FreeCinema

Follow us

THE HUNGER GAMES: ΦΩΤΙΑ (2013)

(THE HUNGER GAMES: CATCHING FIRE)

  • ΕΙΔΟΣ: Περιπέτεια Φαντασίας
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Φράνσις Λόρενς
  • ΚΑΣΤ: Τζένιφερ Λόρενς, Τζος Χάτσερσον, Γούντι Χάρελσον, Λίαμ Χέμσγουορθ, Ελίζαμπεθ Μπανκς, Σαμ Κλάφλιν, Ντόναλντ Σάδερλαντ, Φίλιπ Σίμουρ Χόφμαν
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 146'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ΣΠΕΝΤΖΟΣ

Ο προκλητικός τρόπος με τον οποίο η Κάτνις κέρδισε τους 74ους Αγώνες Πείνας, σώζοντας ταυτόχρονα τη ζωή του Πίτα, έγινε η φωτιά που άναψε το φιτίλι της επανάστασης στις 12 καταδυναστευμένες Περιοχές του Πάνεμ. Στις παραμονές των επετειακών 75ων Αγώνων, ο Πρόεδρος / δικτάτορας Σνόου απειλεί αυτοπροσώπως την Κάτνις με κανονικό πόλεμο, αν δεν πείσει τον κόσμο πως δρα ως τυφλή από έρωτα κορασίδα και ουχί ως αντάρτισσα.

Το δεύτερο, ομότιτλο βιβλίο της Σουζάν Κόλινς (προτού το άνευ εύκολων λύσεων, απαντήσεων, ηθικοπλαστικών διδαγμάτων και αναίμακτων happy end, πραγματικά σπουδαίο «Mockingjay / Κοτσυφόκισσα» – που στο σινεμά θα μεταφερθεί σε δύο μέρη – κλείσει αποστομωτικά την τριλογία της) είναι σαφώς καλύτερο από το πρώτο. Ομοίως, αυτό το φιλμ του Λόρενς («Ζωντανός Θρύλος»), που φέρει τις υπογραφές των Σάιμον Μποφόι («127 Ώρες») και Μάικλ Άρντ («Toy Stoy 3») στο σενάριο, αφήνει το δια χειρός Γκάρι Ρος προηγούμενο να… φάει τη σκόνη του.

Όπως στο χαρτί, έτσι και στο κινηματογραφικό πανί, ο μύθος του Πάνεμ αρχίζει να αποκαλύπτει περισσότερες διαστάσεις και να αποκτά τη δική του, ξεχωριστή ταυτότητα. Συγκρίσεις με pop ή / και cult φαινόμενα σαν τα «Battle Royale» και «The Truman Show», που κατά τους περσινούς «Αγώνες Πείνας» έγιναν (δικαίως) κατά κόρον, πλέον δεν αρκούν ή είναι εντελώς άστοχες. Όχι μόνο γιατί αυτή τη φορά στην αρένα δε ρίχνονται παιδιά. Το πώς το θέαμα μαζικής κατανάλωσης μπορεί να γίνει το απόλυτο όπλο άσκησης εξουσίας, παραμένει κεντρικός προβληματισμός τής αφήγησης. Δίπλα σε αυτόν, όμως, έρχονται να προστεθούν και άλλοι, εξίσου σημαντικοί και επίκαιροι στους κοινωνικοπολιτικά ταραγμένους καιρούς που ζούμε. Τώρα που η εκ ΜΜΕ, διαδικτύου και social media υπερ-πληροφόρηση τείνει να μπερδεύει αντί να ξεκαθαρίζει, να ευνοεί το μονόλογο αντί το διάλογο, εκμηδενίζοντας τα όρια ανάμεσα στη δημόσια και την προσωπική ζωή.

