FreeCinema

Follow us

ΔΙΑΡΡΗΚΤΗΣ ΥΨΗΛΗΣ ΤΕΧΝΗΣ (2020)

(THE BURNT ORANGE HERESY)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα Παρανομίας
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τζουζέπε Καποτόντι
  • ΚΑΣΤ: Κλας Μπανγκ, Ελίζαμπεθ Ντεμπίκι, Μικ Τζάγκερ, Ντόναλντ Σάδερλαντ
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 99'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: ODEON

Κριτικός έργων τέχνης αποκτά την ευκαιρία – προνόμιο να πάρει συνέντευξη από θρυλικό, αποτραβηγμένο επί σειρά ετών από το προσκήνιο ζωγράφο, έπειτα από σχετική διαμεσολάβηση γνωστού συλλέκτη. Σε αντάλλαγμα, όμως, ο τελευταίος επιθυμεί έναν σπάνιο πίνακα του καλλιτέχνη…

Ο «Διαρρήκτης Υψηλής Τέχνης» αποτελεί άκρως χαρακτηριστικό παράδειγμα των λόγων για τους οποίους η περίφημη «προβολή νέων ταινιών σε θερινούς κινηματογράφους» ευτελίστηκε (άμα σχεδόν της εμφανίσεώς της) περί τα μέσα της δεκαετίας του ’90. Το περιτύλιγμα μοιάζει ιντριγκαδόρικο, αφού αποτελείται από κινηματογραφικό είδος που κατά κανόνα συναρπάζει το ντόπιο κοινό, μαζί με αναγνωρίσιμο καστ για όλα τα γούστα και για όλες τις ηλικίες. Διαβάζεις την υπόθεση, βλέπεις το trailer (όπου ομολογώ πως έχει γίνει πραγματικά σπουδαία δουλειά) και εύκολα αναφωνείς κάτι του στυλ… «Κοίτα τι θα χάναμε εάν δεν διανέμονταν καινούργιες ταινίες τα καλοκαίρια!». Όλα αυτά, όμως, πριν να δεις το φιλμ. Διότι μετά την παρακολούθησή του, θα αντιληφθείς πως τούτος ο «Διαρρήκτης» πουλάει (για πολλοστή φορά στον θερινό προγραμματισμό) φύκια για μεταξωτές κορδέλες, αφού θρίλερ δεν είναι με τίποτα, αλλά ούτε και κάποιο σπουδαίο έγκλημα πραγματεύεται, καθώς αυτό μάλλον περνάει ξώφαλτσα από την αδιάφορη πλοκή του.

Για την πρώτη του αγγλόφωνη ταινία (και δεύτερη συνολικά στην καριέρα του, έπειτα από το προ δεκαετίας «La Doppia Ora»), ο Ιταλός σκηνοθέτης Τζουζέπε Καποτόντι διασκευάζει το φερώνυμο μυθιστόρημα του Αμερικανού συγγραφέα Τσαρλς Γουίλφορντ, μεταφέροντας τη δράση του από την Φλόριντα στη Βόρεια Ιταλία. Εκεί ζει και εργάζεται ο ξεπεσμένος κριτικός έργων τέχνης Τζέιμς Φιγκέρας, δίνοντας διαλέξεις περί Ιστορίας της Τέχνης σε ακροατήρια αδιάφορων τουριστών, εξαργυρώνοντας επί της ουσίας την κάποτε καλή του φήμη. Η ρουτίνα της καθημερινότητάς του αναστατώνεται αφενός από την γνωριμία του με την Μπερενίς, μια νεαρή αινιγματική Αμερικανίδα που δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για εκείνον, αφετέρου από την πρόσκληση που λαμβάνει από τον περίφημο συλλέκτη Τζόσεφ Κάσιντι, ο οποίος τον καλεί στην έπαυλή του στη λίμνη του Κόμο, με σκοπό να του αναθέσει μία αν μη τι άλλο παράξενη αποστολή. Έχοντας βρει άκρες με τον μυθικό για την αυτοκαταστροφικότητά του ζωγράφο Τζέιμς Ντέμπνεϊ (κάτι όχι και δύσκολο, αφού του έχει παραχωρήσει κατάλυμα εντός του κτήματός του!), ο Κάσιντι βάζει μπροστά τον Φιγκέρας ώστε ν’ αποκτήσει πολύτιμο πίνακα που θα φέρει την υπογραφή του καλλιτέχνη. Η δουλειά δεν φαίνεται και τόσο δύσκολη, όμως, το πράγμα κάπου θα στραβώσει (ή μπορεί και όχι, εξαρτάται πως θα το δει κανείς…).

Περισσότερο από ένα heist movie, o «Διαρρήκτης» είναι μια… φιλοσοφική μελέτη για την αξία της τέχνης, αλλά και για τους τρόπους μέσω των οποίων η αξία αυτή δημιουργείται. Από την εναρκτήρια σεκάνς της διφορούμενης διάλεξης, γίνεται σαφές πως ο Φιγκέρας γνωρίζει άριστα το παιχνίδι της εξαπάτησης. Η γνωριμία του με την κάτι σαν femme fatale Μπερενίς, καθώς και η συναλλαγή του με τον φιλάρεσκο Κάσιντι, δημιουργούν τις βάσεις για ένα μυστηριώδες θρίλερ, πλην όμως αυτές γκρεμίζονται από την καταδικαστική για το genre σεναριακή αφέλεια, αλλά και από την δήθεν σοφιστικέ πολυλογία των τεσσάρων κεντρικών ηρώων. Ουδέποτε γίνεται σαφές τι ακριβώς εξυπηρετεί στο όλο στόρι η ύπαρξη του χαρακτήρα της Ντεμπίκι (περάν ίσως της ομορφιάς της), ενώ δεν δίνεται καμία πειστική εξήγηση για τον λόγο που ο πλούσιος και αξιότιμος (κατά τα άλλα) κύριος Κάσιντι, ο οποίος τυγχάνει να είναι ο Πρόεδρος του Ιδρύματος Ντέμπνεϊ και έχει τον ίδιο τον ζωγράφο ουσιαστικά φιλοξενούμενο του (!), καταφεύγει σε ένα τέτοιο σχέδιο εκβιασμού (μιας και γνωρίζει το κηλιδωμένο παρελθόν του Φιγκέρας), ώστε να αποκτήσει έναν πίνακά του.

