FreeCinema

Follow us

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟΙ ΔΕΣΜΟΙ (2020)

(LET HIM GO)

  • ΕΙΔΟΣ: Δραματικό Θρίλερ
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τόμας Μπεζούκα
  • ΚΑΣΤ: Κέβιν Κόστνερ, Νταϊάν Λέιν, Λέσλι Μάνβιλ, Κέιλι Κάρτερ, Τζέφρι Ντόνοβαν, Γουίλ Μπρίτεν, Μπούμπου Στιούαρτ, Γκρεγκ Λόσον
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 114'
  • ΔΙΑΝΟΜΗ: TULIP

Ζεύγος χαροκαμένο, εξαιτίας του ξαφνικού θανάτου του γιου του, ετοιμάζεται μετά από καιρό να δει το μονάκριβο εγγόνι του. Η νέα οικογένεια της κάποτε νύφης του, όμως, δεν δείχνει να συμμερίζεται με θέρμη την λαχτάρα εκείνου. Θα δώσουν τόπο στην οργή ή θα μιλήσουν τα πιστόλια;

Απαντώ κατευθείαν στην παραπάνω ρητορική ερώτηση και ευθαρσώς δηλώνω πως τα πιστόλια όχι μόνο θα μιλήσουν, αλλά θα το κάνουν με τρόπο τόσο βίαιο που ουδείς δύναται να φανταστεί κατά το πρώτο μισό τούτων των «Οικογενειακών Δεσμών». Διότι αυτό που ξεκινά σαν ένα καθαρόαιμο, βαρύ δράμα απώλειας και οικογενειακών σχέσεων στην αγροτική αμερικανική επαρχία, κάνει μία αναπάντεχη στροφή στο δεύτερο μέρος του, με κατεύθυνση σε κάτι που (με κάποια δόση υπερβολής) μέχρι και με το «The Hills Have Eyes» (1977) μπορεί να συγκριθεί!

Στη Μοντάνα των αρχών της δεκαετίας του ’60, ο συνταξιούχος πια σερίφης Τζορτζ Μπλάκλετζ ζει με τη σύζυγό του Μάργκαρετ στο ήσυχο ράντσο τους, έχοντας για μόνιμη συντροφιά το γιο τους με τη γυναίκα του και το μικρό παιδί τους. Η οικογενειακή ευτυχία κόβεται απότομα όταν ο Τζέιμς σκοτώνεται σε ατύχημα με το άλογό του, αφήνοντας την αγαπημένη του Λόρνα χήρα, το νεογέννητο αγόρι του ορφανό και τους γονείς του βυθισμένους στη θλίψη. Τρία χρόνια έπειτα από το τραγικό συμβάν, η νύφη των Μπλάκλετζ αποφασίζει να ξαναπαντρευτεί, αυτή τη φορά με έναν ντόπιο νεαρό ονόματι Ντόνι Γουίμποϊ, ο οποίος (όπως διαπιστώνει ιδίοις όμμασι η πρώην πεθερά της) δεν έχει και τον καλύτερο δυνατό χαρακτήρα. Πηγαίνοντας στο σπίτι του νιόπαντρου ζεύγους για τυπική επίσκεψη, οι Μπλάκλετζ πληροφορούνται έκπληκτοι πως η τριμελής οικογένεια αναχώρησε εσπευσμένα προς άγνωστη κατεύθυνση. Θεωρώντας πως κάτι ύποπτο συμβαίνει, η Μάργκαρετ πείθει τον Τζορτζ πως πρέπει να κάνουν ό,τι είναι δυνατόν ώστε ν’ ανακαλύψουν τα ίχνη τους, μιας και υπάρχει κίνδυνος να μη μπορέσουν να ξαναδούν ποτέ τον εγγονό τους. Αν και δείχνει απρόθυμος αρχικά (με την εν γένει στάση του να δίνει στον αυθεντικό τίτλο του φιλμ μία έξυπνη διττή έννοια), ο Τζορτζ χρησιμοποιεί κάποιες άκρες που είχε από τον καιρό που ήταν σερίφης, μαθαίνει ένα-δύο πράγματα για το από που κρατάει η σκούφια των Γουίμποϊ και μαζί με την αποφασισμένη σύζυγό του οδεύουν προς Βόρεια Ντακότα ώστε, επιτέλους, να σφίξουν το εγγόνι τους στην αγκαλιά τους. Αντί για θερμές υποδοχές και φιλιά, όμως, σύντομα ανακαλύπτουν πως στο σπίτι του Γουίμποϊ τους περιμένει η κόλαση. Ή κάτι που της μοιάζει πολύ.