Είναι πλέον ξεκάθαρο πως για την Κάτνις και τον Πίτα η ανάγκη τού να ζουν δύο διαφορετικές ζωές (μια για τις κάμερες και μια για τους εαυτούς τους) είναι ζήτημα επιβίωσης. Μόνο που αυτή η τραμπάλα είναι δύσκολη. Οδυνηρή. Ανεξέλεγκτη. Οι κοινές, εφιαλτικές εμπειρίες τούς ενώνουν, ενώ η εικόνα των ερωτοχτυπημένων Νικητών, που υποχρεούνται να συνθέσουν για τα μάτια του κόσμου, μοιραία τους χωρίζει. Έφηβοι που αναγκάστηκαν να ωριμάσουν βιαίως, πασχίζουν να καταλάβουν πού σταματά ο ρόλος και πού αρχίζει το «είναι», πού το ψέμα και πού η αλήθεια, πού η λογική και πού το συναίσθημα, πού ο εγωισμός και πού η ευθύνη, πού ο εχθρός και πού ο σύμμαχος. Και κάπως έτσι τεστάρουν τα όριά τους. Ανακαλύπτουν το τι είναι διατεθειμένοι να κάνουν. Και αν όχι το γιατί, τουλάχιστον το για ποιον το κάνουν. Καθώς γίνεσαι μάρτυρας σε αυτόν τον έσωθεν και έξωθεν αγώνα τους, έρχεσαι αντιμέτωπος με το ανυπέρβλητο γκρίζο της ανθρώπινης φύσης και συνειδητοποιείς. Πως οι πραγματικοί ήρωες δεν είναι ηγέτες. Είναι διστακτικά, ταπεινά πλάσματα, φορτωμένα αβάσταχτες ενοχές, ορατές και αόρατες ουλές. Πως ο κόσμος μπορεί να αλλάξει προς το καλύτερο μόνο από όσους δεν προσπαθούν συνειδητά για αυτό. Και πως τα όποια (ηθικά, ταξικά, πολιτικά, πολιτιστικά, οικονομικά, σεξιστικά…) ξεκάθαρα, τακτοποιημένα, δύο άκρα είναι πλάνη. Περίτεχνα κατασκευάσματα άσκησης εξουσίας. Στην πραγματικότητα, φυσικά, η αληθινή ζωή συμβαίνει πάντα στο ανάμεσα.

Ο Λόρενς, σε αρμονική συνέργεια με τους σεναριογράφους και τους ηθοποιούς του, κοιτάζει κατάματα την επίμονα οικεία, αφοπλιστικά ρεαλιστική, διφορούμενη ποιότητα των χαρακτήρων του. Αφενός την αντικατοπτρίζει στις εικόνες του, κατεβάζοντας δραματικά τους τόνους στα χρώματα. Η Περιοχή 12 είναι, πια, σχεδόν ολοκληρωτικά γκρίζα, αμετάκλητα βουτηγμένη στο κάρβουνο των ορυχείων της. Το ίδιο και το (καταπράσινο κατά το Ρος) χειμωνιάτικο τώρα, απογυμνωμένο δάσος της. Αντίστοιχα, η Κάπιτολ και η αρένα παραμένουν μεν πολύχρωμες, αλλά είναι πλέον πολύ πιο σκοτεινές, πασαλειμμένες με χλωμές, σβησμένες, σε αποσύνθεση, θαρρείς, αποχρώσεις. Αφετέρου αντικαθιστά τα με κάμερα στο χέρι, κουνημένα, πανικόβλητα κάδρα τού Ρος (που… φλούταραν εύστοχα τη φρίκη τής αρένας, χρίζοντάς την PG-13) με σταθερά, σίγουρα πλάνα. Έτσι όχι μόνο συλλαμβάνει και το παραμικρό που εκφράζει, βουβά ή μη, το πρόσωπο της φωτισμένης πρωταγωνίστριάς του, αλλά και δεν αποστρέφει το βλέμμα από τη βία της ηρωίδας της: το βέλος που βρίσκει στην καρδιά τον «συμπαίκτη» της άμα τη αφίξει της στην αρένα φεύγει αναμφίβολα εκούσια, από το δικό της τόξο.

Παράλληλα, αν και αυτή τη φορά όλο το χορταστικό ζουμί των περιφερειακών των Κάτνις και Πίτα χαρακτήρων στο βιβλίο δε χωρά στην οθόνη, οι πιο σημαντικοί για τη συνέχεια (Φίνικ, Τζοάνα, Χέβενσμπι, Σνόου, Γκέιλ και Πριμ) προλαβαίνουν να αφήσουν το στίγμα τους, με δύο – τρεις καίριες σκηνές διαλόγων (του Σνόου με το Χέβενσμπι, αλλά και την εγγονή του είναι οι πιο χαρακτηριστικοί), καίρια εκτελεσμένες από τους σθεναρούς ερμηνευτές τους. Κανείς, όμως, δε βγαίνει πιο ευνοημένος από το Χέιμιτς τού Χάρελσον και την Έφι τής Μπανκς. Η μεν εξανθρωπίζεται επιτέλους, τόσο με την αμηχανία της κατά τη διάρκεια του Θερισμού, όσο, κυρίως, καθώς αποχαιρετά την Κάτνις και τον Πίτα, ομολογώντας με δάκρυα στα μάτια πως τους άξιζε μια καλύτερη τύχη. Και ο δε δίνει απύθμενες αιτίες στον αλκοολισμό του, φωτίζοντας ταυτόχρονα όλο το στοιχειωμένο σκοτάδι τής τσακισμένης ψυχής των Φόρων Υποτελείας, με μια απλή και όμως τόσο ουσιαστική ατάκα: «Από την αρένα δε βγαίνουν νικητές. Βγαίνουν επιζώντες».

