FreeCinema

Follow us

Ο ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΓΚΑΤΣΜΠΥ (2013)

(THE GREAT GATSBY)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μπαζ Λούρμαν
  • ΚΑΣΤ: Λεονάρντο ΝτιΚάπριο, Τόμπι Μαγκουάιρ, Κάρεϊ Μάλιγκαν, Τζόελ Έτζερτον
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 143’
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: VILLAGE FILMS

Πτωχός κι εκκολαπτόμενος χρηματιστής μετακομίζει σε σπιτάκι παραπλεύρως μυστηριώδους πολυεκατομμυριούχου, ο οποίος πρέπει να είχε καρδιοχτύπι αθεράπευτο με την εξαδέλφη του, που όμως παντρεύτηκε άλλον πλούσιο και γείτονα της απέναντι όχθης του Λονγκ Άιλαντ. Μπορεί να ξαναζήσει ο παλιός εκείνος έρωτας αν συναντηθούν και πάλι;

«You can’t repeat the past», λέει ο χαρακτήρας του Νικ Κάραγουεϊ στον… «Υπέροχο Γκάτσμπυ», σε μια σκηνή της ομώνυμης, τέταρτης – official – μεταφοράς του βιβλίου του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Παραδόξως, η ίδια ατάκα ταιριάζει απόλυτα και στον Αυστραλό σκηνοθέτη, ο οποίος έμαθε το κοινό του MTV να αντιλαμβάνεται την καταδικασμένη αγάπη με το ηχόχρωμα του αυθεντικού σαιξπηρικού λόγου στο «Romeo + Juliet» (1996) ή μέσα από ένα… τσιρκολάνικα φαντεζί jukebox αναχρονιστικών pop αναφορών στο «Moulin Rouge!» (2001). Τα κατάφερε και στις δύο περιπτώσεις, ίσως επειδή το timing της περιόδου μαζί με τις καλλιτεχνικές του αναζητήσεις συγχρονίστηκαν ιδανικά. Ο Μπαζ Λούρμαν το είχε. Τη φωναχτή (ενίοτε και… ξεφωνημένη) δραματική ένταση που του δίδαξε (εκ πείρας στο σανίδι) η opera, τον απόλυτα σύγχρονο ρυθμό των music videos και ένα καλλιεργημένο μάτι στην εικαστικότητα των κινηματογραφικών του καρέ. Και, ξαφνικά, επανεμφανίζεται με το «Australia» (2008). Χωρίς τη μουσική υπερβολή, το glamour και τις εικόνες που ξεπατίκωσαν αμέτρητοι διαφημιστές και φωτογράφοι (ίσως για να τον τιμωρήσουν και για τις δικές του κλεψιές…). Τέτοια ολέθρια φιλμ δεν ξεχνιούνται εύκολα. Απλά, δηλώνουν την αρχή της… «κάτω βόλτας». Ανεπιστρεπτί.

Τα λάθη του «Υπέροχου Γκάτσμπυ», αρχικά, πρέπει να τα εντοπίσουμε αποστασιοποιημένοι από το βιβλίο του Φιτζέραλντ. Οι purists αναγνώστες δε θα βρουν κανένα σημείο ταύτισης με τούτο το φιλμικό σύμπαν, άλλωστε. Για τη σεναριακή διασκευή ας μιλήσουν καλύτερα οι μελετητές του έργου του Φιτζέραλντ, εδώ κρίνεται το έργο, σκέτα και τίμια. Και η τελική ετυμηγορία δε στέλνει στο απόσπασμα το Λούρμαν, όμως, τον χρεώνει με μια δεύτερη αποτυχία. Αιτία, η μη γνώση της κινηματογραφικής αφήγησης! Ο «Γκάτσμπυ» του εισβάλλει στην οθόνη (σε 3D) με τη φόρα των προηγούμενων, «μουσικών» ταινιών του, ξεκινά σα μια longer version των trailers που ίσως έχεις δει, λαμπυρίζει από το οπτικό μεγαλείο της δαπανηρής παραγωγής, όμως, γρήγορα προδίδεται από το «φρανκενσταϊνικό» μοντάζ που ευνουχίζει τα δίχως σχεδιασμό ή μέτρο πλάνα, λες και βάλανε το Σαρτίνι να πατάει κουμπιά με κλειστά τα μάτια στο control room του show της Ρούλας! Τόσο άθλια, χύμα κοψίματα είχα να δω από την εποχή του «Χορεύοντας στο Σκοτάδι» του Τρίερ, ο οποίος ούτε στιγμή δεν είχε νοιαστεί για το πάντρεμα της χορογραφίας με την πλανοθεσία και το δέσιμο και των δύο μέσω του μοντάζ. Ο Λούρμαν επιχειρεί να αναπαραγάγει τις μεγαλειώδεις στιγμές του «Romeo» και του «Moulin», αλλά χορεύει επάνω σε έναν ρυθμό που ή έχει ξεχάσει ηχητικά ή του οποίου ποτέ δεν έμαθε τα βήματα. Το extravagant είναι εδώ (η σύζυγος Κάθριν Μάρτιν ας ετοιμάζεται για το τρίτο της Όσκαρ, για τα κοστούμια), όμως, όταν συνέρχεσαι από το σοκ των εικόνων, απλά, απορείς γιατί συμβαίνουν όλα αυτά…