Δεν έχουμε υπόψη μας το φερώνυμο μυθιστόρημα του συγγραφέα Λάρι Γουάτσον, το οποίο ο σκηνοθέτης Τόμας Μπεζούκα διασκεύασε για τις ανάγκες της ταινίας του, μπορούμε όμως με βεβαιότητα να πούμε πως από το σενάριο που έγραψε μοιάζουν να λείπουν… αρκετές σελίδες, οι οποίες θα ένωναν με κάποια μεγαλύτερη πειθώ τα δύο εκ διαμέτρου αντίθετα μέρη του φιλμ. Τα μέλη της οικογένειας των Γουίμποϊ, που ελέγχονται απόλυτα από τη σκιαχτική μητριαρχική φιγούρα της μαμάς Μπλανς, έχουν τη φήμη των βίαιων και σκοτεινών ανθρώπων, γεγονός που αφηγηματικά πλασάρεται ως δεδομένο χωρίς κάποια περαιτέρω εξήγηση. Μια σειρά από ερωτήματα τα οποία εγείρονται σχετικά με την κάργα κακιασμένη οικογένεια αρχίζουν να στριφογυρίζουν στο μυαλό, όμως δεν απαντώνται σχεδόν ποτέ. Ποιοι είναι οι Γουίμποϊ και γιατί φέρονται έτσι; Από που αντλούν την ισχύ τους, έχοντας καταφέρει να έχουν στο τσεπάκι τους την τοπική Αστυνομία, ενώ μόνο στο άκουσμα του ονόματός τους όλα τα στόματα μένουν κλειστά; Γιατί έχουν λυσσάξει να κρατήσουν με το ζόρι κοντά τους νύφη και εγγόνι, όταν είναι φανερό πως ουδείς γουστάρει τον άλλον; Και πάνω απ’ όλα, γιατί η Μπλανς είναι τόσο σαδίστρια και σκύλα;

Μη μπορώντας παρά ν’ αποδεχτούμε τη σεναριακή αυθαιρεσία, η οποία σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται να υπαγορεύεται από κάποια αφηγηματική λογική, δεν γίνεται να μην παραδεχθούμε, όσον αφορά τον σκηνοθέτη Μπεζούκα, πως αφενός χάρη στο ρυθμό που δίνει στην ταινία του, συνεπικουρούμενης της αύρας μυστηρίου με την οποία καλύπτει τις προθέσεις των Γουίμποϊ, και αφετέρου χάρη στις εξόχως πειστικές ερμηνείες που παίρνει από τους τρεις βασικούς ηθοποιούς του (Κόστνερ, Λέιν, Μάνβιλ), καταφέρνει να «παίξει» με το μυαλό του θεατή, πετυχαίνοντας να τον κάνει να βάλει (μέχρι ενός σημείου) όλα τα προαναφερθέντα ερωτήματα στο πλάι. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το κρεσέντο βίας που ενσκήπτει στα ξαφνικά, ως απάντηση στην αποτυχία των ειρηνικών λύσεων που ο Τζορτζ και η Μάργκαρετ προτείνουν, δύναται να ξενίσει το κοινό της ταινίας στο οποίο μοιάζει να απευθύνεται. Ομοβροντίες πυροβολισμών, τσεκούρια που κόβουν χωρίς να αστειεύονται και ψαγμένες μέθοδοι αντιπερισπασμού, είναι κάποια από τα στοιχεία του φιλμ που φέρνουν το φιλήσυχο ζεύγος των Μπλάκλετζ να μπαίνει σχεδόν στα νερά των πρόσφατων action ρόλων του… Λίαμ Νίσον! Ασφαλώς με μεγαλύτερη πειθώ και άνευ εφετζίδικων κόλπων, όπως ίσως θα ίσχυε σ’ ένα μοβόρικο, παλαιομοδίτικο γουέστερν. Εν προκειμένω, άλλωστε, όταν τα πιστόλια αρχίζουν να σιγούν, σκάει μύτη το… ιππικό. Έτσι δεν γινόταν (και) στην Άγρια Δύση;