Stop. Erase. Rewind. Όλα τα παραπάνω μπορείς να τα προσπεράσεις. Να τα αγνοήσεις. Αρκεί να ξέρεις πως, ναι, αυτό το δεύτερος μέρος αυτής της κινηματογραφικής τετραλογίας είναι ένα προσχεδιασμένο blockbuster – ένα καθαρόαιμο δείγμα σινεμά διασκέδασης. Είναι, όμως, ό,τι καλύτερο μπορεί να σου προσφέρει αυτό το τελευταίο. Επικό. Συναρπαστικό. Ακαταμάχητα συγκινητικό (όταν υψώνονται τα φιλημένα τρία δάχτυλα του χεριού ή όταν η ηλικιωμένη παίκτρια Μαγκς, με ένα σιωπηλό, αποχαιρετιστήριο φιλί, πάει να συναντήσει την ομίχλη). Με διακριτικό, αλλά καταλυτικό χιούμορ, να αποκρυσταλλώνει το δράμα. Σασπένς που σου τρώει απολαυστικά τα σωθικά. Απρόβλεπτη, εθιστική εξέλιξη (ακόμα και εγώ που έχω ξεκοκαλίσει δις τα βιβλία πιάστηκα εξ απροόπτου). Και μια επιβλητική, ήδη οσκαρούχο πρωταγωνίστρια, που όσα βραβεία και να πάρει στην καριέρα της, λίγα θα είναι.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Ναι, ναι, ναι! Μην κάνεις το λάθος και αγνοήσεις αυτή τη «Φωτιά», όπως αγνοήθηκαν οι (κατώτεροί της) «Αγώνες Πείνας», που έσκισαν παντού πλην του… Ελληνιστάν. Όπως είπε και η περίφημη κριτικός των New York Times, Μανόλα Ντάργκις, «δεν αποτελεί ένα σπουδαίο έργο Τέχνης, αλλά είναι μια ικανή, συναρπαστική ταινία και καταφέρνει κάτι στο οποίο αποτυγχάνουν καλύτερες, καλλιτεχνικά πιο αξιοσημείωτες ταινίες: μιλά για τη στιγμή της στο χρόνο (It speaks to its moment in time)».


MORE REVIEWS

BLOW-UP

Mod φωτογράφος μόδας κυκλοφορεί αμέριμνος σε λονδρέζικο πάρκο και τραβά ό,τι του αποσπά την προσοχή. Ανάμεσα στις εικόνες που θα εμφανίσει αργότερα, θα εντοπίσει ένα χέρι μ’ ένα πιστόλι που σημαδεύει δυο εραστές και θα πιστέψει εμμονικά πως υπήρξε μάρτυρας φόνου.

Η ΧΑΜΕΝΗ ΚΟΡΗ

Αγγλίδα μόνη, σε διακοπές στις Σπέτσες, παρατηρεί φασαριόζικη οικογένεια λουόμενων και, συνειρμικά, ο νους της «σκαλίζει» διαρκώς τραύματα του δικού της νεανικού παρελθόντος, λάθη μητρότητας κι επιλογές μιας ζωής που… έχασε.

ΟΥΠΣ 2! Ο ΝΩΕ ΞΑΝΑ ΕΦΥΓΕ...

Οι περιπέτειες του Φίνι και της Λία συνεχίζονται, αυτή τη φορά εκτός κιβωτού, όταν μετά από ένα απρόσμενο συμβάν καταλήγουν στον ωκεανό. Τώρα θα πρέπει να βάλουν τα δυνατά τους προκειμένου να επανενωθούν με την οικογένειά τους πριν να είναι αργά!

ΤΑ ΤΡΙΑ ΠΑΤΩΜΑΤΑ

Τρεις οικογένειες, οι οποίες διαμένουν σε τριώροφο κτήριο στα προάστια της Ρώμης, αντιμετωπίζουν σωρεία προβλημάτων στις εσωτερικές σχέσεις τους, που δεν λένε να λυθούν όσα χρόνια κι αν περάσουν.

ΜΑΪΣΑΜΠΕΛ

Χήρα δολοφονημένου Βάσκου πολιτικού λαμβάνει επιστολή από τον φυλακισμένο, πλέον, εκτελεστή του συζύγου της, ο οποίος εκφράζει την επιθυμία να τη συναντήσει. Τα έντεκα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει, άραγε, μπορούν να έχουν γιατρέψει τις πληγές;

MR KLEIN

MR KLEIN

Αυτό με τα δύο πιτσιρίκια με τα αστεία ονόματα, που τα ξαμολάνε σε κάτι ωραία τοπία και σφάζουν συμπαίκτες για να κερδίσουν σ’ ένα παιχνίδι, τώρα με ακόμη πιο «πατρινό καρναβάλι για πάντα» στολές και «όχι στη βία» αιματάκι.