Η απάντηση σε αυτό το «γιατί» αποδεικνύει πως ο Λούρμαν είναι ανίκανος να αφηγηθεί την όποια ιστορία, ειδικά όταν το volume κατεβαίνει ή το mute σε κάνει να κρέμεσαι πάνω από τα χείλη των ηθοποιών και τους διαλόγους. Αν η πρώτη ώρα κατάφερε να μεταφέρει κάτι από τον ηδονισμό και την ξέφρενη ελευθεριότητα (στο αυτολογοκριτικό ποσοστό που επιτρέπει το PG-13 rating…) των roaring 20’s, ώστε να δώσει τροφή στο σημερινό θεατή της κρίσης και της ανέχειας που θα φαντασιώνει ένα επόμενο, αντίστοιχο «μπουμ» (προς τα πάνω…) της οικονομίας, η δεύτερη ώρα έρχεται να αποδεκατίσει την αντοχή στη διάρκεια των 143 λεπτών. Τα parties του Γκάτσμπυ βάζουν λουκέτο και ο σκηνοθέτης μένει μονάχος με τους χαρακτήρες του και μια ερωτική ιστορία που δεν έχει βάσεις για να λειτουργήσει συναισθηματικά προς όφελος του κοινού, το οποίο προσγειώνεται απότομα σε πλαδαρούς ρυθμούς και σεκάνς που είχαν ανάγκη το ψαλίδισμα. Το αφηγηματικό χάος των δύο ταινιών σε μια (βλέπε «Australia») μοιάζει με déjà-vu, αφού το δεύτερο μέρος του φιλμ ελάχιστη σχέση έχει με τους τόνους της πρώτης ώρας, αγκομαχώντας να προσθέσει το δράμα ή να προσδώσει μια προδιάθεση τραγωδίας. Εκεί, κάποιες στιγμές του voice over ή ο τρόπος με τον οποίο κλείνει η ταινία στηρίζονται αρκετά και με ενδιαφέρον πάνω από τις σελίδες του βιβλίου, όμως, είναι αργά για να διασωθεί το… μπάχαλο που πρέπει να βίωσαν οι συντελεστές στο post production. Το αποτέλεσμα φωνάζει και αιτιολογεί την καθυστέρηση της εξόδου του «Γκάτσμπυ», από τα περσινά Χριστούγεννα στο Μάη του σήμερα.