Εξήγηση (εν μέρει) δίνεται, για να είμαι ειλικρινής, όμως αυτή αφορά… άλλου είδους φιλμ. Το έγκλημα ως πράξη ενδιαφέρει μονάχα εν είδει πρόφασης εδώ (η απουσία της Αστυνομίας από όσα γίνονται στο δεύτερο μισό, είναι για να σηκώνεις τα χέρια ψηλά!), με το κυρίως νόημα των όσων ακατανόητων από πλευράς κινήτρων διαδραματίζονται να έχει να κάνει με το έργο του καλλιτέχνη, την καλλιτεχνική «σιωπή» που ενίοτε δημιουργεί μύθους, αλλά και την κριτική ως επάγγελμα, η οποία συχνά έχει τη δύναμη να εξυψώνει ακόμη και δημιουργικά ευτελείς αξίες. Αυτοί οι προβληματισμοί, όμως, δεν γίνεται να αποτελούν τη βάση ενός «θρίλερ παρανομίας», αλλά ταιριάζουν καλύτερα στον κορμό ενός art-house φιλμ, όπως ήταν (το ήδη ξεπερασμένο) «Τετράγωνο» (2017), στο οποίο εμφανιζόταν κατά… διαβολική σύμπτωση ο Κλας Μπανγκ (και σε παρόμοιο ρόλο, προφανώς). Πάει στράφι έτσι η γοητευτική (πλην σύντομη) παρουσία των Τζάγκερ και Σάδερλαντ (σε ρόλους που εμφανώς πάσχουν στο πανί), καθώς και η όμορφη κινηματογράφηση της λίμνης Κόμο (στο δεύτερο, δύσκολα μπορεί να αποτύχει κανείς).

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Φαινομενικά έχει ενδιαφέρον, όμως, ουσιαστικά πρόκειται περί αστοχίας ολκής. Μυστήριο και σασπένς δεν υπάρχουν ούτε για πλάκα, με τους πυκνογραμμένους διαλόγους να μην μπορούν σε καμία περίπτωση να υποκαταστήσουν την έλλειψη όσων υπόσχεται ως ταινία είδους ο «Διαρρήκτης Υψηλής Τέχνης». Θα έλεγα πως κάτι σαν η «Αρπαχτή Μεγάλης Τέχνης» θα ήταν ένας πιο ταιριαστός τίτλος.


MORE REVIEWS

INCEPTION

Ένας «ονειρο-κλέφτης», που αντλεί πληροφορίες από τα θύματά του ενώ κοιμούνται και κατόπιν τις πουλά στους πελάτες του έναντι αδράς αμοιβής, δέχεται την πρόκληση να αντιστρέψει τη συνήθη διαδικασία και να «φυτεύσει» μία ιδέα στο υποσυνείδητο ενός πολυεκατομμυριούχου CEO.

ΤΟ ΤΡΕΝΟ ΘΑ ΣΦΥΡΙΞΕΙ ΤΡΕΙΣ ΦΟΡΕΣ

Ένας σερίφης θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια παλιά του Νέμεση, όταν ένας κακοποιός θελήσει να τον εκδικηθεί για όλα τα χρόνια που πέρασε στη φυλακή εξαιτίας του.

ΟΙ ΕΥΧΟΥΛΗΔΕΣ 2: ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑ

Η μόνιμα αισιόδοξη πριγκίπισσα Πόπι, ο ορθολογιστής Μπραντς και οι υπόλοιποι Ευχούληδες επιστρέφουν για ακόμη μία περιπέτεια που θα καθορίσει την ύπαρξή τους. Αυτή τη φορά, ο κίνδυνος έρχεται από μια άλλη φυλή... Ευχούληδων!

ΓΑΤΑ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ

Σε εργατική πολυκατοικία του νότιου Λονδίνου αρχιτεκτόνισσα εκ Βουλγαρίας με μικρό παιδί και άνεργο αδελφό, η οποία έτσι κι αλλιώς τα φέρνει δύσκολα βόλτα, έχει ν’ αντιμετωπίσει μία αναγκαστική όσο και πανάκριβη κτηριακή ανακαίνιση, αλλά κυρίως την οργή των γειτόνων της για έναν γάτο που χάθηκε.

Η ΠΑΡΘΕΝΟΣ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Στον παραδοσιακά «πύρινο» ισπανικό Αύγουστο, η σχεδόν 33χρονη Εύα αποφασίζει να μείνει στο σπίτι ενός γνωστού της στη Μαδρίτη, ο οποίος της το αφήνει για όλο το διάστημα αυτού του καλοκαιρινού μήνα. Μέσα σε τούτη την ιδιότυπη περίοδο τριάντα ημερών, θα πετύχει παλιούς φίλους, σχέσεις που είχε αφήσει στη λήθη του παρελθόντος, αλλά και νέα πρόσωπα.