογισμικού αλλά παρακολουθεί τους ήρωές του να περνούν τα στάδια του ενθουσιασμού, της εξάρτησης, της συνήθειας και της ζήλιας, όσο ανακαλύπτουν ό ένας τον άλλον και, κυρίως, τον ίδιο τους τον εαυτό, εστιάζοντας στην ψυχή της ιστορίας. Όλη η υπερβολή τής υπόθεσης και η sci-fi γαρνιτούρα υπηρετούν αποκλειστικά και μόνο αυτόν το σκοπό.

Τίποτα από τα παραπάνω, όμως, δε θα είχε πραγματικό αντίκτυπο αν δεν υπήρχαν ο Χοακίν Φίνιξ και η Σκάρλετ Τζοχάνσον ως φορείς όλων των συναισθημάτων. Από τη μια πλευρά, ο Φίνιξ συνεχίζει να μεταμορφώνεται από ταινία σε ταινία, αποδεικνύοντας ότι τα πολύχρωμα πουκάμισα και η εσωστρέφεια του Θίοντορ του ταιριάζει εξίσου με τη φρενήρη προσωπικότητά του στο «The Master». Στο «Δικός της», ο Φίνιξ επιστρατεύει το βλέμμα, τη γλώσσα τού σώματος και μικρά, ανεπαίσθητα σχεδόν, τικ για να διανθίσει το χαρακτήρα του, καταφέρνοντας να χτίσει έναν ολοκληρωμένο και ανθρώπινο χαρακτήρα, που σταδιακά χάνει τη μοναδικότητά του και γίνεται εσύ, εγώ, ο καθένας μας.

Από την άλλη, ο ρόλος της Τζοχάνσον ουσιαστικά χτίζει πάνω στο προφίλ τής σέξι παρουσίας, που έχει καλλιεργήσει η ίδια και οι επιλογές της (αφαιρώντας, όμως, την εικόνα) για να δημιουργήσει τελικά κάτι καινούργιο, όσο την εκτοξεύει στη σφαίρα τού ιδανικού. Η Σαμάνθα της είναι η απόλυτη φαντασίωση, που μόνο με τη φωνή της καταφέρνει να πλάσει μια αληθινή προσωπικότητα, όσο ανακαλύπτει τις δυνάμεις, τις ικανότητες και τους περιορισμούς της. Οι απότομες αλλαγές στη φωνή αλλά και η σταδιακή μετάλλαξη του τόνου, που από ψυχρός και στερεοτυπικά σέξι, γίνεται όλο και πιο έντονα φορέας πραγματικών συναισθημάτων, επιτρέπουν στην Τζοχάνσον να αποδείξει ότι, μερικές φορές, και μόνο η φωνή αρκεί για μια μεγαλειώδη ερμηνεία.

Το μόνο κακό που βρίσκω στην ταινία, είναι ότι, αναπόφευκτα, γίνεται πολύ προσωπική, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει να μην μπορέσει να τους πλησιάσει όλους. Ακριβώς, όμως, για τον ίδιο λόγο, αν τελικά σε αγγίξει, σε κάνει κομμάτια, με αποτέλεσμα να είναι σχεδόν ακατόρθωτο να καταφέρεις στη συνέχεια να την αποβάλεις από μέσα σου. Και αυτό είναι ακριβώς το «κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» του παραμυθιού.


MORE REVIEWS

Η ΙΟΥΛΙΕΤΑ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΩΝ

Η μεσόκοπη Τζουλιέτα υποψιάζεται πως ο σύζυγός της ερωτοτροπεί με άλλες γυναίκες και στρέφεται μέχρι και στον μυστικισμό για να ξεπεράσει τα υπαρξιακά της προβλήματα. Πού θα βρει τη λύτρωσή της; Στο «μαζί» ή στο «μόνη»;

GREENLAND: ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

Κομμάτια ενός κομήτη πλησιάζουν απειλητικά τη Γη. Πολιτικός μηχανικός που βρίσκεται σε διάσταση με τη σύζυγό του, λαμβάνει κυβερνητικό μήνυμα στο κινητό του, το οποίο τον καλεί να πάρει την οικογένειά του και να κατευθυνθούν προς καταφύγιο για… λίγους και εκλεκτούς. Θα φτάσουν ποτέ;

ΟΙ ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ

Στο πέρας έξι ετών, η Αγγελική Αντωνίου καταγράφει με την κάμερά της τους άγνωστους κατοίκους της Αθήνας, τα αδέσποτά της, δίνοντας «φωνή» στην παρουσία, τους χαρακτήρες, τις ιδιαιτερότητες, αλλά και την… αδέσποτη ομορφιά τους.

ΑΚΑΤΑΜΑΧΗΤΟΣ

Επικοινωνιολόγος των Δημοκρατικών, που δεν διάγει λαμπρές ημέρες εξαιτίας της ήττας του κόμματος στις προεδρικές εκλογές, ανακαλύπτει χρυσάφι σε χωριό του Γουισκόνσιν, στο πρόσωπο βετεράνου στρατιωτικού. Τον πείθει να κατέβει για Δήμαρχος στις τοπικές εκλογές προσδοκώντας σε μεγάλα κομματικά οφέλη από πιθανή του νίκη, όμως οι αντίπαλοι Ρεπουμπλικάνοι δεν πρόκειται να κάτσουν με σταυρωμένα χέρια.

ΟΙ ΖΩΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΖΗΣΑ

Κατάκοιτος πατέρας, χαμένος στον μπερδεμένο κόσμο της άνοιας, αναπολεί στιγμές του παρελθόντος του. Η κόρη του είναι εκεί για να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα. Θα βρει τη ζωή που (δεν) ζει;