FreeCinema

Follow us

NYMPH()MANIAC – DIRECTOR’S CUT: ΜΕΡΟΣ Ι (2013)

(NYMPHΟMANIAC - DIRECTOR'S CUT: VOLUME I)

  • ΕΙΔΟΣ: Δράμα
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Λαρς φον Τρίερ
  • ΚΑΣΤ: Σαρλότ Γκενσμπούργκ, Στέλαν Σκάρσγκαρντ, Στέισι Μάρτιν, Σάια ΛαΜπαφ, Ούμα Θέρμαν, Κρίστιαν Σλέιτερ, Κόνι Νίλσεν
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 145’
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: SEVEN FILMS / ΣΠΕΝΤΖΟΣ

Μοναχικός και φιλήσυχος άνδρας εντοπίζει αιμόφυρτη γυναίκα στο δρόμο προς την οικία του. Εκείνη θα του ζητήσει να μην καλέσει την αστυνομία, εκείνος θα της προσφέρει βοήθεια, λίγη σπιτική θαλπωρή και θα γίνει ο ακροατής τής προσωπικής αφήγησης του βίου μιας… νυμφομανούς. Αυτή τη φορά χωρίς κανένα συμβιβασμό, χωρίς καμία λογοκρισία, χωρίς κανέναν ενδοιασμό.

Από την πρώτη κιόλας σκηνή, όταν η κάμερα ακολουθεί τα ρυάκια του νερού στους τοίχους ενός βρώμικου σοκακιού ή παρατηρεί στωικά τις σταγόνες της βροχής όπως πέφτουν πάνω σε μία σκουριασμένη λαμαρίνα, μέχρι την ανάλυση των κεφαλαίων και τη λεπτομερή αφήγηση της Τζο, η οποία βρίθει παραλληλισμών και πολλαπλών αναφορών σε επιστημονικά, ιστορικά και φιλοσοφικά αντικείμενα, αντιλαμβάνεσαι πως, περισσότερο από ποτέ, ο Λαρς φον Τρίερ έχει στόχο να αφηγηθεί μια ιστορία με τον περιγραφικό, γλαφυρό, λεπτομερή τρόπο με τον οποίο αυτό θα συνέβαινε σε ένα βιβλίο: σκαλίζοντας όλο και περισσότερο κάτω από την επιφάνεια και γεμίζοντας με εικόνες τις λέξεις, όχι απλά υποκαθιστώντας τη φαντασία σου αλλά μεταφέροντάς σε στον δικό του, εκκεντρικό κόσμο.

Αυτόν που ξεκινά ως ιστορία ενηλικίωσης, συνεχίζει ως ερωτική φάρσα, εξελίσσεται σε ψυχρό παιχνίδι και καταλήγει σε συναισθηματική απογύμνωση, χωρίς να έχει φτάσει καν ακόμα στα πιο σκοτεινά σημεία τής ιστορίας. Στο πρώτο μέρος του, το «Nymph()maniac» φαίνεται να αγγίζει μόνο την επιφάνεια, προετοιμάζοντας το έδαφος για το πραγματικό «ξύλο» τού δεύτερου μέρους. Για την Τζο, το σεξ είναι η συντροφιά, η μοναξιά, η παραίτηση, η αντίδραση, η παρηγοριά, το παυσίπονο, η πηγή της ζωής. Όταν στο φινάλε έρχεται η συνειδητοποίηση ότι «δε νιώθει τίποτα», αντιλαμβάνεσαι ότι όλα όσα είδες είναι απλά τα… προκαταρκτικά. Και ότι όλες οι σκηνές σεξ, δεν υπάρχουν για να προσφέρουν πορνό θέαμα αλλά για να περιγράψουν το μηχανισμό μέσα στο κεφάλι της Τζο και να αποδώσουν τους φόβους, τις ιδέες και μια ολόκληρη στάση ζωής, όπως θα όφειλε οποιοδήποτε έργο τέχνης.