Ο κατά Λούρμαν «Υπέροχος Γκάτσμπυ» σίγουρα δεν είναι το βαρετό… Βίπερ Νόρα του Τζακ Κλέιτον (από το 1974), αν και, σταδιακά, προς τα εκεί οδεύει. Είναι ένα άτυχο βιβλίο, που ποτέ δεν ταίριαξε σωστά με τη μεγάλη οθόνη. Κανείς δεν κατάφερε να βρει την ψυχή των ηρώων του, να πιστέψει στο πνεύμα τους και να τους ζωντανέψει στην πορεία προς το μοιραίο φινάλε. Διαθέτει στιλ, έναν πραγματικά ώριμο Λεονάρντο ΝτιΚάπριο (που καταπλακώνεται από το μέγεθος του production design, λες και είναι κομπάρσος!), προκάτ δόσεις ρομαντισμού που δε θα αισθανθείς μέσα σου, την ομορφιά αγκαζέ με την απογοήτευση. Είναι σαν τις βιτρίνες των καταστημάτων που σου παίρνουν τα μυαλά και σε πείθουν να διαβείς την πόρτα τους για να καταναλώσεις με μανία. Μέχρι να δεις την πραγματική τιμή του προϊόντος ή να καταλάβεις, χειροπιαστά πια, ότι πήγαν να σου πουλήσουν… φύκια. Το υπόλοιπο το ξέρεις…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Υποδειγματική παραγωγή, η αναμενόμενη υψηλή αισθητική που έδωσε τη φήμη την οποία κατέχει σήμερα ως σκηνοθέτης ο Μπαζ Λούρμαν, πιασάρικο καστ, εμπορικό soundtrack. Μαγνήτης για θεατές κάθε ηλικίας, ίσως περισσότερο ενήλικες που θα γνωρίζουν και την ύπαρξη του βιβλίου (εδώ, η πιτσιρικαρία που θα «κατεβάζει» το CD, μάλλον αναφωνεί… «duh», αλλά θα δελεαστεί να δει και το φιλμ). Το κοινό με «lifestyle» attitude θα το αγκαλιάσει χωρίς να διαβάσει κριτικές και… μέχρι που θα του αρέσει κιόλας. Μεγάλη μερίδα, όμως, θα νομίσει πως στη δεύτερη ώρα… σταμάτησαν του ρολογιού οι δείκτες! Το word of mouth θα διχάσει όσους δε βιαστούν να το δουν τις πρώτες μέρες. Ικανοποιητικό το 3D, αλλά δε θα χάσεις κάτι το πρωτόγνωρο αν το πετύχεις και σε 2D ψηφιακή κόπια.


MORE REVIEWS

ΥΠΟΨΙΕΣ

Ακαταμάχητος playboy «τυλίγει» γοητευτική κληρονόμο, παντρεύονται, όμως σταδιακά εκείνη υποψιάζεται ότι ο μοναδικός του στόχος είναι να τη σκοτώσει.

ΑΠΟΣΤΡΟΦΗ

Η Κάρολ, μια υπερευαίσθητη νεαρή κοπέλα που δουλεύει σε ινστιτούτο αισθητικής και συγκατοικεί με την αδελφή της σ’ ένα λονδρέζικο διαμέρισμα, απομονώνεται σταδιακά από τον κοινωνικό περίγυρο, εξαιτίας της αποστροφής της προς τους άνδρες και το σεξ. Ο διαρκώς αυξανόμενος εγκλεισμός της, όμως, θα την βυθίζει όλο και περισσότερο στην παράνοια.

ΠΟΥ ΠΑΩ ΠΑΛΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ;

Κατά το δελτίο Τύπου, «ένας δημόσιος υπάλληλος από μικρός ονειρευόταν να δουλέψει για το κράτος και το κατάφερε! Τώρα ζει μία άνετη ζωή και απολαμβάνει τα προνόμιά του. Όλα αυτά μέχρι την ημέρα που η Κυβέρνηση θα αποφασίσει να καταργήσει την υπηρεσία του».

Ο ΚΑΚΟΣ ΜΠΕΛΑΣ

Πληρωμένος δολοφόνος πιάνει δωμάτιο ξενοδοχείου έναντι δικαστικού μεγάρου, προκειμένου να καθαρίσει μάρτυρα που ετοιμάζεται να κελαηδήσει. Ο αυτοκτονικός γείτονάς του, όμως, τού κάνει τη ζωή κόλαση.

ΕΧΩ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΖΗΣΩ

Άπαξ της αποφυλάκισής του, πρώην κατάδικος επιχειρεί να μπει στον ίσιο δρόμο. Παντρεύεται την πιστή του αγαπημένη, πιάνει δουλειά, νοικοκυρεύεται, σύντομα όμως ανακαλύπτει πως ο κόσμος είναι άδικος για τους πρώην κατάδικους που επιχειρούν να μπουν στον ίσιο δρόμο...

MR KLEIN

MR KLEIN

Ο ΝτιΚάπριο είναι party animal, αλλά κατά βάθος αγαπάει μια βλαχάρα που παντρέψανε με άλλον. Κάπου κοντά στην ώρα είδα το ρολόι και μετά ονειρεύτηκα να έσκαγε ένα παγόβουνο. Δε θυμάμαι με ποια σειρά, γιατί «τον πήρα».