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Σίγουρα ευπρεπές, αλλά συνάμα παράξενο δείγμα ταινίας, αφού μοιάζει ν’ απευθύνεται ταυτοχρόνως (και μέσω της συνταγής «δύο σε ένα») σε εντελώς διαφορετικών καταβολών θεατές, αγκαλιάζοντας τόσο το ενήλικο κοινό που αρέσκεται σε οικογενειακού τύπου δράματα, όσο και τον νεότερο κόσμο που γουστάρει βίαια (και ολίγον trashy) θρίλερ εκδίκησης α λα multiplex. Η ζυγαριά για το ποιοι θα μείνουν περισσότερο ικανοποιημένοι θαρρώ πως γέρνει προς τους δεύτερους, αλλά όσο αποτελεσματικοί και να είναι στους ρόλους τους ο Κέβιν Κόστνερ και η Νταϊάν Λέιν, νομίζω πως ως ονόματα δεν λένε απολύτως τίποτα σ’ αυτούς.


MORE REVIEWS

ΤΟ ΚΕΝΤΡΙ

Μικροαπατεώνας ο οποίος επιθυμεί να εκδικηθεί το θάνατο φίλου του, συνεργάζεται με άσσο των μεγάλων σαλονιών της απάτης, υφαίνοντας από κοινού περίτεχνο σχέδιο εξαπάτησης διαβόητου αρχιμαφιόζου.

Η ΝΥΧΤΑ ΤΩΝ ΒΡΙΚΟΛΑΚΩΝ

Στην καρδιά της Τρανσυλβανίας των μέσων του 19ου αιώνα, ο καθηγητής Αμπρόνσιους και ο αφελής βοηθός του Άλφρεντ περιοδεύουν με σκοπό την αναζήτηση και εξολόθρευση βρικολάκων. Χρησιμοποιώντας σαν ίχνη πορείας τα θύματα που αφήνουν πίσω τους τα βαμπίρ σε διάφορα μικρά χωριά, θα καταλήξουν στο κάστρο του μυστηριώδη Κόμη φον Κρόλοκ.

Η ΝΟΝΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

Διερμηνέας του τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών της Αστυνομίας οικειοποιείται μεγάλη παρτίδα «χόρτου», το οποίο εν συνεχεία διοχετεύει στην παριζιάνικη αγορά, καταφέρνοντας να λύσει κατ’ αυτόν τον τρόπο το οικονομικό της πρόβλημα. Το εμπόριο ναρκωτικών, όμως, δεν είναι παίξε-γέλασε. Ή μήπως είναι;

ΚΑΤΙ ΤΡΕΧΕΙ ΣΤΟ ΣΕΝ ΤΡΟΠΕ

Στο Σαν Τροπέ, φεγγάρια και νύχτες τρελές, και μ’ ένα τουίστ ανάβω στην πίστα φωτιές, το ξενύχτι το αντέχω όσο στο πλευρό μου σ’ έχω, ναι, στο Σαν Τροπέ!

ΛΑΣΙ ΓΥΡΝΑ ΣΠΙΤΙ

Η σπιτονοικοκυρά θέλει να τους διώξει εξαιτίας του σκυλιού, μόλις που έχουν μετακομίσει γιατί έχασαν το σπίτι τους, η σύζυγος είναι έγκυος, ο σύζυγος μένει ξαφνικά άνεργος και το αγοράκι τους δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τη Λάσι του.