Και ακριβώς εκεί έρχεται η «αλογόκριτη» εκδοχή για να συμπληρώσει τα κενά, για να κάνει την αφήγηση πιο κυνική, πιο ωμή, περισσότερο ορμητική από ποτέ. Δεν είναι ότι το επιπλέον υλικό είναι καθοριστικής σημασίας στη συνολική εικόνα από άποψη υπόθεσης (αν και μια σύντομη σκηνή στο νοσοκομείο, όπου η Τζο παρακολουθεί τη διαδικασία μιας έκτρωσης, φέρνει στο νου τη θεωρία του Τσέχωφ περί της εμφάνισης ενός πιστολιού στην πρώτη πράξη και την αναγκαστική εκπυρσοκρότησή του στην επόμενη), όμως οι γραφικές λεπτομέρειες που παραλείφθηκαν την πρώτη φορά, κάνουν πλέον την αφήγηση να δείχνει πιο ακατέργαστη, πιο τραχιά και, τελικά, πιο αληθινή. Φυσικά και σε αυτή την έκδοση της ταινίας υπάρχουν περισσότερα κοντινά στα γεννητικά όργανα και στις ερωτικές περιπτύξεις και, σαφώς, η ιστορία της Τζο φαίνεται ακόμα περισσότερο προκλητική εκ πρώτης όψεως. Αυτό, όμως, κάνει ακόμα πιο εντυπωσιακό το γεγονός ότι, ξαφνικά, μέσα από ένα θεωρητικά φτηνό θέμα, βλέπεις να ξεπροβάλει ένα τόσο πλήρες ψυχογράφημα, μια υποδειγματική ανάλυση χαρακτήρα, που σπάνια μπορείς να συναντήσεις στη μεγάλη οθόνη, ειδικά λαμβάνοντας υπόψη την πρωτοφανή έλλειψη ολοκληρωμένων γυναικείων προσωπικοτήτων στο σινεμά. Κάθε, μα κάθε πρόταση αποκτά σταδιακά βαθύτερη σημασία, πλέον και με μια μικρή επέκταση των διαλόγων, οι οποίοι χωρούν ακόμα περισσότερες αναφορές στη νορβηγική μυθολογία και τον ευεργετικό για την ανθρώπινη διάθεση συνδυασμό τής γεύσης τής σοκολάτας και του… σπέρματος! Ακόμα και το κομμάτι στο νοσοκομείο, που αφορά την υγεία του πατέρα της Τζο, έχει περισσότερο χρόνο για να αναπνεύσει και να φορτιστεί συναισθηματικά, όταν εκείνη προσπαθεί με κάθε τρόπο να απαλύνει τον πόνο του, συζητώντας και τη λύση της μορφίνης.

Στην τελική, οι προσθήκες του πρώτου μέρους δεν είναι τόσο δραστικές όσο εκείνες του δεύτερου (θα το συζητήσουμε εκτενέστερα σε λίγες μέρες), όμως βοηθούν στη δημιουργία ενός πληρέστερου οράματος, όπου η μετάβαση από το ένα κεφάλαιο στο επόμενο είναι πιο οργανική και δίνει περισσότερο χρόνο στο χαρακτήρα της Τζο να εξελιχθεί μέσα από τις εμπειρίες της. Εξάλλου, οι ηδονοβλεψίες διδάχτηκαν ήδη από την πρώτη φορά ότι αυτή η ταινία δε φτιάχτηκε με εκείνους στο μυαλό και, ευτυχώς, το αρχικό, εκτενές μαύρο πλάνο παραμένει το ίδιο καθαρτικό, πριν από τις δυόμισι, πλέον, ώρες της ταινίας. Αξίζει να ζήσει κανείς για ακόμα μια φορά αυτό το ταξίδι; Όταν πρόκειται για ένα τέτοιο πυκνογραμμένο αριστούργημα, όχι μόνο αξίζει αλλά επιβάλλεται.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Όσοι λατρέψατε την πρώτη φορά, ήρθε η ώρα να ανακαλύψετε πια ολόκληρη την αλήθεια. Όσοι μισήσατε, μπορείτε να παραμείνετε στη μικρή σας γωνία. Όσοι, δε, περιμένατε εξαρχής την αλογόκριτη, πλήρη έκδοση του φιλμ, ήρθε επιτέλους η στιγμή σας. Όσοι απλά ανυπομονείτε για την τσόντα, θα σας πέσει κομματάκι βαρύ. Σε κάθε περίπτωση, Λαρς φον Τρίερ είναι. Ξέρετε ήδη αν είναι ή δεν είναι για εσάς εδώ και καιρό.


MORE REVIEWS

ΕΚΤΟΣ ΕΛΕΓΧΟΥ

Ένας πιλότος θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια κατάσταση ζωής και θανάτου, όταν αναγκαστεί να προσγειώσει το επιβατηγό αεροσκάφος του σε μια ζούγκλα, στη μέση του πουθενά.

JOYLAND

Υπό καθεστώς οικογενειακής πίεσης, προκειμένου να βρει δουλειά, ο μικρότερος γιος πακιστανικής φαμίλιας καταφεύγει στην έσχατη λύση της εργασίας σε… ερωτικό χοροθέατρο. Η καθημερινή συναναστροφή του με την transsexual πρωταγωνίστρια του θεάματος, εξελίσσεται σε έρωτα. Αυτά, όμως, είναι δύσκολα πράγματα για έναν νεαρό και… παντρεμένο Πακιστανό!

ΜΠΕΛ: Ο ΔΡΑΚΟΣ ΚΑΙ Η ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ

Ένα ντροπαλό νεαρό κορίτσι θ’ αποφασίσει να «δραπετεύσει» σ’ έναν εικονικό κόσμο, εκεί όπου ο καθένας μπορεί να είναι αυτό που θέλει. Σύντομα, όμως, θα συνειδητοποιήσει πως ο ψηφιακός κόσμος δεν διαφέρει και τόσο από τον πραγματικό.

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Έπειτα από σαράντα χρόνια παραμονής στην ξενιτιά, ο Φελίτσε επιστρέφει στη Νάπολη. Νεανικές αναμνήσεις ξυπνούν στη θύμησή του, τα φαντάσματα του παρελθόντος, όμως, γυρίζουν για να τον στοιχειώσουν.

Η ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Στα τέλη του 19ου αιώνα, ένας Δανός ιερέας ταξιδεύει μέχρι την Ισλανδία με σκοπό να επιβλέψει το χτίσιμο μιας εκκλησίας σ’ ένα απομονωμένο μέρος του νησιού.